H Ψυχιατρική ως Επιστήμη Χειραφέτησης και όχι εργαλείο της Bιοεξουσίας

ΛEPOΣ : H ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής

H Ψυχιατρική ως Επιστήμη Χειραφέτησης και όχι εργαλείο της Bιοεξουσίας

Θόδωρος Mεγαλοοικονόμου, ΛEPOΣ - Mια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής, εκδόσεις Άγρα, Aθήνα, 2017.

 

Για τη Λέρο ο λόγος στο ωραίο βιβλίο του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου «Λέρος - Μια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασσικής Ψυχιατρικής», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Άγρα".

Για τη Λέρο ως τόπο εγκλεισμού και αποκλεισμού και έτσι ηθικής εξόντωσης των ψυχικά ασθενών. Για τη Λέρο ως τρόπο, ως διαδικασία μετασχηματισμού της ιδρυματικής νοοτροπίας και πρακτικής. Για τη Λέρο ως εμπειρία αποϊδρυματοποίησης ενός θεσμού ακραίας βίας που με τη λειτουργία του δημιούργησε υπάρξεις χωρίς όρους ύπαρξης, χωρίς δικαιώματα, τις κλασικές φιγούρες του Ψυχιατρείου, γκρίζες, ομοιόμορφες, σκυφτές πίσω από τα συρματοπλέγματα να περπατούν πάνω - κάτω άσκοπα, με σκοτωμένη κάθε προσδοκία και ελπίδα, με το φόβο χαραγμένο πάνω τους σιωπηλοί ή μονολογώντας ατελείωτα, όπως βλέπουμε στην καταπληκτική φωτογραφία του εξωφύλλου.

Η Λέρος είναι το δημιούργημα της κλασικής Ψυχιατρικής, η οποία πρέπει να λογοδοτήσει για το έγκλημά της.

Το ψυχιατρείο της Λέρου άρχισε να λειτουργεί ως "αποικία ψυχοπαθών Λέρου" με 650 κλίνες, το 1958, στους χώρους των "Βασιλικών Τεχνικών Σχολών" που ιδρύθηκαν το 1947, μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, στα κτίρια των ιταλικών στρατώνων. Οι "Βασιλικές Τεχνικές Σχολές" είχαν ως αποστολή την ιδεολογική αναμόρφωση νεαρών ανταρτών και ανταρτοπαίδων. Όταν αυτές έκλεισαν ιδρύθηκε η "Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου", το 1958, και το Ίδρυμα Απροσάρμοστων Παίδων (ΠΙΚΠΑ), το 1961. Από τον Σεπτέμβρη 1967 έως το 1971 σε ένα τμήμα των παλιών ιταλικών στρατώνων στο Λακκί και στο Παρθένι ιδρύθηκε στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων από τη δικτατορία των συνταγματαρχών.

Συνυπήρχαν λοιπόν για κάποιο διάστημα (1967-1971) στον ίδιο τόπο εξόριστοι, οι πολιτικοί κρατούμενοι, με τους έγκλειστους του ψυχιατρείου, χωρίς καμιά επαφή ανάμεσά τους, χωρίς γραπτές αναφορές στα κείμενα των πολιτικών εξόριστων, εκτός από μία, για τις γκρίζες ανθρώπινες φιγούρες που υπήρχαν δίπλα τους. Θαρρείς και τους τρόμαζε η θέα τους και η μοίρα τους, που θα μπορούσε να είναι και δική τους. Άλλωστε, πόσοι από τους συντρόφους τους τρελάθηκαν απ’ τα βασανιστήρια και τις κακουχίες!

Η αποικία ψυχοπαθών Λέρου έγινε ο τόπος όπου στέλνονταν οι "αζήτητοι" ψυχασθενείς, οι χωρίς επισκεπτήριο, απ’ όλα τα ψυχιατρεία της χώρας, απ’ το Δαφνί, κυρίως, το Ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης, το Δρομοκαΐτειο και άλλα μικρότερα, με στόχο την αποσυμφόρησή τους. Έτσι, το 1965 είχε ήδη 2.650 ασθενείς, ως Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Λέρου και το 1971 ως Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου, 2.750 ασθενείς με βασικές διαγνώσεις σχιζοφρενική ψύχωση και νοητική υστέρηση. Είχαν φτάσει με αρματαγωγά, που τους ξεφόρτωναν στο νησί με μια πινακίδα κρεμασμένη στο λαιμό τους που έγραφε το όνομά τους και τον αύξοντα αριθμό στην κατάσταση αποστολής. Συχνά το ταξίδι ήταν δύσκολο, η κακοκαιρία τρομερή και οι μικρές πινακίδες χάνονταν, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να φτάνουν στο νησί χωρίς καν το όνομά τους.

Αλλά αν η Λέρος ήταν ο τελικός προορισμός του υπερπληθυσμού όλων των ψυχιατρείων της χώρας, αυτός ο υπερπληθυσμός δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια, όταν στα ψυχιατρεία οδηγούνταν από τις Αρχές προς εγκλεισμό όλοι οι κοινωνικά ανεπιθύμητοι, οι απροσάρμοστοι, όσοι θεωρούνταν επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη, "για τον εαυτό τους και τους άλλους", όπως όριζαν τα κατασταλτικά νομοθετικά πλαίσια. Ας μην ξεχνάμε τον "μεγάλο Εγκλεισμό" στο Δαφνί στις δεκαετίες '20 και '30, την περίοδο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και όλο το μεσοπόλεμο -συμπεριλαμβάνοντας τη δικτατορία του Μεταξά- όταν οδηγούνταν μαζικά εκεί όλοι οι ψυχικά πάσχοντες, οι αποκλίνοντες απ’ τις κοινωνικές νόρμες, "οι αλήται και οι φρενοβλαβείς", που κατά την Αστυνομία απειλούσαν τη Δημόσια Τάξη.

Η Λέρος, λοιπόν, με την ιστορία της ως τόπος εξορίας ανεπιθύμητων πληθυσμών, έγινε τόπος υποδοχής και του υπερπληθυσμού των κοινωνικά αποκλεισμένων που γέμιζαν τα Ψυχιατρεία, των χαρακτηρισμένων από τους ψυχίατρους ως φορέων τριών στιγμάτων, της επικινδυνότητας, της χρονιότητας και του ανίατου.

Όλοι αυτοί οι χρόνιοι, ανίατοι και κατά τεκμήριο επικίνδυνοι πληθυσμοί ήταν κοινωνικά μη παραγωγικοί και άρα δεν ήταν σε τίποτα χρήσιμοι. Η θέση τους ήταν μόνο στο ψυχιατρικό άσυλο. Η ζωή τους επομένως δεν είχε καμία αξία, ήταν "ζωές ανάξιες να ζουν", όπως θα έλεγαν οι ναζί, αποτελούσαν υλικό προορισμένο μόνο για βιολογική επιβίωση. "Περιμένουμε να τους πάρει ο καλός θεούλης", όπως έλεγε δημόσια υπουργός υγείας της κυβέρνησης ΠAΣOK, κατά τη δεκαετία του '80.

Ο πολιτικός ρόλος της Ψυχιατρικής, στην υπηρεσία της βιοεξουσίας, ασκείται μέσα από τη βιολογικοποίηση της ψυχικής ασθένειας και την απόταξη των πασχόντων. Η τροχιά της απόταξης ήταν μεγάλη, με τελική κατάληξη την εξόντωση των ανεπιθύμητων, των αζήτητων, των μη-κανονικών, κατά τον Φουκώ, των "πλεοναζόντων" ασθενών των Ψυχιατρείων. Όμως όσο η κοινωνία και οι θεσμοί της θα λειτουργούν διαμέσου του αποκλεισμού των διαφορετικών,  των αποκλινόντων τόσο θα υπάρχει και θα αυξάνεται ο υπερπληθυσμός των ψυχιατρείων, τόσο η Λέρος με ό,τι συμβολίζει θα έρχεται να κατοικήσει μέσα σε κάθε ψυχιατρείο. Αρκεί να δούμε σήμερα, μετά από 30 χρόνια ψυχιατρικής μεταρρύθμισης την διαρκή αύξηση των εισαγωγών στα ψυχιατρεία. Ειδικά δε στο Δαφνί, το 60% των εισαγωγών είναι αναγκαστικές, γίνονται με εισαγγελική εντολή!

Στο ψυχιατρείο της Λέρου λοιπόν με τον τεράστιο αριθμό ασθενών, οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι ήταν ελάχιστοι, "καταδικασμένοι σε θάνατο από ανία", όπως έλεγε ο Guattari, στο ημερολόγιο της Λέρου το 1989, οι νοσηλευτές ήταν ανεκπαίδευτοι, "φύλακες" ασθενών, οι συνθήκες ήταν άθλιες, αλλά ιδανικές για την παραγωγή χρονιότητας, δηλαδή παλινδρομημένων, ανήσυχων, δύσκολων ασθενών με συμπεριφορά που έπρεπε να κατασταλεί με τη βία, με πολλά ψυχοφάρμακα αλλά και με τη φυσική βία (καθήλωση, ξύλο, τρομοκρατία). Έτσι δημιουργήθηκε το φαινόμενο "Λέρος" με τις εκμηδενισμένες ανθρώπινες υπάρξεις, που γέμιζαν το περίπτερο 9 και το περίπτερο 16, των "γυμνών".

Εδώ συναντιόταν ο στρατοπεδικός χαρακτήρας του Ιδρύματος με την άκρως αναχρονιστική Ψυχιατρική των ενέσεων, των καθηλώσεων, της καταστολής, της τρομοκρατίας. Το αποτέλεσμα το περιγράφει στο ημερολόγιό της του 1979 η Έφη Σκλήρη (όπως δημοσιεύεται στα ΤΨ Νο 1 (128) του 2015). "Είναι η τραπεζαρία του 9, του περιπτέρου με τους γυμνούς και τους χεζάδες. Πενήντα τρελοί και μόλις δέκα μιλούν και καταλαβαίνουν κάπως. Ένα μεγάλο κουτί από τσιμέντο, κάτω πριονίδι, τρεις πάγκοι για πενήντα άτομα, οι λοιποί τρώνε καθισμένοι κάτω. Λοιπόν, έχουμε και λέμε, σκοτεινό, μπετονένιο σιλό με πριονίδι κάτω, καμμιά εβδομηνταριά άνθρωποι γυμνοί και βρώμικοι, οι μισοί στους πάγκους, οι άλλοι μισοί καθισμένοι ανακούρκουδα γύρω γύρω στους τοίχους, τρώνε με τα χέρια λιωμένο παστίτσιο και ντοματοσαλάτες μέσα σε τσίγκινα πιάτα... Στο θάλαμο της απομόνωσης οι δεμένοι -δεμένοι για όλη τους τη ζωή- τρώνε δεμένοι, βέβαια, πάνω στα κρεββάτια τους, πασαλειμένοι με σκατά..."

Σοκαριστική η περιγραφή απεικονίζει μια πραγματικότητα, συμπυκνωμένη στη Λέρο, κοινή όμως σε όλα τα Ψυχιατρεία. Το έγραφε στο δικό του ημερολόγιο, το  1989, δέκα χρόνια μετά την Έφη Σκλήρη, ο Felix Guattari, όταν επισκέφθηκε το Δαφνί. «Το περίπτερο 11, η απόλυτη φρίκη. Στοιβαγμένοι 95 "άνδρες" - αν η λέξη σημαίνει κάτι, όσον αφορά αυτούς τους ανθρώπους -  στριφογυρίζουν πέρα - δώθε, ουρλιάζουν, κάποιοι ολότελα γυμνοί, άλλοι δεμένοι! Κάποτε, πριν δέκα ή είκοσι χρόνια έτσι ήταν όλο το νοσοκομείο... Αυτό που ο Τύπος μας προειδοποιούσε για τη Λέρο το συναντήσαμε τελικά στο Δαφνί» (Φελίξ Γκουαταρί: "Από τη Λέρο στη Λα Μπόρντ, εκδ. Κουκίδα, 2015).

Το 1981 απαγορεύτηκαν οι διακομιδές ασθενών από άλλα Ψυχιατρεία στη Λέρο. Ο Ψυχιατρικός κόσμος της χώρας, που είχε συντελέσει στο έγκλημα "Λέρος" σήκωνε αδιάφορα τους ώμους, επικυρώνοντας, βέβαια, με αυτή τη στάση, τη συνενοχή του. Υπήρξαν μόνο μικρές εστίες αντίστασης, όπως ήταν η "ομάδα γιατρών που εργάστηκαν στη Λέρο" (ανάμεσά τους η αξέχαστη Έφη Σκλήρη και ο αξέχαστος επίσης Γιάννης Τριανταφύλλου), όπως επίσης και μικρές ομάδες γιατρών και άλλων εργαζομένων στα ψυχιατρεία στις δεκαετίες του ΄70 και του '80, η επιτροπή της ΕΙΝΑΠ για τη αποασυλοποίηση κ.ά. Με πρωτοβουλία βασικά της "ομάδας γιατρών της Λέρου" και με δικές τους προσωπικές προσπάθειες, η κατάσταση του Ψυχιατρείου Λέρου είδε το φως της δημοσιότητας και στις 10/9/1989 έγινε πρωτοσέλιδο στον Observer αλλά και στο Spiegel, ενώ το καλοκαίρι του 1989 είχε προβληθεί ένα φιλμ για τη Λέρο στο Chanel 4 του BBC.

Έτσι η Λέρος έγινε το "διεθνές σκάνδαλο", η Ελλάδα ρεζιλεύτηκε και η ΕΟΚ άρχισε να χρηματοδοτεί προγράμματα αποασυλοποίησης. Κίνημα πολιτικό και κοινωνικό για την Ψυχική Υγεία ενάντια σ’ αυτή τη βαρβαρότητα δεν υπήρξε ποτέ.

Ακούγονταν μόνο φωνές που απαιτούσαν να κλείσει το ίδρυμα της ντροπής, ενώ από τη μεριά τους οι φορείς και οι κάτοικοι του νησιού που είχαν σαν κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή τους το Ψυχιατρείο (ως εργαζόμενοι, ως προμηθευτές κ.λπ.) αντιδρούσαν έντονα σ’ αυτό το ενδεχόμενο. Μέσα στο ίδιο το Ψυχιατρείο κάτι άρχισε να αλλάζει. Το 1989 ξεκίνησε μια παρέμβαση αποϊδρυματισμού από τον ψυχίατρο Γιάννη Λουκά σε συνεργασία με την Μονάδα Κοινωνικής Επανένταξης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (με υπεύθυνο τον Κ. Μπαϊρακτάρη) και φοιτητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το 1990 εγκρίθηκε και άρχισε να υλοποιείται ένα μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα, το Λέρος Ι που προέβλεπε τη μεταφορά ασθενών σε οικοτροφεία σε διάφορα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας (μεταφέρθηκαν συνολικά 120 ασθενείς) και το Λέρος ΙΙ που προέβλεπε τον μετασχηματισμό του ίδιου του Ψυχιατρείου, τον αποϊδρυματισμό ως διαρκή διαδικασία.

Αυτή την εμπειρία, που βίωσε ως επιστημονικά υπεύθυνος του προγράμματος Λέρος ΙΙ από το 1991 μέχρι το 1995, περιγράφει διεξοδικά στο βιβλίο του ο Θ. Μεγαλοοικονόμου.

Στην ομάδα, που έκανε πράξη την αποασυλοποίηση, συμμετείχαν και Ιταλοί, Ολλανδοί και άλλων εθνικοτήτων επαγγελματίες ψυχικής υγείας αλλά και αλληλέγγυοι και φοιτητές. Το σχέδιο προέβλεπε το μετασχηματισμό όλου του Ψυχιατρείου. Δεν ολοκληρώθηκε όμως ποτέ, αφού διακόπηκε η χρηματοδότηση το 1995, μόλις έκλεισαν τα περίπτερα των γυμνών και κόπασε ο διεθνής θόρυβος. Στα πλαίσια αυτού του εγχειρήματος δημιουργήθηκαν πολλοί ξενώνες μέσα στο χώρο του Ψυχιατρείου αλλά και μέσα στην κοινότητα της Λέρου, διαμορφώθηκε συνεταιριστική επιχείρηση, εκπαιδεύτηκε το νοσηλευτικό προσωπικό, που απέκτησε θεραπευτικό ρόλο, έγινε συλλογική προσπάθεια για την αλλαγή της ιδρυματικής κουλτούρας των κατοίκων του νησιού.

Τι ακριβώς, λοιπόν, έγινε στη Λέρο;

Στη Λέρο, λέει ο Θ.Μ. κερδήθηκε το στοίχημα της αποϊδρυματοποίησης που θεωρούνταν από την ακαδημαϊκή  ψυχιατρική κοινότητα χαμένο. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι ο μύθος του ανίατου της ψυχικής αρρώστιας ήταν κατασκευασμένος. Αποδείχθηκε ότι η χρονιότητα κατασκευάζεται ως διαδικασία που είναι συνυφασμένη με τους ιδρυματικούς θεσμούς και όρους και όχι με τη φύση της ψυχικής αρρώστιας. Ο Θ.Μ. μιλά μάλιστα για τη χρονιοποίηση, ως συνώνυμο της ιδρυματοποίησης. Στη Λέρο, λοιπόν, αμφισβητήθηκε στην πράξη ο ολοπαγής, ο ολοκληρωτικός ιδρυματικός θεσμός και τα όριά του. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι η Ψυχιατρική μπορεί από πρακτική διαχείρισης της επικινδυνότητας και διατήρησης της δημόσιας τάξης να μετατραπεί σε θεραπευτική πρακτική. Αποδείχτηκε ότι το εγχείρημα της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης έχει πρωτίστως πολιτικό χαρακτήρα και μόνο σαν τέτοιο μπορεί να πετύχει τους στόχους του. Όπως έλεγε ο Basaglia, η αποασυλοποίηση απαιτεί από τον λειτουργό να εφαρμόσει μια πρακτική που προσφέρεται να δοκιμαστεί και σε πολιτικό επίπεδο και όχι μόνο υγιειονομικό και πολύ περισσότερο όχι μόνο ψυχιατρικό.

Ο συγγραφέας του βιβλίου κάνει βαθειά και σοβαρή κριτική στην κλασική Ψυχιατρική και τους θεσμούς της, με πολλά στοιχεία αντι-ψυχιατρικής. Προσεγγίζει την ψυχική αρρώστια από φαινομενολογική σκοπιά και από τη σκοπιά των κοινωνικών αντιφάσεων, ως γενεσιουργού της παράγοντα, αναζητώντας μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι τη λύση τους.

Στη διαδικασία μετασχηματισμού του ψυχιατρείου, στην οποία ο Θ.Μ. έπαιξε ενεργό ρόλο, ο ασθενής αντιμετωπίστηκε ως πρόσωπο με την ιστορία του και τα δικαιώματά του και ως υποκείμενο της θεραπείας και των αλλαγών που τον αφορούσαν και όχι ως αντικείμενο διαφόρων θεραπευτικών τεχνικών.

Του δόθηκαν δυνατότητες, ευκαιρίες και στήριξη για να εκφράσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του και να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, ως ισότιμος πολίτης. Οικοδομήθηκε η θεραπευτική σχέση ως μια σχέση αγάπης, εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο να πέσουν οι τοίχοι, εσωτερικοί και εξωτερικοί και ο ασθενής να βγει ακολουθώντας το δικό του ρυθμό από τη βαθειά σιωπή και την απομόνωση δεκαετιών, να επικοινωνήσει και να βρει τη θέση και το ρόλο του μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα από την οποία είχε βίαια αποκοπεί.

Λέει χαρακτηριστικά ο Θ.Μ.: "ήταν εκπληκτικό να διαπιστώνουμε την προσωπική δύναμη και αντίσταση και τα ανθρώπινα αποθέματα που κράτησε ο καθένας από τους εγκλείστους βαθειά μέσα του, παρ’ όλη την ιδρυματική βία που υπέστη και τα οποία έγινε δυνατό να εκφραστούν όταν τους δόθηκε η ευκαιρία και η ελευθερία" (σ. 159).

Το ερώτημα που θέτει ο Θ.Μ. είναι: πως και σε ποιο βαθμό περιορίζεται και καταργείται η ελευθερία του πάσχοντος υποκειμένου να πραγματώσει τις δυνατότητες που έχει κρυμμένες μέσα του. Και τελικά, αυτή η κατάσταση μπορεί να ανατραπεί;

Η ψυχική αρρώστια μπορεί να περιορίζει αλλά δεν σβήνει τα υπαρξιακά δεδομένα, ούτε το νόημα που έχει για τον καθένα η ανθρώπινη συμπεριφορά. Ακόμα και η σιωπή έχει το δικό της νόημα, τονίζει.

Με μια φαινομενολογική προσέγγιση της ψυχικής αρρώστιας ο Θ.Μ. δίνει απαντήσεις στα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα, μέσα από τη θεωρητική επεξεργασία της συγκεκριμένης εμπειρίας μετασχηματισμού λειτουργιών, δυναμικών, διαδικασιών και καταστάσεων.

«Στη σχιζοφρένεια, λέει, ο κύκλος της ύπαρξης έχει στενέψει αλλά η συμπεριφορά δεν είναι ανόητη. Ίσως είναι ο τρόπος που βρίσκει ο ασθενής για να επιβιώσει, η αντίστασή του στην καταπίεση των θεσμών, στην ακραία ερήμωση που προκαλεί το ψυχιατρικό ίδρυμα, ο "θεσμός της βίας". Η ιδρυματική "μάσκα", το παγωμένο, ανέκφραστο πρόσωπο δεν είναι παρά ο φράκτης σ’ ένα ηφαίστειο πόνου, απόγνωσης, νοσταλγίας, του κτισίματος εγώ/τείχους αμυντικού απέναντι στον εαυτό και στον κόσμο, την εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα (οικογενειακή και κοινωνική) που δυσλειτουργούν. Κατά καιρούς σπάζει ο φράκτης και εκδηλώνεται το ψυχωτικό επεισόδιο που φέρνει στην επιφάνεια το κρυμμένο ηφαίστειο και τον πόθο για επικοινωνία».

Μέσα από μια τέτοια προσέγγιση οργανώθηκε σε πολλά επίπεδα η συλλογική παρέμβαση που έκανε δυνατή την αλληλεπίδραση του πάσχοντος Υποκειμένου με το πλαίσιο που μετασχηματιζόταν, αποκτώντας θεραπευτικό χαρακτήρα. Μια παρέμβαση που έκανε δυνατή τη σύναψη δεσμών των θεραπευτών με τους εγκλείστους.

Μέσα από την αλληλεπίδραση και τη θεραπευτική σχέση, ο έγκλειστος, ο χρόνιος τρόφιμος, ο ανίατος μπόρεσε να διαψεύσει τα θέσφατα, τη διάγνωση και την πρόγνωση της κλασικής ψυχιατρικής. Μπόρεσε να ιαθεί, δηλαδή να ξαναγυρίσει μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, να επανακοινωνικοποιηθεί, να οργανώσει σε καινούργιες βάσεις τη ζωή του και να αντλεί ικανοποίηση από τον καινούργιο τρόπο ζωής του και το νόημα που αυτός δίνει με τα σημερινά δεδομένα, χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Η εμπειρία της Λέρου αποδεικνύει πως το φαινομενικά αδύνατο, μπορεί να γίνει δυνατό. Ο χρόνιος τρόφιμος του Ψυχιατρείου μπορεί να κοινωνικοποιηθεί και να ζήσει στην κοινωνία, ελεύθερος από τα δεσμά του ψυχιατρικού ασύλου.

Όμως για να γίνει το Αδύνατο Δυνατό χρειάστηκε οι συντελεστές του εγχειρήματος να οραματίζονται μια ελεύθερη από ταξικά δεσμά κοινωνία και να πιστεύουν ότι μπορούν να πραγματώσουν με τον αγώνα τους την "ουτοπία" της χειραφέτησης των τρελών κι όλων των αποκλεισμένων και καταπιεσμένων, όλων των απόκληρων της κοινωνίας.

Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Θ.Μ. "Καμία απελευθερωτική πράξη στην καθημερινή μας ζωή, μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό Είναι, μέσα στο ιστορικό παρόν, δεν μπορεί να γίνει χωρίς αυτή η πράξη να περιέχει ένα μικρό κομματάκι από την "ουτοπία", πολύ περισσότερο η πράξη της κοινωνικής αναπαραγωγής του ψυχικά πάσχοντος" (σελ. 237).

Δεν ήταν λοιπόν ένα τεχνοκρατικό εγχείρημα ο μετασχηματισμός της Λέρου. Υπήρξε σχέδιο, συλλογική προσπάθεια και όραμα. Το θαρραλέο αυτό εγχείρημα τροφοδοτούνταν διαρκώς από την αγάπη για τον πάσχοντα συνάνθρωπο και τη δύναμη της συλλογικής δράσης και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Όμως βρήκε και αυτό τα όρια του στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της δεκαετίας του '90 που δεν ανεχόταν υπερβάσεις και ανατροπές, τις οποίες η βιοεξουσία δεν μπορούσε να χειραγωγήσει, μετατρέποντάς τες σε διαχειριστικά εργαλεία, όπως έγινε με πολλούς υπέρμαχους της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης, που μετατράπηκαν σιγά-σιγά σε απολογητές του συστήματος, που κάποτε οι ίδιοι καταδίκαζαν.

Το βιβλίο στο σύνολό του παρουσιάζει μια θεωρία και μια κλινική πράξη, που διαμορφώνουν τους αναγκαίους όρους για να μη γίνει η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση ένα όχημα ιδιωτικοποίησης της Ψυχικής Υγείας, όπως έγινε στην πράξη με την ανάληψη της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, δημιουργίας εξωνοσοκομειακών δομών αποασυλοποίησης (βασικά ξενώνες, οικοτροφεία και διαμερίσματα) από ΜΚΟ!

Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο αισιόδοξο, ως προς τις δυνατότητες υπερβάσεων και ανατροπών και απολύτως κριτικό απέναντι στην κλασική ψυχιατρική. Αποτελεί μια θαρραλέα καταγγελία του ρατσισμού απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες και όλους τους αποκλεισμένους, που καλλιεργεί συστηματικά η βιοεξουσία, ενσταλάζοντας σταθερά στο κοινωνικό σύνολο το φόβο και τη φρίκη για αυτά τα "φύσει επικίνδυνα" άτομα και την αποστροφή του, ως κοινωνική στάση, που παίρνει τη θέση της συμπόνιας.

Είναι επίσης ένα βιβλίο που λέει την αλήθεια, τη βιωμένη από τον συγγραφέα και την ομάδα του αλήθεια, για όσα επιχειρήθηκαν στη Λέρο, για όσα έγιναν αλλά και για όσα δεν έγιναν, για την κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα στην Λέρο, με την εγκατάλειψη του εγχειρήματος και την παραγωγή νεο-χρονιότητας, όσο πληθαίνουν τα προβλήματα που δημιουργούν οι ελλείψεις, οι στερήσεις και οι ματαιώσεις, στα πλαίσια της κατάρρευσης του ΕΣΥ και του συστήματος ψυχικής υγείας γενικά.

Η Λέρος δεν έγινε "διεθνές κέντρο αποκατάστασης", όπως ζητούσε ο F. Rotelli, συνεργάτης του Basaglia, ούτε "διεθνές παράδειγμα αποασυλοποίησης".

Το βιβλίο, όμως, γράφτηκε, για να δείχνει το δρόμο σε όσους βρίσκουν το θάρρος να αντισταθούν, αφού παίρνει ξεκάθαρα τη θέση όσων δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, των κατατρεγμένων και των διωγμένων από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, μέσα στην κρίση και την παρακμή του.

Η Ψυχιατρική, μπορεί, μέσα σε ορισμένους όρους, να είναι μια Επιστήμη Χειραφέτησης και όχι καταστολής.

Όμως η παραγωγή, από όλους τους πόρους του συστήματος, νέων κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων αυξάνεται με τερατώδεις ρυθμούς, όσο βαθαίνει η κρίση της παγκοσμιοποίησης. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους απόκληρους οι πρόσφυγες από τις εμπόλεμες χώρες της Μέσης Ανατολής κατακλύζουν κατά κύματα τα ελληνικά νησιά και τη Λέρο. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι διαλύουν ολόκληρες χώρες, ξεκληρίζουν πληθυσμούς και αυξάνουν τις προσφυγικές ροές, δημιουργώντας δεκάδες χιλιάδες αποκλεισμένους εντός της ελληνικής επικράτειας, αφού πια εδώ και ένα χρόνο έκλεισε ο δρόμος προς την Ευρώπη.

Έτσι ξαναστήνονται εγκαταστάσεις εγκλεισμού στη Λέρο, hot spots και κέντρα κράτησης, ενώ το πρώην ΠΙΚΠΑ, που στέγαζε παλιά τα καθυστερημένα και τα αυτιστικά παιδιά, καλείται και πάλι να στεγάσει έναν "ευπαθή πληθυσμό", πρόσφυγες αυτή τη φορά, γυναίκες και παιδιά.

Έτσι, η Ιστορία της Λέρου φαίνεται να επαναλαμβάνεται, μέσα σε νέους όρους, θέτοντάς μας μπροστά σε κρίσιμα ερωτήματα:

Στη σημερινή πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από την αύξηση της διάδοσης των ψυχικών διαταραχών κάθε τύπου λόγω της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, την ολοκληρωτική αποτυχία του εγχειρήματος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και την αυξανόμενη βιολογικοποίηση της Ψυχιατρικής, τι πρέπει να κάνουμε, σε επίπεδο κινήματος, για να αποτρέψουμε την επελαύνουσα νέα βαρβαρότητα απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες και όλους τους κοινωνικά αποκλεισμένους;

Πως μπορούν να αποφευχθούν νέα εγκλήματα τύπου Λέρου;

Και τέλος, η Ψυχιατρική, ως θεωρία και ως πράξη, σήμερα, μέσα σε συνθήκες μνημονιακής ασφυξίας και ματαίωσης, σε επίπεδο κοινωνίας, όλων των προσδοκιών κοινωνικής αλλαγής που είχαν καλλιεργηθεί την προηγούμενο περίοδο μπορεί να παίξει τον χειραφετητικό της ρόλο;

Kατερίνα Mάτσα