ΑΠ’ ΤΑ ΣΠΑΡΓΑΝΑ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΣΑΒΑΝΑ (ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ)


Ι
Τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες παρακολουθούμε άπαντες, οι μεν με χαρούμενη έκπληξη, οι δε με λανθάνουσα αηδία και αποστροφή, ένα αντιφασιστικό τηλεοπτικό πανηγύρι να κατακλύζει σαν χείμαρρος τις τηλεοπτικές μας οθόνες. Όλως αιφνιδίως, ξεφύτρωσαν πανταχόθεν φλογεροί αντιφασίστες που επιζητούν μετά νευρικής αδημονίας, την συντριβή των νεοναζί φονιάδων της Χρυσής Αυγής και την εγκαθίδρυση καθεστώτος δημοκρατικής ευνομίας στο πλαίσιο της οποίας ο φόνος δεν θ’ αποτελεί το δημοφιλέστερο μέσο πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης. Επικεφαλής αυτής της εθνοφελούς προσπάθειας ετέθησαν θρυλικοί αντιφασίστες σαν τους Άδωνι Γεωργιάδη, Μάκη Βορίδη, Φαήλο Κρανιδιώτη, Χρύσανθο Λαζαρίδη, Αντώνη Σαμαρά, Ευάγγελο Βενιζέλο κ.λ.π, ακολουθούμενοι κατά πόδας από στρατιές αντιφασιστών δημοσιογραφούντων υπαλλήλων του αστικού υλακτούντος Τύπου που έσπευσαν να ανασύρουν στην επιφάνεια λησμονημένα βίντεο Χρυσαυγιτών την «ώρα της δουλειάς και της διασκέδασης», προκειμένου να σφυρηλατηθεί το αντιφασιστικό φρόνημα των Ελλήνων πολιτών. Ήδη, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα αντιφασιστικής επινίκειας δεξίωσης όπου Όλα Τρέμει, οι διάφοροι κακαντέρηδες επιχειρούν να εμπεδώσουν ένα κλίμα «tous fréres, tous amis» (όλοι αδέλφια, όλοι φίλοι), καλώντας, με την δέουσα αυστηρότητα, τους εκπροσώπους της κοινοβουλευτικής Αριστεράς να ενταχθούν στο «Συνταγματικό Τόξο», αποτασσόμενοι του υπόπτου «αντιμνημονιακού μετώπου», προς αντιμετώπιση της φασιστικής πρόκλησης.
Όλοι αυτοί οι οψιφανείς ΚΑΙ οψιγενείς αντιφασίστες (σε τιμή έκπτωσης και στιγμιαίας κατασκευής) με πρόσωπο μπλοφαδόρου χαρτοπαίκτη, με γλώσσα, το μεν σπογγώδη και αφρίζουσα, το δε προσαρμομένη σε κομπρεσέρ, λησμονούν βολικά πως εδώ και χρόνια τα δηλητηριώδη Χρυσαυγίτικα βέλη εκτοξεύονταν, και εν τίνι μέτρω εξακολουθούν να εκτοξεύονται μέχρι και σήμερα (13-10-2013), απ’ το κατασκευασμένο με τα υλικά της ακαδημαϊκής μωρολογίας και της πολιτικής αγυρτείας «Συνταγματικό Τόξο», την λιγδιασμένη χορδή του οποίου τέντωναν οι Ηρακλειδείς της έσχατης λεηλασίας του χειμαζόμενου ελληνικού λαού. Μ’ αυτούς τους κοινωνικούς και οικονομικούς δολοφόνους της ελληνικής κοινωνίας καλούνται να συμπήξουν «αντιφασιστικό μέτωπο» οι εκπρόσωποι της αφελούς (κοινοβουλευτικής) Αριστεράς!
Οι αντεροβγάλτες της Χρυσής Αυγής, με γροθιά ογκωδέστερη του εγκεφάλου τους, φαντασιώθηκαν πως μπορούν ακωλύτως να ανέλθουν απ’ το υπόγειο της δεξιάς πολυκατοικίας στο ρετιρέ της, χρησιμοποιώντας τα αλγώδη ελληνικά τους και το αίμα λαϊκών αγωνιστών. Η ελληνόφωνη συγκυβέρνηση βρήκε την ευκαιρία να τους δείξει «ποιο ειναι το αφεντικό» και, το σπουδαιότερο, να χρησιμοποιήσει το υπάρχον (και οσονούπω βελτιωθησόμενο!) νομικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση του «άλλου άκρου», του πραγματικού και μόνιμου κινδύνου του λαϊκού κινήματος. Θα βρεθούν ΚΑΙ ΤΟΤΕ πρόθυμοι εισαγγελείς που θα εφαρμόζουν τις σχετικές με εσχάτη προδοσία και εγκληματική οργάνωση διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, με επαγγελματικήν ανεπάρκεια και αναξιοπρέπεια, με ελαφράν συνείδηση, χάριν της δημοκρατίας βέβαια. O! LUGENDA RES PUBLIKA! (Αχ, πενθούσα Δημοκρατία!)
ΙΙ
 Πριν από καναδυό μήνες εμφανίστηκε στις πρόθυμες τηλεοπτικές οθόνες, σε πνεύμα ευμενούς ουδετερότητας, η ακόλουθη «είδηση»: Οι Χρυσαυγίτες οργάνωσαν «ειδικά σχολεία» για νήπια και μικρά παιδάκια προκειμένου να παραδίδουν «μαθήματα ελληνικής ιστορίας» και τούτο διότι επιθυμούν να αποξέσουν απ’ τις συνειδήσεις των μικρών «μαθητών» τις καταστρεπτικές επιστρώσεις που σώρρευσε η αριστερή, ανθελληνική ψευδοϊστορία! Ιστορία; Τί είναι η ιστορία; Στην αρχή η ιστορία δεν είχε κανένα διακριτικό όνομα. Στον Όμηρο, όταν αναφύονταν μια νομική διαφορά, την έφεραν μπροστά στον ίστορα, άνθρωπο επιδέξιο να ερευνά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και να αποφασίζει ποιό ήταν το αληθινό. Ιστορίη σήμαινε μιαν έρευνα αυτού του είδους. Η ιστορία, λοιπόν, προσπαθεί να ανεύρει την αλήθεια, να κατανοήσει το παρελθόν, δεν επιδιώκει να προσφέρει ψυχαγωγία, να κερδίσει δημοτικότητα, να θυσιάσει την αλήθεια χάριν του εντυπωσιασμού. Μ’ άλλα λόγια, η ιστορία δεν «ποζάρει». Ιστορία δεν σημαίνει «κουρεακής και πανδήμου λαλιάς» μικρεμπόριο (λαϊκή φλυαρία κουρείου) – κατά τον Πολύβιο. Οι Έλληνες δεν ήσαν οι πρώτοι που χρονολόγησαν τα γεγονότα αλλά ήσαν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν την κριτική στα γεγονότα (JOHN B. BURY, Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, εκδόσεις Παπαδήμα, σελ. 20, 141, 176 [186 σημείωση 29], 9). Ιστορία, λοιπόν, σημαίνει έρευνα και ειλικρινή ερευνητική διάθεση (Χ. Θεοδωρίδη, Επίκουρος, η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, εκδόσεις βιβλιοπωλείο της “Εστίας”, σελ. 36). Ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος (1641-1709), πρώιμος εκπρόσωπος του νεοελληνικού διαφωτισμού, χαρακτήρισε την ιστορία ως «σοφίας συνέμπορον, συνοπαδόν αλήθειας... διδάσκαλον φρονήσεως» (Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, 1996, σελ. 35). Επομένως, οι «εθνικές φιλοτιμίες» δεν έχουν θέση στην ιστορική, επιστημονική σκέψη, μόνο κωλύματα μπορούν να παρεμβάλουν στην πρόοδό της, έλεγε ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ (του ίδιου, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, ΜΙΕΤ, 1985, σελ. 183). Τούτο σημαίνει πως σκοπός της ιστορίας ΔΕΝ μπορεί να είναι η σφυρηλάτηση του εθνικού φρονήματος, ούτε η υπόθαλψη αλυτρωτικών προσδοκιών, όπως δεν μπορεί να είναι η εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων του σήμερα με την ασυνείδητη ή συνειδητή προβολή πάνω στην οθόνη της αρχαιότητας ορισμένων ανικανοποίητων πολιτικών παθών του παρόντος.
Αν δούμε την ιστορία έτσι όπως την οριοθετήσαμε και όχι όπως την προσλαμβάνουν οι απαίδευτοι κακοήθεις Χρυσαυγίτες που «ομού με την τραχύτητα του ήθους σμίγουν την (κοινοβουλευτικήν) εξουσίαν», τότε θα διαπιστώσουμε μερικά αξιιοπρόσεκτα γεγονότα που κονιορτοποιούν την χρυσαυγίτικη «φιλογένεια». Έτσι, θα μάθουμε ότι ο πρώτος μετά την Άλωση οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος (Γεώργιος) Σχολάριος, φρόντισε να κάψει τελετουργικά στην Κωνσταντινούπολη τα συγγράμματα του φιλοσοφικού του αντιπάλου Πλήθωνα (Γεμιστού). Υπό την ηγεσία του και εφεξής, η υπόδουλη Εκκλησία αποδέχτηκε την συνύπαρξή της με τον αλλόθρησκο φορέα τής κρατικής εξουσίας, αναγνωρίζοντας με απόλυτη νομιμοφροσύνη την κυριαρχία του και αποδίδοντάς του τις προσήκουσες τιμές. Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες μετεβλήθησαν σε θαλαμηπόλους του ξένου δεσποτισμού, νομιμοποιώντας την αλλόθρησκη και αλλοεθνή δουλεία με τον ισχυρισμό ότι ο ξένος δυνάστης μετέβαλε τις οδύνες της δουλείας σε συλλογική πνευματική άσκηση ή ακόμη και σε επίγεια δοκιμασία που θα μπορούσε να ανοίξει τις πύλες των ουρανών. Αργότερα, ο Γρηγόριος ο Ε΄ με την διαβόητη Πατρική Διδασκαλία του, ισχυριζότανε πως η τυραννία αποτελούσε θεία τιμωρία για τα αμαρτήματα του λαού (Π. Μ. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σελ. 25, 28, 358). Το έγο του Ρήγα Φεραίου καταδικάζεται ως «πλήρως υπάρχον σαθρότητος» και οι κατά τόπους ιεράρχες λαμβάνουν εντολή να συγκεντρώνουν αντίτυπα που κυκλοφορούν μεταξύ των ραγιάδων προκειμένου να παραδοθούν στην κρίση της πυράς. Ο συγγραφέας της Χριστιανικής Απολογίας διακηρύσσει «οι άνθρωποι ούτε γεννώνται ούτε είναι ελεύθεροι» (Π. Μ. Κιτρομηλίδη, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιο-ανατολική Ευρώπη, εκδόσεις Διάττων, σελ. 60, 63). Την  Γαλλική Επανάσταση την αξιολογούσαν στην Εκκλησιαστική Αλήθεια το 1889 (στα εκατόχρονά της) ως «αληθινήν “άτης άρουραν θάνατον εκκαρπιζόμενην”!» (στο ίδιο παραπάνω, σελ. 151).
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Έλληνα Ανθρώπου ήσαν: προσωπικότητα, ψυχικό σθένος, ανεξάρτητη διανόηση, πίστη στο λογικό και στην ικανότητα του ανθρώπου να εξουσιάζει τη φύση και να δαμάσει την μοίρα του. Αυτός ο «γλαύκος και πυρρός» άρχοντας του τόπου του ήταν αντίπαλος της ανατολικής θρησκοληψίας και θεοσοφικής διάθεσης. Δεν υιοθετούσε το «χρήματα, χρήματ’ ανήρ» (Η αξία του ανθρώπου μετριέται με τα λεφτά) του Αριστόδημου, αλλά το «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» (Χ. Θεοδωρίδη πιο πάνω, σελ. 10, 6, 13). Κύρια μέριμνα των Ελλήνων ΔΕΝ ηταν ο φόβος των Θεών, δεν καταπιέζονταν απ’ το μέλλον, αλλά ο σεβασμός προς την δημόσια γνώμη, η αιδώς: αιδέομαι Τρώας λέει ο Έκτορας και βαδίζει καταπάνω στον θάνατο με ολάνοιχτα μάτια και ατρόμητη ψυχή. Αυτοί οι άνθρωποι εξάλειψαν τον φόβο των νεκρών, τον φόβο των μιασμάτων κι άλλους πρωτόγονους φόβους (E. R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1996, σελ. 35, 38, 31). Απέναντι σ’ αυτήν την κοσμοθεωρία, σ’ αυτήν την κοσμοαντίληψη, την πλήρη ορθολογισμού και κριτικής σκέψης, αντιτάχθηκε σθεναρά ο Γεννάδιος (Γεώργιος) Σχολάριος, όταν τον αποκάλεσαν Έλληνα: «ελληνικά μιλούσαν οι γονείς μου, η ελληνική είναι η μητρική μου γλώσσα, αλλά εγώ δεν θέλω να μ’ αποκαλούν Έλληνα ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΟΠΩΣ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΝ ΕΚΕΙΝΟΙ». Αυτή η αρχετυπική ανθελληνική στάση φωτίζει ανηλεώς τον θεμελιώδη διαχωρισμό μεταξύ του «ελληνικού και μη ελληνικού» (Griechisch και Ungriechisch, όπως πολιτογραφήθηκαν οι δυο όροι στην γλώσσα της γερμανικής κριτικής – αναφέρεται απ’ τον Χ. Θεοδωρίδη πιο πάνω, σελ. 6). Φυσικά, οι επίδοξοι Χρυσαυγίτες «δάσκαλοι ιστορίας» τάσσονται βιαστικά με το «μη ελληνικόν» λόγω του ανορθολογισμού τους.
ΙΙΙ
 Οι μελανόμορφες και μελανόψυχες ανθρωπομηχανές της φασιστικής Χρυσής Αυγής γεμίζουν τα ρεζερβουάρ τους με αίμα. Προτιμούν το ευδιάκριτο από το σημαντικό (όταν δεν τα ταυτίζουν). Ομιλούν (τρόπος του λέγειν!) όχι με πολιτικούς αλλά με βιολογικούς όρους. Π.χ η φυλή (ράτσα) είναι δεδομένο της ζωής, ο ρατσισμός είναι ιδεολογία (εγκληματική) που αντιτίθεται σε φυσικά οργανικά δεδομένα τα οποία είναι ανεπίδεκτα αλλαγής (λ.χ το χρώμα του δέρματος). Και μια και τέτοια δεδομένα ΔΕΝ αλλάζουν, μόνο να τα εξολοθρεύσουν μπορούν. Οι άνθρωποι συν-ομιλούν και συμ-πράττουν. Όπου καταργείται η δυνατότητα συν-ομιλίας και της σύμ-πραξης, τότε η ανθρώπινη επαφή είναι εφικτή μέσω της βίας (HANNAH ARENDT, Περί βίας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2000, σελ. 129, 136, 46). Οι φασίστες εκδηλώνουν περιφρόνηση απέναντι σ’ οτιδήποτε έχει σχέση με τον στοχασμό, την κριτική, τον πλουραλισμό. Γι’ αυτό και ο Γκαίμπελς απαγόρευσε (τον Νοέμβρη του 1933) την κριτική της τέχνης γιατί είχε «τυπικά εβραϊκά χαρακτηριστικά: βάζει το κεφάλι πάνω απ’ την καρδιά, το άτομο πάνω απ’ την κοινότητα, τον νου πάνω απ’ το αίσθημα» (SUSAN SONTAG, Η γοητεία του φασισμού, εκδόσεις Ύψιλον, 2010, σελ. 26).
Είναι καιροί επερχόμενης κοινωνικής αναστάτωσης που οδηγούν στην εξαθλίωση και στην πείνα, στην αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού, στην αποσύνθεση της προσωπικότητας, στην συλλογική ανασφάλεια. Αυτές οι κοινωνικές-οικονομικές αιτίες, αναγκάζουν τους ανθρώπους να κλίνουν στις «εύκολες λύσεις», στην «φυγή», στο «ευχάριστο» ξεγέλασμα. Επιζητούν να καταπραΰνουν την συλλογική τους ανασφάλεια. Τώρα που οι παλαιοί Θεοί αποσύρονται (χλώμιασαν οι κερδοφόρες ακτίνες του πράσινου ήλιου), οι αδειανοί θρόνοι αναζητούν διάδοχο και μ’ έναν επιτήδειο χειρισμό ή ακόμη δίχως καν χειρισμό, σχεδόν κάθε άχρηστο σακί κόκκαλα μπορεί να αναρριχηθεί στην αδειανή θέση (παράβαλε Dodds πιο πάνω, σελ. 152). Αντιμετωπίζοντας την «φρίκη του (επερχόμενου) κενού» μεταθέτουν την ιερότητα από ένα σύστημα αξιών (που καταρρέει) σ’ ένα άλλο διαμέσου της χρήσης ενός οικείου συμβόλου (π.χ ελληνικής σημαίας, ρητορικής του «patrouillotisme»1) ώστε να «καλύψουν το κενό» (παράβαλε Π. Μ. Κιτρομηλίδη, Η Γαλ. Επαν. και η Νοτιοαν. Ευρώπη, σελ. 31). Και η Αριστερά; Γιατί δεν καλύπτει το κενό; Το μεγαλύτερο τμήμα της κοινοβουλευτικής της πτέρυγας, εκφράζει την αφελέστατη εμπιστοσύνη της στην διαπραγματευτική της ικανότητα (sic!) και περιορίζεται σ’ αυτήν αυτάρεσκα και ανόητα. Ένα άλλο, μικρότερο τμήμα της, πιστεύει ανοηταίνοντας πως το πεινασμένο στομάχι θα ηλεκτροδοτήσει, άνευ ετέρου, την επαναστατική σκέψη, λησμονώντας βολικά (αυτοί οι χειροτονημένοι Αριστεροί) ότι εάν η φτώχια και η εξαθλίωση προκαλούσε κοινωνικό μετασχηματισμό, ο παράδεισος θά ’χε εγκαθιδρυθεί στην γη προ πολλού, όπως και το ότι εάν τα ανθρώπινα βάσανα δημιουργούσαν έργα ιδιοφυή, ο κόσμος θά ’τανε γεμάτος αριστουργήματα (Ράσελ Τζάκομπι, Το τέλος της ουτοπίας, εκδόσεις Τροπή, 2001, σελ. 168, βλ. και παρόμοια με την δική μας σκέψη στο άρθρο του Ευτύχη Μπιτσάκη στο ΠΡΙΝ της 6-10-2013).
Ο σοσιαλισμός που ευαγγελίζεται (όταν τολμάει να τον επικαλεσθεί!) ομοιάζει με τον υπάρχοντα καπιταλισμό «σαν δίδυμοι που ο καθένας φορά διαφορετικό καπέλο» (HANNAΗ ARENDT, Σκέψεις για την πολιτική και την Επανάσταση, Έρασμος, 1987, σελ. 23). Λησμονεί πως «ο σοσιαλισμός δεν επινοήθηκε για να αμιλλάται τον καπιταλισμό» (ERNST BLOCH, Ουτοπία και Επανάσταση, Έρασμος, 2007, σελ. 39) πως η ιδέα του μέλλοντος ως βελτιωμένου μοντέλου του παρόντος, ΔΕΝ θέλγει, δεν πυρπολεί συνειδήσεις, δεν δίνει ρεύμα στις καρδιές μας, δεν δίνει μορφή σ’ ό,τι δεν έχει. Εκείνο που συντρίβει τον Έλληνα εργαζόμενο και άνεργο, δεν είναι η κατάρρευση της οικονομίας αυτή καθεαυτή, όσο η κατάρρευση μιας πίστης σ’ ένα μέλλον που θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Η πεποίθηση ότι το μέλλον θα αντιγράψει το παρόν, καταπνίγει ουτοπικές νοσταλγίες, παραλύει την βούληση, σκοτώνει την ελπίδα, εγκαθιδρύει την ΑΠΟΓΝΩΣΗ.
Θα μείνουν έτσι τα πράγματα; Θα αφεθεί η φασιστική Χρυσή Αυγή (και η κουστουμαρισμένη μεγαλύτερη αδελφή της) να επιδιώκει όχι την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, αλλά την καθολική «κοινωνικοποίηση» όλων των πολιτών, ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΑΡΓΑΝΑ ΕΩΣ ΤΑ ΣΑΒΑΝΑ; (ΟΥΒΕ ΤΙΜ, Τί είναι πραγματικά ο φασισμός;, Τροπή, 2003, σελ. 17). Ελπίζουμε πως ΟΧΙ. Πράγματα γίνονται, πράγματα αλλάζουν κάθε μέρα. Χρειάζεται θεωρητική και οργανωτική ανασυγκρότηση, αναλυτική επάρκεια. Χρειάζεται ευδιάκριτη προοπτική, ξεκάθαρο, φωτεινό, ελεύθερο ΟΡΑΜΑ. Πρέπει να τα βρούμε, να τα προτάξουμε. Μπορούμε!
Πέτρος Πέτκας