Ο ΤΡΟΤΣΚΥ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ

ΟΣΒΑΛΝΤΟ ΚΟΤΖΙΟΛΑ

Ο ΤΡΟΤΣΚΥ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ

[Σεμινάριο πάνω στο Φασισμό με μια Συγκριτική Προοπτική –Πανεπιστήμιο Tζαντβαπούρ – Καλκούτα, Iνδία, 2009.

O Osvaldo Coggiola είναι καθηγητής Σύγχρονης Iστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο Bραζιλίας]


Μεταξύ 1930 και 1933, οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία αποτέλεσαν τον άξονα της πολιτικής συζήτησης στην Ευρώπη και στο εσωτερικό της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Tις παραμονές της Ναζιστικής εξέγερσης του Χίτλερ, ο Τρότσκι ασκούσε κριτική στην άρνηση της Κ.Δ. να προτείνει ένα ενιαίο Εργατικό Μέτωπο Σοσιαλιστικών και Κομμουνιστικών κομμάτων κατά του Ναζισμού. Το 1920, ο Ναζισμός ακόμα αναφερόταν ως ο «Γερμανικός Φασισμός» από τα διεθνή αριστερά μέσα. Mέσα στις  κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, η οποία προσέδωσε ένα νέο ρόλο στο κράτος αναφορικά με την σταθερότητα της καπιταλιστικής τάξης, ο Ναζισμός έλαβε μοναδικά και αναμφισβήτητα χαρακτηριστικά, ως ένα κίνημα ακραίας πολιτικής αντίδρασης, ακόμα κι αν, αρχικά, πηγή έμπνευσής του αποτέλεσε το «κορπορατίστικο κράτος» του Μουσολίνι.

Αναμφίβολα υπήρχε μια σύνδεση μεταξύ της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της ανόδου του φασισμού στην Ευρώπη. Αν μεταξύ του 1918 και 1933, η Γερμανία αποτέλεσε τo κρίσιμo σημείο της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή μετατράπηκε στο κέντρο της αντιμπολσεβίκικης αντεπαναστατικής τάσης του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου από το 1933. Ο πολιτικός κόσμος ανασυντάχθηκε σύμφωνα με το Ναζισμό. Το NSDAP (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei – Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα ή απλά το Ναζιστικό Κόμμα) ιδρύθηκε στο Μόναχο τον Ιανουάριο του 1919. Το έβδομό του μέλος, ο Αδόλφος Χίτλερ, ζωγράφος  Αυστριακής καταγωγής, ήταν εμποτισμένος με αντισημιτικό και ρατσιστικό εθνικισμό καθώς και με το μίσος για τον κομμουνισμό. Το NSDAP γρήγορα απέκτησε μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία εντός των εθνικιστικών ομάδων εξαιτίας της επιμονής του στα «κοινωνικά» θέματα και την προσωπικότητα των ηγετών του. Προφανώς ο Χίτλερ αλλά πολύ περισσότερο ο Γκαίμπελς ήταν απόλυτοι γνώστες της προπαγάνδας. Πολύ γρήγορα το κόμμα αυτό έλαβε την στήριξη, του [στρατηγού] Λούντεντορφ, του επιχειρηματικού κόσμου και του στρατού και απέκτησε εθνικό κύρος και αναγνώριση μετά τα γεγονότα του 1923 – την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος στη Βαυαρία.

Η θεωρία του απλή, με άξονα την αντιπαράθεση μεταξύ Γερμανίας και των «εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών» της, ήταν:

1) Ο Γερμανικός λαός είναι Άρειοι, σκληρά εργαζόμενοι και γενναιόδωροι αλλά «προδόθηκαν» κατά τη διάρκεια του πολέμου.

2) Ο Εβραϊκός λαός που ενέπνευσε τις Μαρξιστικές ιδεολογίες καθώς και τις δημοκρατικές και παγκόσμιες σχέσεις κατέστρεψε το Κράτος εκ των έσω.

3) Είναι αναγκαίο να αποκατασταθεί η αιώνια Γερμανία, ο ζωτικός της χώρος (Lebensraum), να αναζωογονηθεί ο λαός της για να γίνει η «ανώτερη φυλή» του κόσμου.

4) Eστίαση σε ζητήματα όπως η «εθνική κοινότητα», «καθαρό αίμα», «καθαρότητα της φυλής», «τάξη», οι αρετές των πολεμιστών, η συντριβή των εχθρών, η εδαφική επέκταση σε βάρος της Μπολσεβίκικης ΕΣΣΔ και της παρηκμασμένης Γαλλίας.

Το NSDAP καθοδηγούνταν από μέτριους πρώην στρατιώτες και αξιωματικούς του Γερμανικού Στρατού που ένιωσαν «προδομένοι» από την εθνική ήττα του 1918 και μικροαστούς που είχαν μείνει έκπληκτοι από την «κοινωνική ισότητα». Αυτοί ήταν οι: Έρνεστ Ρεμ, ο ιδρυτής που είχε δεσμούς με το στρατό και βοήθησε στη δημιουργία της ιδιωτικής πολιτοφυλακής των Ναζί, γνωστών και ως «φαιοχιτώνων», Χέρμαν Γκέρινγκ, ήρωας της αεροπορίας, κτηνώδης και φιλόδοξος ηγέτης των SA (Sturmableitungen, τάγματα εφόδου), Ρούντολφ Ες (Γραμματέας του Χίτλερ), Χάινριχ Χίμλερ, Μάρτιν Μπόρμαν, όλοι αδίστακτοι άνδρες, ο Γερμανός από τη Βαλτική Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, ερασιτέχνης φιλόσοφος, θεωρητικός της αδαούς και ξιπασμένης «φυλής», αντισημίτες δημαγωγοί όπως οι Τζούλιους Στράιχερ και Γκρέγκορ Στράσερ… Ελεγχόμενοι από τον Χίτλερ, αποτελούσαν μια πραγματική συμμορία αρχικά.

Μετά από μια βραχύβια «ευημερία», η κρίση του 1929 στη Γερμανία όξυνε τις επιπτώσεις του υπερπληθωρισμού του 1923. Εντός της μπουρζουαζίας, μόνο οι μεγαλοβιομήχανοι και οι τραπεζίτες επιβίωναν. Οι μικροαστοί καταστράφηκαν από τον εναλλασσόμενο πληθωρισμό και αποπληθωρισμό και μετατράπηκαν σε υποπρολεταριάτο. Ο βιομηχανικός εργάτης υπέφερε από μια τεράστια εξαθλίωση μαζί με μια μαζική ανεργία. Η εύρεση δουλειάς φάνταζε ως μια ατελείωτη και άσκοπη αναζήτηση. Η νεολαία δεν είχε καμιά προοπτική για εργασία ή «ομαλή ζωή». Εκατομμύρια νέοι μετατράπηκαν σε «νομάδες», πολλοί ακολουθούσαν την «εκτός έδρας εργασία». Τα φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης αναπτύχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα (ναρκωτικά, αλκοολισμός, πορνεία…). Η απελπισία και η οργή στρεφόταν εναντίον της κυβέρνησης, την οποία συχνά κατείχαν οι Σοσιαλιστές (SPD). Κάθε ελπίδα, κάθε «εξιλαστήριο» θύμα γινόταν αποδεκτό. Ο Ναζισμός καθώς και ο Ιταλικός φασισμός, σε μια μεγαλύτερη κλίμακα, μπόρεσαν να κινητοποιήσουν την απελπισμένη μικροαστική τάξη (εκμεταλλευόμενοι το φόβο τους για «προλεταριοποίηση»), αυτή την κοινωνική ομάδα που ο ειλικρινής Γκράμσι είχε ονομάσει «πιθηκάνθρωπους»...

Γεννημένο στις παρυφές του στρατού, το NSDAP αρχικά χρηματοδοτούνταν σε μια χαλαρή βάση από αστικά κομμάτια: τον Μπράκχαμ, εκδότη, και τον βιομήχανο πιάνων Μπέχσταϊν. Με την κρίση του 1929, το ταμείο των Ναζί έλαβε την υποστήριξη των «Konzern» (Kirdorf - κάρβουνο, Vorgler and Thyssen - ατσάλι, IG Farben, του τραπεζίτη Σρέντερ κ.α.). Οι δυνατότητες της αγκιτάτσιας και της προπαγάνδας τους, η αυτοπεποίθησή τους και ιδιαίτερα η ικανότητά τους να δωροδοκούν δημόσιους αξιωματούχους (αστυνομία, δικαστές, στρατό) έλαβαν γεωμετρικές διαστάσεις. Οι μεσαίες τάξεις ήταν απελπισμένες και οι Ναζί πρότειναν γιατρικά εναντίον των αντίξοων συνθηκών και της φτώχειας: την ξενοφοβία, τον ρατσισμό, τον ακραίο εθνικισμό, τα οποία συνοδεύονταν από μια αντικαπιταλιστική δημαγωγία που στοχοποιούσε τους Εβραίους (που από τον 19ο αιώνα ήταν γνωστοί ως η «ενσάρκωση του κεφαλαίου». Ήδη, ο Αύγουστος Μπέμπελ, ιδρυτής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αποκαλούσε τον αντισημιτισμό «σοσιαλισμό των ηλιθίων»).  Ο «ιμπεριαλισμός» (το diktat των Βερσαλλιών) και οι bonzos (οι Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες των εργατικών συνδικάτων, που κατηγορούνταν για συνεργασία με τους Εβραίους. [κατά λέξη bonsos σημαίνει ό,τι το εργατοπατέρας στα ελληνικά – σ.τ.E.] επίσης καταγγέλλονταν. Οι Ναζί υποστήριξαν τις «άγριες απεργίες», οι οποίες πραγματοποιούνταν ανεξάρτητα από τα συνδικάτα. Πάνω απ’ όλα όμως, το NSDAP χρησιμοποιούσε τη βία και την τρομοκρατία εναντίον των «εχθρών» του για να αποδείξει στο «λαό» του την αποφασιστικότητά του ως προς την επίτευξη των στόχων του.

Τα ναζιστικά σύμβολα (η σβάστικα, την οποία την είχαν πάρει από τα Γερμανικά φύλα του Μεσαίωνα καθώς και οι τεράστιες στρατιωτικές παρελάσεις) εξέφραζαν τις αρχές τους με ενότητα. Επίσης χρησιμοποιούνταν σε υπερβολικό βαθμό ο «προστατευτικός» εκβιασμός για να γεμίζει το ταμείο του NSDAP. Πάνω απ’ όλα, ο Ναζισμός προσέφερε μια άμεση διέξοδο στην άνεργη νεολαία: απασχόληση στις στρατιωτικές γραμμές, ως ένστολοι αξιωματικοί, στις ένοπλες πολιτοφυλακές των SA (στρατεύματα επίθεσης), έπειτα στα SS (Schutzstafel, τοποθέτηση φρουρών, επίσης ως επίλεκτοι ιδιωτικοί φρουροί για τον Χίτλερ, οι οποίοι αποκαλούνταν «μελανοχίτωνες»). Απασχόληση, μισθοί και η στολή αποκατέστησε στη νεολαία αυτό που πίστευαν ότι αποτελούσε την επιβίωση που η κοινωνία τούς είχε αρνηθεί. Οι υποστηρικτές των Ναζί αυξήθηκαν, από 176.000 στα τέλη του 1928 στις 800.000 στα τέλη του 1931 (και ξεπέρασαν το ένα  εκατομμύριο μέλη το επόμενο έτος). Ωστόσο και ο αριθμός των σοσιαλιστών και κομμουνιστών επίσης αυξήθηκε: στις γενικές εκλογές του 1928, τα δυο αριστερά κόμματα μαζί έλαβαν  12.418.000 ψήφους. Το 1930 13.160.000 (οι Ναζί μόνο 6,4 εκατομμύρια). Τον Ιούλιο του 1932 τα εργατικά κόμματα έλαβαν 13.300.000 ψήφους  - αλλά οι Ναζί είχαν ήδη λάβει  13.779.000. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, το SPD (Σοσιαλδημοκράτες) και το KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) έλαβαν μαζί 13.230.000 ψήφους, το NSDAP, 11.737.000. Όταν οι Ναζιστικές δυνάμεις  άρχισαν να πέφτουν σύμφωνα με το πολιτικό σενάριο, ο Πρόεδρος Χίντεμπουργκ (εκλεγμένος το 1925 με την υποστήριξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος - SPD) κάλεσε (τον Ιανουάριο του 1933) τον Ναζί ηγέτη Χίτλερ να καταλάβει την καγκελαρία του Ράιχ.

Παρόλα αυτά, ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η άρνηση των Αριστερών κομμάτων να σχηματίσουν ένα ενιαίο μέτωπο εναντίον των Ναζί. Το SPD είχε ένα εκατομμύριο μέλη, 5 εκατομμύρια μέλη στα συνδικάτα, εκατοντάδες χιλιάδες οργανωμένα μέλη στο Reichsbanner (Reichsbanner – στρατιωτικά οργανωμένη δύναμη υπό την ηγεσία της δεξιάς πτέρυγας της Σοσιαλδημοκρατίας, ιδρυμένη το 1924. Tο 1932 είχε 3,5 εκατ. μέλη. Στόχος τους ήταν να υπερασπίσουν την κοινοβουλευτική δημοκρατία της Bαϊμάρης από τον δεξιό και αριστερό εξτρεμισμό – σ.τ.E.): τον Σεπτέμβριο του 1930 είχε επίσης κερδίσει 8,5 εκατομμύρια ψήφους (143 βουλευτές) σε σχέση με τα 6,4 εκατομμύρια μέλη (107 βουλευτές) του NSDAP. Το SPD όμως αναζητούσε ένα «μέσο δρόμο» μεταξύ των Ναζί και του «Μπολσεβικισμού»: η πολιτική του ήταν «υπεράσπιση της Δημοκρατίας (της Βαϊμάρης), η εισαγωγή κατασταλτικών νόμων κατά του Ναζισμού και η δράση της αστυνομίας και των δικαστηρίων. Τελικά, υποστήριξε την φιλο-αποπληθωριστική πολιτική του Καγκελάριου Μπρύνινγκ (που προκάλεσε εξαθλίωση), την αναστολή του Ράϊχσταγκ, την διακυβέρνηση μέσω νομοθετικών διαταγμάτων. Καλούσε σε ψήφιση του Στρατηγού Χίντεμπουργκ (που εκχώρησε την εξουσία στο Χίτλερ) για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Οι ψήφοι του SPD έπεσαν στα 7,96 εκατομμύρια τον Ιούλιο του 1932  και στα 7,25 εκατομμύρια το Νοέμβριο του ιδίου χρόνου. Οι υποστηρικτές του «Ενιαίου Εργατικού Μετώπου» μέσα στο SPD είχαν αποκλειστεί: αποτέλεσαν το SAP (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) με δεκάδες χιλιάδες μέλη. Αυτό ήταν το κόμμα που το 1933 (μετά την άνοδο του Χίτλερ) υπέγραψε, μαζί με τους υποστηρικτές του Τρότσκι (τη Διεθνή Κομμουνιστική Λίγκα) και δυο κόμματα της Ολλανδικής αριστεράς, RSP και PSO την «Διακήρυξη των Τεσσάρων» για την ίδρυση τής Τέταρτης Διεθνούς.

Το KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα) επίσης αναπτύχθηκε: 3,27 εκατομμύρια ψήφοι το 1928, 4,59 εκατομμύρια το 1930, 5,37 εκατομμύρια τον Ιούλιο του 1932, 5,98 εκατομμύρια το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου. Όπως και το SPD, το KPD είχε όλες τις ευκαιρίες να διαλύσει το Ναζισμό αλλά η διασπαστική του πολιτική (καταγγελία του SPD ως «σοσιαλφασιστικού») οδήγησε τον ιστορικό Ρ.Τ. Κλαρκ να δηλώσει: «Είναι αδύνατο να διαβάσουμε την κομμουνιστική βιβλιογραφία εκείνης της εποχής και να μην νοιώθουμε μια παγωμάρα μπροστά στην καταστροφή που οδήγησε μια ομάδα έξυπνων ανθρώπων να αρνηθούν να χρησιμοποιήσουν τη νόησή τους ανεξάρτητα». Το KPD επέμενε να αναζητά κοινή θεματολογία με τους Ναζί (εναντίον των Βερσαλλιών, υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας, ενάντια στους ιεροκήρυκες), να χρησιμοποιεί κοινή ορολογία («λαϊκή επανάσταση»). Το KPD διαβεβαίωνε ότι προτού πολεμήσουμε τον «φασισμό», ήταν αναγκαίο να καταπολεμήσουμε τον «σοσιαλφασισμό» (το SPD) και στη συνέχεια να προτείνουμε ένα «ενιαίο μέτωπο από τα κάτω» με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες. Γενικά, η πολιτική του συνοψίστηκε με τα λόγια του ηγέτη της Κομμουνιστικής Διεθνούς Μανουΐλσκι: «Ο Ναζισμός θα είναι το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού πριν από την κοινωνική επανάσταση»…

Ωστόσο, κάποιοι επιμένουν, όπως ο Heinz Brahm, ότι :
«ο Τρότσκι αποστασιοποιήθηκε από τους ηγέτες του KPD, οι οποίοι – ακόμα και κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Χέρμαν Μούλερ (SPD 1928-30) διακήρυσσαν ότι ο φασισμός κυριαρχούσε στη Γερμανία. Ο Τρότσκι αποκάλυψε, όσο κανένας άλλος, τους κίνδυνους του Εθνικο- Σοσιαλισμού. Προέβλεψε ότι το NSDAP τασσόταν υπέρ του Συντάγματος μόνο και μόνο για να έρθει στην εξουσία. Φαίνεται να είχε προειδοποιήσει ότι ο Χίτλερ, που προετοιμάστηκε για πραξικόπημα εντός του πλαισίου του Συντάγματος, δεν έδρασε και πολύ διαφορετικά από τον Τρότσκι όταν το 1917 χρησιμοποίησε την Σοβιετική νομιμότητα προς όφελος της επανάστασης στην Πετρούπολη. Από τον Σεπτέμβριο του 1930 ζητούσε ακούραστα από το SPD και το KPD τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου αλλά μετά από την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, απέρριψε ακόμα και ένα σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ των δυο κομμάτων. Το γεγονός ότι ο Τρότσκι προέβλεψε την καταστροφή της δικτατορίας του Χίτλερ είναι προς τιμή του. Παρόλα αυτά, δεν είναι σωστό να θεωρούμε τον Στάλιν και την Κομιντέρν αποκλειστικά υπεύθυνους για τον θρίαμβο του Χίτλερ».

Τον Απρίλιο του 1931, το KPD κυκλοφόρησε ένα κοινό κάλεσμα με το NSDAP για ψήφο εναντίον του SPD, για την ανατροπή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Πρωσίας, το «κόκκινο δημοψήφισμα» (που οι Ναζί αποκαλούσαν το «μαύρο δημοψήφισμα»). Τον Νοέμβριο του 1932, οι Ναζί σχημάτισαν μια συμμαχία εναντίον των bonzos [εργατοπατέρων] Σοσιαλδημοκρατών με μια απεργία στα μέσα μεταφοράς του Βερολίνου. Πολιτικές κρίσεις αναπτύχθηκαν ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων και με τη σειρά τους έρριξαν την κεντρώα κυβέρνηση του Μπρύνινγκ, το υπουργικό συμβούλιο του Φον Πάπεν το Νοέμβριο του 1932 και στη συνέχεια του Στρατηγού Φον Schleicher, μέχρι που τελικά κλήθηκε ο Χίτλερ να γίνει καγκελάριος, στις 30 Ιανουαρίου του 1933.

Ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία χωρίς καμιά αντίσταση από την εργατική τάξη και με την υποστήριξη της μπουρζουαζίας, με τη μεσολάβηση του πρώην υπουργού οικονομικών της κεντρώας κυβέρνησης Στρέσεμαν, Hjalmar Schacht. Ο τελευταίος κατέληξε σε συμφωνία με το NSDAP με τη διαμεσολάβηση του τραπεζίτη Schroeder.[1] Αυτοί που πλέον κρατούσαν την εξουσία ξεκίνησαν αμέσως την οργάνωση του νέου καθεστώτος αλλά όχι προτού προβοκάρουν το KPD με την πυρκαγιά στο Ράϊχσταγκ (στο γερμανικό κοινοβούλιο, στις 27 Φεβρουαρίου 1933).[2] Με 3.000.000 γερμανικά μάρκα, τα οποία προσέφερε το μεγάλο κεφάλαιο και με ακόμη μεγαλύτερη τρομοκρατία από τα SA, οι Ναζί πήραν περισσότερους ψήφους στις εκλογές του 1933, αυξάνοντας τη δύναμή τους από το 33% στο 44%. Στις 23 Μάρτη, το Ράϊxσταγκ έδωσε στο Χίτλερ την απόλυτη εξουσία, με αρνητική ψήφο των βουλευτών του SPD αλλά με την υποστήριξη του Καθολικού Kέντρου (Zentrum). Στις 2 Μάη, τα συνδικάτα διαλύθηκαν και τα περιουσιακά τους στοιχεία κατασχέθηκαν. Στις 14 Ιούλη (στην επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης) τα πολιτικά κόμματα διαλύθηκαν και το NSDAP ανακηρύχτηκε το «μόνο κόμμα».[3]

Yποσημειώσεις

[1] Hjalmar Schacht, 76 Jahre meines Lebens. Kindler und Schiermeyer Verlag, Bad Wörishofen, 1η  έκδοση, 1953.

[2] Marcel Willard, O Incêndio do Reichstag, Rio de Janeiro, Laemmert, 1968.

[3] Claude Klein, De los Espartaquistas al Nazismo, La Republica de Weimar, Barcelona, Pen£nsula, 1970


συνεχίζεται

Νέα Προοπτική τεύχος #526# Σάββατο 12 Μάη 2012