ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΤΣΑ-Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΩΣ 'ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ'

[Εισήγηση κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Eυτύχη Μπιτσάκη «από την πυρά στον άμβωνα» ΕκδόσειςΤόπος, που έγινε στην Αθήνα, στη Στοά του Bιβλίου, στις 16/4/2010 Πρόκειται για μια άλλη ανάγνωση του βιβλίου του Ευτύχη Μπιτσάκη «από την πυρά στον άμβωνα», από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχιατρικής, όχι βέβαια για να ψυχιατρικοποιήσει ένα κοινωνικό φαινόμενο αλλά για να δώσει κάποιες απαντήσεις σε ερωτήματα που γεννά η μαζική στροφή των ανθρώπων της εποχής μας στη θρησκεία.]

 

Ο Freud, γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, συντάχθηκε με τον Νίτσε για να διατυπώσει και αυτός τη φράση « Ο Θεός είναι νεκρός ». Πώς γίνεται όμως, έλεγε ο Λακάν1, αυτός, ο « νεκρός Θεός », να επιβιώνει απτόητος της διάγνωσης του θανάτου του, παρά τις απανωτές νεκρολογίες των ειδημόνων ; Πώς εξηγείται η μαζική στροφή των ανθρώπων σήμερα στη θρησκεία, παρά τον αδιαμφισβήτητο θρίαμβο της επιστήμης ;

Μια έρευνα2 της εφημερίδας « Monde », το 2008, αποκαλύπτει ότι το 45% των Γάλλων - ενός λαού με παράδοση αντιθρησκευτική και αντικληρική - θεωρεί ως μια από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες αξίες τη θρησκεία ! Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το μέγεθος της στροφής στη θρησκεία των άθεων, μέχρι το 1989, κατοίκων της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ! Στη Ρωσία σήμερα, επί Πούτιν, όλες οι τηλεοράσεις καλύπτουν όλες τις θρησκευτικές γιορτές και ανακοινώνουν τις παραμικρές παρεμβάσεις του Πατριαρχείου. Στις 7 Γενάρη 2010 o πατριάρχης της Ρωσίας Κύριλλος, διαβεβαίωσε τον πρόεδρο Medvedev για την « υποστήριξη του Θεού », ευχαριστώντας τον εν ονόματι του λαού γιατί σταμάτησε την οπισθοδρόμηση στην οποία είχε περιπέσει η χώρα μέχρι τη δεκαετία του '90. Και αυτό ως ανταπόδοση στο Χριστουγεννιάτικο δώρο του Κρεμλίνου στην πανίσχυρη εκκλησία - με το 55% των Ρώσων να δηλώνουν Χριστιανοί και το 15% αυτών θρησκευόμενοι - την αναπαλαίωση του περίφημου μοσχοβίτικου μοναστηριού του Νοβοντιεβίτσι -, με την υπόσχεση του ίδιου του Πούτιν, προσωπικά, για την επιστροφή 1200 τόπων λατρείας που είχαν κατασχεθεί στην σοβιετική εποχή3.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής 40 εκατομμύρια Ευαγγελιστές ένας ολόκληρος γαλαξίας πιστών με 1 εκατομμύριο ιερείς αγωνίζονται να μεταμορφώσουν την Αμερική σε θεοκρατική χώρα. Αποκαλούν « δαιμονικό » το νόμο του Ομπάμα για την Υγεία, « ένα από τα κεφάλια του Δράκου » την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ο ΟΗΕ αποτελεί το « θηρίο » που χρησιμοποιεί ο Σατανάς για να πετύχει τους στόχους του. Χρησιμοποιούν πολύ την τηλεόραση για να στρατολογήσουν μαζικά. Προσηλυτίζουν καθημερινά με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Οι θρησκευτικοί αρχηγοί, ισχυρίζονται ότι ασπάζονται τη θρησκεία τους 52 χιλιάδες άνθρωποι την ημέρα! Και όλα αυτά, παρά τα τεράστια σκάνδαλα της Εκκλησίας που βγαίνουν διαρκώς στην επιφάνεια, όπως αυτό της παιδεραστίας από κάποιους κληρικούς, της σεξουαλικής κακοποίησης επί δεκαετίες χιλιάδων παιδιών - πολλά απ' αυτά με αναπηρίες - που φοιτούσαν σε καθολικά σχολεία της Ιρλανδίας, της Αυστρίας, της Γαλλίας, των Κάτω Χωρών και της Αμερικής.

Τίθεται λοιπόν αντικειμενικά το ερώτημα : ποιό είναι το κίνητρο της στροφής στη θρησκεία ; Κατά τον Freud το κίνητρο της θρησκείας είναι η νοσταλγία του παρελθόντος, όπου ήταν εξασφαλισμένη η προσφυγή σε μια προστασία από την εμπειρία Hilflosigkeit, δηλαδή της κατάστασης απόγνωσης, αβοήθητου, παντελούς εγκατάλειψης, μπροστά στα απρόοπτα της τύχης, της ύπαρξης. Τότε, λέει ο Freud, υφίσταται νοσταλγία του πατέρα, όχι της μητέρας, αλλά εκείνου στον οποίο αποδίδει κανείς παντοδυναμία, δηλαδή στον Πατέρα με κεφαλαίο, το « Θεό-Πατέρα »4. Κατά τον Ζ. Λακάν, ο Θεός παρουσιάζεται ως η επιστροφή του πατέρα όχι λόγω της HilflosigKeit, αλλά λόγω του οιδιπόδειου συμπλέγματος δηλαδή της παιδικής σεξουαλικότητας. O Θεός-πατέρας, μέσα από τη θυσία του, εξασφαλίζει τη μετουσίωση της σεξουαλικότητας σε μια παντοδύναμη πνευματική αρχή. Ο πατέρας της θρησκείας επιβάλει και απαγορεύει . Όλες αυτές οι απαγορευτικές αρχές ενσωματώνονται στο θρησκευτικό τελετουργικό, που κάνει τον Freud να βλέπει τη θρησκεία ως μια συλλογική ιδιοψυχαναγκαστική νεύρωση.

Όμως, γιατί αυτή η συλλογική νεύρωση έχει πάρει τόσο τρομακτικές διαστάσεις στην εποχή μας ; « Γιατί, λοιπόν, στην εποχή του θριάμβου των φυσικών επιστημών κυριαρχούν οι θρησκευτικές δοξασίες και οι ποικίλες μορφές του μυστικισμού; »5, θέτει το ερώτημα ο Ε. Μπιτσάκης. Το θρησκευτικό φαινόμενο έχει πάρει στην εποχή μας το χαρακτήρα «κοινωνικού συμπτώματος», ενός συμπτώματος, δηλαδή, αποκλειστικά κοινωνικού ως προς τη διαμόρφωση του.

Στην εποχή της κρίσης της παγκοσμιοποίησης, εποχή καθολικής αποξένωσης, τροποποιείται ο τρόπος εγγραφής του υποκειμένου στον κοινωνικό δεσμό. Τη θέση του « κοινωνικού Άλλου » καταλαμβάνει ο Θεός-πατέρας, ο Θεός ως το όνομα του πατέρα, ο πατέρας της θρησκείας, αυτός που επιβάλει τις απαγορεύσεις του. Το υποκείμενο της θρησκείας τοποθετεί την επιθυμία του στο πεδίο της επιθυμίας του θεού, επιδιώκοντας μια μετουσιωμένη λύτρωση από την επιθυμία και την επακόλουθη ενοχή. Ο θρησκευτικός Άλλος, στη θέση του Κοινωνικού Άλλου, λειτουργεί ως υπερεγώ που ενοχοποιεί την επιθυμία του υποκειμένου. Αμφισβητεί τη θέση του Κοινωνικού Άλλου στη ζωή του και μέσα απ' αυτήν την αμφισβήτηση εγγράφεται στον κοινωνικό δεσμό. Έτσι, στη θέση του μεγάλου Άλλου, του κοινωνικού Άλλου, δημιουργείται ένα χάσμα, ένα κενό, μια έλλειψη, που ανατρέπει κάθε συμβολική ισορροπία. Το πεδίο της συμβολικής τάξης καταλαμβάνουν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, με τον χαρακτήρα του αλάνθαστου, για να συντηρήσουν το αίσθημα της αδυναμίας του υποκειμένου απέναντι στον Παντοδύναμο, τον Ένα, τον Πατέρα, «ος τα πάνθ' ορά». Αυτός όμως, ο θρησκευτικός πατέρας, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ο μεγάλος Άλλος, ο εγγυητής του νοήματος και της συμβολικής τάξης, που θα εισαγάγει στη σχέση του με το παιδί τον Συμβολικό Νόμο. Αυτό που μπορεί μόνο να επιβάλει είναι το σύνολο των θρησκευτικών απαγορεύσεων, των θρησκευτικών νορμών, που επιβάλλονται και ως κοινωνικές νόρμες.

Έτσι, η ίδια η θρησκευτικότητα ως «κοινωνικό σύμπτωμα » γίνεται ο τόπος, όπου αναπτύσσεται η σχέση του υποκειμένου με την απόλαυση, μια απόλαυση, όμως, κατ' επίφαση, μια δήθεν απόλαυση, πηγή άγχους και νέων συμπτωμάτων. Σ' αυτά τα πλαίσια διαμορφώνονται, για το υποκείμενο, όλοι οι όροι της αδυναμίας νοηματοδότησης του κόσμου και του εαυτού, όλοι οι όροι μιας « ψευδούς συνείδησης », ενός λόγου πέραν του νοήματος, που καταλήγει αναπόφευκτα στον ανορθολογισμό. Είναι χαρακτηριστική η θρησκευτικότητα που καλλιέργησε ο φασισμός, τόσο στη γερμανική όσο και στην ιταλική μορφή του, περιγράφοντάς την ως ένα τόπο « θρησκείας της φύσης ». Η αγιοποίηση της βιολογικής ζωής μεταμορφωνόταν από τους φασίστες σε μια λατρεία της εθνικής ζωής και στην αναγωγή του Χίτλερ σε μεσσιανική φιγούρα7.

Ο Freud θεωρεί τη θρησκεία ως μια ψευδαίσθηση, μια αυταπάτη, μια πλάνη που κρύβει από το υποκείμενο την αλήθεια. Το αίτημα της πίστης, που είχε απωθηθεί με την άνοδο του Διαφωτισμού από το αίτημα του ορθού λόγου, επιστρέφει σήμερα μεταμφιεσμένο, αναμειγνύοντας τη λογική με τη μεταφυσική. Η επιστροφή του απωθημένου όμως γίνεται με όρους που θέτει η ίδια η ιστορική εποχή. Η θρησκεία, λέει ο Λακάν, θέτει και αυτή το αίτημα της αλήθειας. Σε αντίθεση όμως με την επιστήμη, το τοποθετεί πέραν του υποκειμένου, στο επίπεδο του θεού. Και σ' ό,τι αφορά τον θεό, η θρησκεία επιστρατεύει την επιστήμη για να αποδείξει την ύπαρξή του. Όπως χαρακτηριστικά λέει στο βιβλίο του ο Ευτύχης Μπιτσάκης : « Η θρησκεία απαιτεί τώρα από τη θεραπαινίδα της, που δεν είναι πλέον η φιλοσοφία, αλλά η ίδια η προαιώνια αντίπαλος, η επιστήμη, να αποδείξει την ύπαρξη του θεού. Και να τώρα η επιστήμη (φυσική, κοσμολογία, βιολογία) που καλείται να θεμελιώσει την πίστη. » (σελ. 74)

Στο πεδίο, λοιπόν, της κοινωνίας, όπου αναπτύσσεται η σχέση των επιστημών με τη θρησκεία, διαμορφώνεται και ο ιστορικός ρόλος τους. Στην περίπτωση που η επιστήμη προστρέχει, ως αρωγός, στη θρησκεία διαμορφώνονται από την κυρίαρχη τάξη και την ιδεολογία της όλοι οι όροι της χειραγώγησης της συνείδησης των μαζών, στα πλαίσια της συνολικής στρατηγικής της βιοεξουσίας. Στην εποχή της κυριαρχίας της εικόνας, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας παίζουν τεράστιο ρόλο στη διάδοση της θρησκευτικότητας. Η θρησκεία χρησιμοποιεί πλέον την τεχνολογία και την επιστήμη μαζί με τη μαγεία και την αγυρτεία για να αναπτύξει τη βιομηχανία του θρησκευτικού.

Λέει χαρακτηριστικά ο Μπιτσάκης : « Τώρα, εποχή κρίσης του συστήματος ο « Θεός » επιστρέφει μαζί με καφετζούδες, μέντιουμ, μάγους, εξορκιστές, μαζί με επιστήμονες που « απέδειξαν » τη δημιουργία του Σύμπαντος και άλλους που ανακαλύπτουν « πολλαπλά σύμπαντα », « μίνι σύμπαντα », « αστρικά σώματα », μαζί με θαυματοποιούς, τσαρλατάνους, αγύρτες και απατεώνες. Στις σημερινές κοινωνίες της κρίσης και της αποξένωσης, θάλλει το στείρο δέντρο του ανορθολογισμού, ενώ οι σωτηριακές θρησκείες φωτίζουν τα μεταμοντέρνα σκοτάδια με το απατηλό φως της υπέρβασης ». Και αλλού : Στην « επιστημονική εποχή μας η αγυρτεία φορά το ένδυμα της επιστήμης. Η παραψυχολογία με τη βοήθεια των ΜΜΕ συμβάλει στην ανάπτυξη της πλαστής συνείδησης των μαζών ».(σελ. 107)

Όσο βαθαίνει η κοινωνική κρίση, αλλά και η κρίση του μαρξισμού, τόσο αναπαράγεται με νέες μορφές η μυστικιστική αντίληψη για τον κόσμο, τα «σύννεφα σκόνης», κατά τον Μαρξ, που καλύπτουν την κοινωνική πραγματικότητα. Και στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια έξαρση του θρησκευτικού μυστικισμού και ανορθολογισμού που τροφοδοτείται από την παιδεία, την εκκλησία, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, τον καθημερινό και τον περιοδικό τύπο, αλλά και από ιδιωτικά σωματεία, κέντρα κ.λπ.( σελ. 170). Στην εποχή λοιπόν των « νέων κοινωνικών συμπτωμάτων » η μεταφυσική, ο θρησκευτικός μυστικισμός, ο λόγος του καπιταλιστή, ο λόγος της Εκκλησίας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην καπιταλιστική εξουσία . Η αλήθεια του Λόγου του Κυρίου, σήμερα, δεν είναι παρά η αλήθεια ενός « κοινωνικού συμπτώματος », που διαμορφώνει τους όρους της ζωής πλατειών κοινωνικών στρωμάτων.

Σε τι ανάγεται, όμως, αυτό το νέο «κοινωνικό σύμπτωμα»; Ανάγεται, πρώτα απ' όλα, στη διάβρωση του ίδιου του κοινωνικού δεσμού μέσα από την δοξολόγηση του ατομικού δεσμού του πιστού με τον υπέρτατο Άλλο, το αντικείμενο της θρησκευτικής λατρείας του. Αυτός ο ατομικός δεσμός ακυρώνει κάθε τύπο συνάρθρωσης του ατομικού με το συλλογικό, περιχαρακώνει το άτομο στο ατομικό του θρησκευτικό σύμπαν και δίνει ακραίες διαστάσεις στο ίδιο το φαινόμενο της καθολικής αποξένωσης, της αφόρητης μοναξιάς και της απόγνωσης του σύγχρονου ανθρώπου.

Σε μια έρευνα, που έγινε στη Γαλλία το 1999, βρέθηκε ότι 7,2 εκατομμύρια Γάλλοι, δηλαδή το 30% των νοικοκυριών, διέμεναν μόνοι, ενώ δέκα χρόνια πριν, το ποσοστό αυτό ήταν 25%. Με βάση μια άλλη έρευνα9, που έγινε το 2006 με πρωτοβουλία της συλλογικότητας « πολεμήστε τη μοναξιά », που συσπειρώνει 8 μη κυβερνητικές οργανώσεις, 1 στα 5 άτομα καθημερινά δεν έχει την ευκαιρία να μιλήσει σε κανέναν. Δεν υπάρχουν φίλοι, έχουν χαθεί αγαπημένα πρόσωπα, βασανίζονται από αρρώστιες. Μέσα σ' αυτούς τους όρους, που δημιουργούν μια τρομακτική δυσφορία στο απόλυτα εξατομικευμένο υποκείμενο, κατακερματισμένο το ίδιο μέσα σ' ένα κατακερματισμένο κοινωνικό δεσμό, εντείνοντας την αγωνία και το φόβο του θανάτου, χρησιμοποιείται η θρησκεία ως « καταφύγιο », ως « μέσο παρηγοριάς », ως « το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του », όπως αναφέρει ο Ε. Μπιτσάκης. « Ο Μαρξ διέλυσε το μυστήριο της θρησκείας, αναλύοντας τις αντιφάσεις της επίγειας βάσης της »,λέει ο Μπιτσάκης. (σελ. 77) Είναι κοινωνικές, πρώτα από όλα, οι αιτίες που συντηρούν το θρησκευτικό φαινόμενο. « Στο 'κοινωνικό επίπεδο', η λειτουργία της θρησκείας, που θεσμοποιείται μέσω της Εκκλησίας, είναι αντιφατική : η θρησκεία είναι καταφύγιο, παραμυθία και ταυτόχρονα παράγων ιδεολογικού φενακισμού. Κατά τον νεαρό Μαρξ, « η θρησκεία είναι η γενική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου, η ψυχή ενός κόσμου χωρίς ψυχή, το πνεύμα ενός κόσμου δίχως πνεύμα ». « Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε σε μια περίοδο πρωτοφανούς κοινωνικής κρίσης και βαρβαρότητας κατά την περίοδο παρακμής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, συσπειρώνοντας τους σκλάβους, του φτωχούς, τους απόκληρους.», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μπιτσάκης.

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι και στη σημερινή κοινωνική κρίση, η θρησκεία εμφανίζεται ως καταφύγιο για όλο και περισσότερους ανθρώπους. Υπάρχει μια πλευρά της θρησκευτικής ζωής, η πιο πολύτιμη ίσως, που είναι ανεξάρτητη από τις ανακαλύψεις της Επιστήμης, που μπορεί να επιβιώσει όποιες και αν είναι οι μελλοντικές πεποιθήσεις του υποκειμένου για τη φύση του σύμπαντος, λέει ο Β.Russel. « Ο άνθρωπος που αισθάνεται βαθειά τα προβλήματα της ανθρώπινης μοίρας, την επιθυμία να ελαχιστοποιήσει τις οδύνες της ανθρωπότητας και την ελπίδα ότι το μέλλον θα πραγματώσει τις καλύτερες δυνατότητες για το είδος μας, θεωρείται σήμερα ότι «διαπνέεται από θρησκευτικό πνεύμα», ακόμα και αν δεν δέχεται παρά μόνο ένα μικρό μέρος του παραδοσιακού χριστιανισμού.

Στο μέτρο που η θρησκεία συνίσταται σε μια νοοτροπία, σε έναν τρόπο του σκέπτεσθαι και του αισθάνεσθαι και όχι σε ένα σύνολο πεποιθήσεων, η επιστήμη δεν μπορεί να την τραυματίσει »10, λέει ο Β. Russel. Φαίνεται πως η στροφή στη θρησκεία πλατειών λαϊκών στρωμάτων έχει κατά πρώτο λόγο αυτό το ψυχολογικό και κοινωνικό υπόστρωμα. Επειδή αυτό που κυριαρχεί σήμερα στον μέσο άνθρωπο είναι το αίσθημα του εσωτερικού κενού, της εσωτερικής φτώχειας, η συνεχής αιμορραγία της κοινωνικότητας και της υποκειμενικότητας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά η Τζούλια Κρίστεβα11 « η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει μια θεαματική μείωση της εσωτερικής ζωής. Ως προς την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τις θρησκείες, έχουμε κάθε λόγο να αναρωτιόμαστε αν απορρέει από μια αναζήτηση ή αντίθετα, από μια εσωτερική ένδεια που στην πίστη ψάχνει να βρει ένα δεκανίκι ψυχής για να στηρίξει μια ακρωτηριασμένη υποκειμενικότητα ». Η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου, που δομείται μέσα σε όρους βαθειάς κρίσης της κοινωνίας και των θεσμών της, είναι εξαρχής ασταθής, κατακερματισμένη, εύθραυστη, ευπαθής12. Είναι μια ταυτότητα που αναζητά στηρίγματα, τα λεγόμενα « ταυτοτικά ερείσματα », για να αποφύγει την αποδιοργάνωση. Ως « ταυτοτικό έρεισμα » μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να λειτουργήσουν οι ψυχοδραστικές ουσίες, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και η θρησκεία, « το όπιο του λαού », κατά τη γνωστή έκφραση του Μάρξ.

Όπως λέει ο M. Foucault, η φυλακή, από την οποία πρέπει να δραπετεύσει σήμερα ο άνθρωπος, δεν είναι παρά η σύγχρονη ταυτότητά του, μια ταυτότητα που στο όνομα του ουμανισμού, της διαρκούς προόδου και της θεσμικής ανάπτυξης, δημιουργεί προσωπικές και κοινωνικές συμπεριφορές τρομακτικής καταστροφικότητας. Αδειάζει εντελώς από νόημα την άχαρη, ακρωτηριασμένη ζωή τους, που βιάζεται καθημερινά με πολλούς τρόπους από τους κυρίαρχους. Έτσι τίθεται αντικειμενικά ένα αίτημα νοήματος, που έρχεται να συναντηθεί με το αίτημα της πίστης. Η συνάντηση γίνεται στον τόπο της απουσίας του κοινωνικού Άλλου, στον τόπο της μοναξιάς και της απόγνωσης. Γι αυτό « η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, η καρδιά σε ένα κόσμο χωρίς καρδιά », όπως έλεγε ο Μάρξ. Η απόσυρση στην ιδιωτικότητα - που καταλήγει κι αυτή σήμερα να εμπορευματοποιείται ασύστολα - προωθείται συστηματικά από τη βιομηχανία της κουλτούρας, που προάγει την υποκουλτούρα. Ως υποκουλτούρα λειτουργεί και η εκκλησία σήμερα, κατά τη δημόσια δήλωση του αρχιεπισκόπου του Poitiers Albert Rouet σε ερώτηση δημοσιογράφου της εφημερίδας Monde, για τα σκάνδαλα παιδεραστίας των καθολικών ιερωμένων13.

Παρ' όλα αυτά, λέει ο Μπιτσάκης, « δεν πρέπει να ταυτίζουμε τον αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας με τον αντιφατικό ρόλο της θρησκείας. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η θρησκεία από τη μια διδάσκει την εγκαρτέρηση και τη μετάθεση της σωτηρίας στο επέκεινα και από την άλλη τροφοδοτεί ριζοσπαστικά, απελευθερωτικά κινήματα, όπως στη Λατινική Αμερική, όλη τη θεολογία της απελευθέρωσης των καταπιεσμένων ». Και είναι αυτός ακριβώς ο αντιφατικός ρόλος της θρησκείας που κάνει τον Μπιτσάκη να τονίζει : « Η αντίθεση επιστήμης και θρησκείας, στο γνωστοθεωρητικό επίπεδο, είναι θεμελιώδης και μη αναγώγιμη. Όμως, μαρξιστές και χριστιανοί έχουν ένα κοινό πεδίο στόχων και ηθικών αξιών, και μπορούν να αγωνιστούν μαζί εναντίον της κεφαλαιοκρατικής βαρβαρότητας. » Η τάση του σύγχρονου ανθρώπου, για μια αναδίπλωση στον εαυτό, συνοδεύεται - ασυνείδητα - και από μια απελπισμένη νοσταλγία για την κοινοτική ζωή, για μια συλλογικότητα, που ίσως δεν έχει ποτέ καταφέρει να βιώσει . Και αυτή η νοσταλγία του συλλογικού, γεννά την ανάγκη μιας « επαναμάγευσης του κόσμου », σε αντίθεση με την « απομάγευση », που είχε συνδεθεί με το « θάνατο του θεού » και τη « θεοποίηση του ανθρώπου. » Αυτή η ανάγκη της « επαναμάγευσης του κόσμου », της προσδοκίας και του οράματος για μια άλλη αληθινά ανθρώπινη, δηλαδή κομμουνιστική κοινωνία δημιουργεί τους αντικειμενικούς όρους για μια « επιστροφή στον Μάρξ », όχι στο θεό. Και όπως λέει ο Μπιτσάκης, « αυτή η επιστροφή οδηγεί στην ανάλυση των αντινομιών της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, στις σχέσεις ιδιοκτησίας, στις σχέσεις παραγωγής και στον αλλοτριωτικό χαρακτήρα τους. Στο εμπόρευμα, στον φετιχισμό του εμπορεύματος και στην ανεστραμμένη εικόνα της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Στην πραγμοποίηση και στην πλαστή συνείδηση. ». Επιστροφή λοιπόν στη « Γερμανική Ιδεολογία » και στο « Κεφάλαιο ».

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

1. Daniel Sibony " Don de soi ou partage de soir ed odile Jacob"

2. "Le monde" Dossiers, documents, Mars 2010

3. Anna Dastakian ΄΄Russie : Dieu benisse le Kremlin΄΄ Marianne No 675,27/3 au 2/4/2010.

4. Φίλιππος Ζυλιάν « Ο θεός στην ψυχή μας. Ψυχανάλυση και θρησκεία» Εκδ. Αρμός 2010

5. Ε. Μπιτσάκης « Από τον άμβωνα στην πυρά» Εκδ. τόπος, 2010

6. Ν. Παπαχριστόπουλος «Ψυχανάλυση και κοινωνικά συμπτώματα», επιμέλεια: Νίκος Παπαχριστόπουλος εκδ. Βιβλιόραμα, 2006

7. Michel Foucault and theology. The politics of religions experience. Edited by James Bernauer and Jeremy Carrette, ad. Ashgate, 2005.

8. Jean Louis Pankeshon "Vivre seul sentiment de solitude et isolement relationnels », Insee premiere, no 678, octobre, 1999

9. Marie - France Hirigoyen « Les nouvelles solitudes », ed Marabout 2007

10. Bertrand Russel " Science et religion" ed Gallimard 1971

11. Τζ. Κρίστεβα « Οι νέες αρρώστιες της ψυχής» εκδ. Καστανιώτης 2000

12. G. Gyrulnik " Les nourritures affectives" ed Odib Jacob, 2000 13. "Le monde" 5/4/2010