ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: H ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

(Ένα γράμμα προς τους Εκδότες στη Θέση του Υποσχόμενου Άρθρου)

[Εισαγωγικό σημείωμα από τη Nέα Προοπτική φ. 447: «Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Τρότσκι τον Απρίλιο του 1923 και ασχολείται με τη σχέση της επανάστασης και της οικονομικής κρίσης, μεταξύ άλλων σε σχέση με τις καμπύλες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πρόκειται για ένα κείμενο που μπορεί να συνεισφέρει πολλά στη σημερινή συζήτηση για την οικονομική κρίση. Μαζί με το κείμενο του Τρότσκι παρουσιάζουμε και το εισαγωγικό σημείωμα του περιοδικού «Τετάρτη Διεθνής», από όπου πήραμε το κείμενο. Το κείμενο του Τρότσκι δημοσιεύτηκε στο περιοδικό τον Μάιο του 1941».

Στην παρούσα δημοσίευση η παλαιά μετάφραση ξαναδουλεύτηκε και άλλαξε σημαντικά.]

Εισαγωγικό Σημείωμα των Εκδοτών του περιοδικού «Τετάρτη Διεθνής» (τομ. 2, Nο. 4, Mάης 1941)

Στη Μαρξιστική φιλολογία αυτό το γράμμα είναι το πιο  συγκρίσιμο με τα περίφημα γράμματα του Ένγκελς για τον ιστορικό υλισμό. Εδώ ο Τρότσκι παίρνει τις ιδέες που ανέπτυξαν οι ιδρυτές του Μαρξισμού, τις εφαρμόζει σε μερικά βασικά προβλήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και έτσι ανοίγει νέα μονοπάτια και προοπτικές για την επέκταση και χρήση της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου.

Το ίδιο το κείμενο προήλθε από την ενασχόληση του Τρότσκι με τα ειδικά πολιτικο-οικονομικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν στο επαναστατικό προλεταριακό κίνημα μετά το 1921. Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί την αρχή μιας περιόδου σχετικής σταθερότητας εντός της ΕΣΣΔ (ΝΕΠ) και στις σχέσεις μεταξύ του νεαρού εργατικού κράτους και του καπιταλιστικού περιβάλλοντος, μετά τις μεταπολεμικές επαναστατικές αναταραχές. Ταυτόχρονα, με τη δημιουργία της ασταθούς ισορροπίας μεταξύ της ΕΣΣΔ και του καπιταλιστικού κόσμου, αυτός ο ίδιος κόσμος κλονίστηκε από μια σοβαρή οικονομική κρίση. Η συγκυρία αυτών των δυο αντιφατικών γεγονότων απαιτούσε μια επανεκτίμηση των δυνατοτήτων καπιταλιστικής σταθεροποίησης σε σύνδεση με τις προοπτικές της προλεταριακής επανάστασης.

Ο Τρότσκι παρουσίασε την απάντησή του σ’ αυτά τα προβλήματα σε μια ομιλία που πραγματοποίησε στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και τα Καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σ’ αυτή την ομιλία, ο Τρότσκι επιτέθηκε στην ρεφορμιστική αντίληψη ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε αυτόματα να αποκατασταθεί σε νέα θεμέλια. «Η πίστη στον αυτοματισμό της ανάπτυξης», έγραφε, «είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του οπορτουνισμού». Επίσης κατέκρινε την μηχανική αντίληψη που προωθούσε η υπεραριστερή πτέρυγα του Μπολσεβικισμού ότι ο καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει την πτωτική του τάση χωρίς διακοπές ή αντιστροφές ως την ολοκληρωτική του κατάρρευση. Εναντίον αυτών των μονόπλευρων εκτιμήσεων, ο Τρότσκι παρουσίασε την διαλεκτική αντίληψη ότι ο ιστορικός ξεπεσμός του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται από απότομες παλμικές κινήσεις που συγκρούονται σε κρίσιμες στιγμές με το κύριο καθοδικό κύμα ανάπτυξης.

Στις συζητήσεις της Κομιντέρν, μια ομάδα υποστήριζε ότι η περαιτέρω εξαθλίωση των μαζών θα γεννούσε νέες επαναστατικές κρίσεις. Μια άλλη, ότι μια νέα άνθηση οικονομικής ευημερίας ήταν αναγκαία για την αναζωογόνηση του προλεταριάτου. Ο Τρότσκι υποστήριζε ότι και οι δυο διατυπώσεις ήταν μονόπλευρες και δεν λάμβαναν υπόψη το κύριο ελατήριο της επανάστασης. «Ούτε η εξαθλίωση ούτε η ευημερία ως τέτοιες δεν μπορούν να οδηγήσουν στην επανάσταση αλλά οι εναλλαγές της ευημερίας και της εξαθλίωσης, οι κρίσεις, ο ευμετάβλητος χαρακτήρας της κατάστασης, η απουσία σταθερότητας – αυτοί είναι οι κινητήριοι παράγοντες της επανάστασης». Eίναι οι απότομες στροφές στην ιστορική εξέλιξη αυτές που δημιουργούν επαναστάσεις στην κοινωνική ζωή – και όσο πιο απότομη είναι η στροφή, τόσο πιο μεγάλες είναι οι επαναστατικές επιπτώσεις.

Στην ομιλία του στο Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο, ο Τρότσκι αποσαφήνισε αυτή την ιδέα με ειδικές αναφορές στις επαναστάσεις του 1848, του 1905 και στην περίοδο 1920-21. Το παρόν άρθρο είναι μια θεωρητική επέκταση και εμβάθυνση αυτών των πρώιμων παρατηρήσεων. Σκιαγραφεί σε γενικευμένη μορφή τις δυναμικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παραγωγικών θεμελίων της καπιταλιστικής κοινωνίας και των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στο εποικοδόμημά της.

Το πρόβλημα που έθεσε ο Τρότσκι και η λύση που υπέδειξε είχε μεγάλη πρακτική σπουδαιότητα όχι μόνο για την επαναστατική στρατηγική στην ταξική πάλη αλλά είχε ευρύτερη σημασία για την ανάπτυξη της Μαρξιστικής σκέψης. Το 1922-23, οι επίγονοι του Μαρξισμού, υπό τη διεύθυνση του Μπουχάριν, είχαν ήδη αρχίσει να εκχυδαΐζουν τον ιστορικό υλισμό και να τον μετατρέπουν από ένα εργαλείο ανάλυσης σε ένα νέο εικόνισμα. Συνέχιζαν να επαναλαμβάνουν τις παλιές φόρμουλες αντί να ερευνήσουν νέες πραγματικότητες και να αναδιαμορφώσουν τα εργαλεία σκέψης που τους παρέδωσαν οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν. Αντί να αναπτύξουν τη Μαρξιστική θεωρία, αυτοί οι εκχυδαϊστές άνοιξαν το δρόμο για τη μετέπειτα διαστροφή της στα χέρια των Σταλινικών προφεσόρων.

Εκτός του σημαντικού θεωρητικού ενδιαφέροντος του γράμματος, οι παρατηρήσεις του Τρότσκι για τους κινητήριους παράγοντες της επανάστασης έχουν την πιο επείγουσα σύνδεση με την παρούσα [1941 - Σ.τ.E.] κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πολεμική οικονομική άνθηση οδηγεί σε αποδιάρθρωση την Αμερικάνικη οικονομία και σε ακραίες μετατοπίσεις σε όλες τις καθοριστικές σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Τέτοιες αλματώδεις και απότομες μεταβάσεις από την εξαθλίωση στην ευημερία και αντιστρόφως, από τον πόλεμο στην ειρήνη και αντιστρόφως, είναι ακριβώς το είδος της κοινωνικής κίνησης που οδηγεί σε κρίσεις με επαναστατική σφοδρότητα. Όποιος επιθυμεί να συλλάβει την βαθύτερη σημασία των σημερινών γεγονότων θα πρέπει να μελετήσει πολύ προσεκτικά τις ιδέες που παρουσιάζονται εδώ από τον Τρότσκι καθώς ισχύουν για τις σημερινές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην παγκόσμια κατάσταση. - OI EKΔOTEΣ]

***

Λέων Tρότσκι

Στην εισαγωγή του στο βιβλίο του Μαρξ «Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία», ο Ένγκελς έγραφε:

«Όταν κανείς εκτιμάει γεγονότα και ολόκληρες σειρές γεγονότων από την τρέχουσα ιστορία ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ανατρέξει ως τις γενεσιουργές οικονομικές αιτίες. Aκόμα και σήμερα, όπου ο εξειδικευμένος οικονομικός τύπος  προσφέρει τόσο άφθονο υλικό, θα είναι αδύνατο ακόμα και στην Αγγλία να παρακολουθεί κανείς σε καθημερινή βάση την κίνηση της βιομηχανίας και του εμπορίου στην παγκόσμια αγορά και τις μεταβολές που συντελούνται στις μεθόδους παραγωγής μ’ ένα τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί, σε οποιαδήποτε στιγμή, να βγάζει ένα γενικό συμπέρασμα, απ’ αυτούς τους πολύμορφα μπλεγμένους και συνεχώς μεταβαλλόμενους παράγοντες, που εκτός αυτού, τις περισσότερες φορές οι σπουδαιότεροι απ’ αυτούς, ενεργούν για πολύ καιρό στα κρυφά, προτού ξαφνικά γίνουν βίαια αισθητοί στην επιφάνεια. H σαφής επισκόπηση της οικονομικής ιστορίας μιας δεδομένης περιόδου ποτέ δεν μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με τα γεγονότα, αλλά μόνο κατοπινά, ύστερα από τη σχετική συγκέντρωση και το σχετικό κοσκίνισμα του υλικού. Η στατιστική αποτελεί εδώ απαραίτητο βοηθητικό μέσο, ακολουθεί όμως  πάντα κουτσαίνοντας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, για την τρέχουσα σύγχρονη ιστορία, θα αναγκάζεται κανείς πολύ συχνά να πραγματεύεται αυτόν τον αποφασιστικότατο παράγοντα ως σταθερό, να πραγματεύεται την οικονομική κατάσταση που βρίσκεται στην αρχή της σχετικής περιόδου, ως δεδομένη και αμετάβλητη για ολόκληρη την περίοδο, ή να παίρνει υπόψη μόνο εκείνες τις μεταβολές αυτής της κατάστασης, που προκύπτουν μόνες τους από τα υπάρχοντα εξώφθαλμα γεγονότα και που κατά συνέπεια προβάλλουν επίσης ανοιχτά. Γι’ αυτό, η υλιστική μέθοδος θα υποχρεωθεί εδώ να περιορίζεται πολύ συχνά στο να ανάγει τις πολιτικές συγκρούσεις στους αγώνες συμφερόντων ανάμεσα στις υπάρχουσες κοινωνικές τάξεις ή ταξικές ομάδες που τις δημιούργησε η οικονομική εξέλιξη, και να δείχνει ότι τα ιδιαίτερα πολιτικά κόμματα είναι η λίγο ή πολύ αντίστοιχη πολιτική έκφραση των ίδιων αυτών τάξεων και ταξικών ομάδων.

Είναι αυτονόητο ότι η αναπόφευκτη αυτή παραμέληση των σύγχρονων μεταβολών στην οικονομική κατάσταση -που είναι η πραγματική βάση όλων των γεγονότων που πρόκειται να εξεταστούν- δε μπορεί παρά ν’ αποτελεί μια πηγή λαθών.»

Οι ιδέες αυτές που διατύπωσε ο Ένγκελς λίγο πριν από το θάνατό του, δεν αναπτύχθηκαν στη συνέχεια από κανέναν μετά απ’ αυτόν. Από όσο θυμάμαι σπάνια γίνεται έστω και μια αναφορά σε αυτές – πολύ πιο σπάνια απ’ όσο θα έπρεπε. Aκόμα περισσότερο, η σημασία τους φαίνεται να έχει διαφύγει από πολλούς Mαρξιστές. Η εξήγηση γι’ αυτό το γεγονός, για μια ακόμα φορά, βρίσκεται στις αιτίες που υπέδειξε ο Ένγκελς, οι οποίες ισχύουν εναντίον κάθε είδους τελειωτικής οικονομικής ερμηνείας της σύγχρονης ιστορίας.

Πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο καθήκον, αδύνατο να λυθεί στην πλήρη του έκταση, να καθοριστούν δηλαδή εκείνες οι υπόγειες ωθήσεις που η οικονομία μεταδίδει στη σημερινή πολιτική. Ωστόσο, η εξήγηση των πολιτικών φαινομένων δεν μπορεί να αναβληθεί επειδή η πάλη δεν μπορεί να περιμένει. Απ’ αυτό το γεγονός απορρέει η αναγκαιότητα να καταφύγουμε, ως προς την καθημερινή πολιτική δραστηριότητα, σε εξηγήσεις που είναι τόσο γενικές, οι οποίες μέσω της μακρόχρονης χρήσης έχουν μετατραπεί σε κοινοτοπίες.

Όσο η πολιτική συνεχίζει να υπάρχει με τις ίδιες μορφές, μέσα στις ίδιες όχθες και με την ίδια ταχύτητα, δηλαδή όσο η συσσώρευση της οικονομικής δραστηριότητας δεν έχει μετατραπεί σε πολιτική ποιότητα, αυτός ο τύπος  ερμηνευτικών αφαιρέσεων («τα συμφέροντα της μπουρζουαζίας», «ιμπεριαλισμός», «φασισμός») σε γενικές γραμμές εξυπηρετεί το σκοπό του: τη μη ερμηνεία ενός πολιτικού γεγονότος σε όλη του την υλική υπόσταση αλλά την αναγωγή του σ’ έναν οικείο κοινωνικό τύπο, κάτι το οποίο βέβαια είναι εγγενώς ανεκτίμητης σημασίας.

Όταν όμως λαμβάνει χώρα μια σοβαρή αλλαγή σ’ αυτήν την κατάσταση, πολύ δε περισσότερο μια απότομη στροφή, τέτοιες γενικές εξηγήσεις αποκαλύπτουν την απόλυτη ανεπάρκειά τους και μετατρέπονται σε κενές κοινοτοπίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απολύτως σημαντικό να εξετάσουμε αναλυτικά και πολύ πιο βαθιά για να καθορίσουμε την ποιοτική πλευρά και αν είναι δυνατό να υπολογίσουμε ποσοτικά τις ωθήσεις της οικονομίας πάνω στην πολιτική. Αυτές οι «ωθήσεις» αντιπροσωπεύουν τη διαλεκτική μορφή των «καθηκόντων» των οποίων η προέλευση είναι το δυναμικό θεμέλιο και τα οποία τίθενται προς επίλυση στη σφαίρα του εποικοδομήματος.

Οι διακυμάνσεις της οικονομικής συγκυρίας (οικονομική άνθηση - μεγάλη κάμψη - κρίση) ήδη σηματοδοτούν από μόνες τους περιοδικές αντιδράσεις που οδηγούν πότε σε ποσοτικές και πότε σε ποιοτικές αλλαγές και σε νέους σχηματισμούς στο πεδίο της πολιτικής. Τα έσοδα των ιδιοκτητριών τάξεων, ο κρατικός προϋπολογισμός, οι μισθοί, η ανεργία, η αναλογία του εξωτερικού εμπορίου κ.λπ. συνδέονται στενά με την οικονομική συγκυρία και με τη σειρά τους ασκούν την πιο άμεση επίδραση στο πεδίο της πολιτικής. Το γεγονός αυτό αρκεί για να κατανοήσουμε πόσο σημαντική και γόνιμη είναι η παρακολούθηση βήμα βήμα της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων, κρατικών θεσμών κ.λπ. σε σχέση με τους κύκλους της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Με αυτό δεν εννοούμε με κανένα τρόπο ότι αυτοί οι κύκλοι εξηγούν τα πάντα: αυτό αποκλείεται, έστω και μόνο για το λόγο ότι οι ίδιοι οι κύκλοι δεν αποτελούν θεμελιώδη αλλά παράγωγα οικονομικά φαινόμενα. Ξεδιπλώνονται πάνω στη βάση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μέσω των σχέσεων αγοράς.  Οι κύκλοι όμως εξηγούν πολλά πράγματα, σχηματίζοντας μέσω του αυτόματου παλμού ένα απαραίτητο διαλεκτικό ελατήριο στον μηχανισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το σημείο ρήξης της εμπορικής-βιομηχανικής συγκυρίας μάς φέρνει σε μεγαλύτερη αμεσότητα με τους κρίσιμους δεσμούς στο δίχτυ της ανάπτυξης των πολιτικών τάσεων, νομοθεσίας και όλων των μορφών ιδεολογίας.

Ο καπιταλισμός όμως δεν χαρακτηρίζεται από την περιοδική επανάληψη κύκλων διαφορετικά αυτό που θα είχαμε, θα ήταν μια πολύπλοκη επανάληψη και όχι μια δυναμική εξέλιξη. Οι εμπορικοί-βιομηχανικοί κύκλοι έχουν διαφορετικό χαρακτήρα σε διαφορετικές περιόδους. Η κύρια διαφορά μεταξύ τους καθορίζεται από τις ποσοτικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των περιόδων κρίσης και οικονομικής άνθησης εντός του κάθε δεδομένου κύκλου. Αν η οικονομική άνθηση αποκαταστήσει με ένα πλεόνασμα την καταστροφή ή την συστολή της προηγούμενης κρίσης, τότε η καπιταλιστική ανάπτυξη κινείται ανοδικά. Αν η κρίση που σηματοδοτεί την καταστροφή ή τέλος πάντων τη συρρίκνωση των παραγωγικών δυνάμεων, ξεπεράσει ως προς την οξύτητά της την αντίστοιχη οικονομική άνθηση, τότε έχουμε ως αποτέλεσμα την παρακμή στην οικονομία.  Τελικά, αν η κρίση και η οικονομική άνθηση προσεγγίσουν η μια τη δύναμη της άλλης, τότε έχουμε μια προσωρινή και στάσιμη ισορροπία στην οικονομία. Αυτό είναι το σχήμα σε γενικές γραμμές.

Παρατηρούμε στην ιστορία ότι οι ομογενείς κύκλοι ομαδοποιούνται σε σειρές. Ολόκληρες εποχές καπιταλιστικής ανάπτυξης υπάρχουν όταν ένας αριθμός κύκλων χαρακτηρίζεται από απότομες οριοθετημένες μεταξύ τους περιόδους οικονομικής άνθησης και αδύναμες, βραχύβιες κρίσεις. Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος έχουμε μια έντονα ανοδική κίνηση της βασικής καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Υπάρχουν εποχές στασιμότητας όπου αυτή η καμπύλη, ενώ γνωρίζει μερικές κυκλικές ταλαντώσεις, παραμένει κατά προσέγγιση στο ίδιο επίπεδο για δεκαετίες. Και τέλος, κατά τη διάρκεια ορισμένων ιστορικών περιόδων, η βασική καμπύλη, ενώ γνωρίζει κυκλικές ταλαντώσεις, έχει έντονη καθοδική τάση ως όλο, σηματοδοτώντας την παρακμή των παραγωγικών δυνάμεων.

Eίναι ήδη δυνατόν να θέσουμε αξιωματικά εκ των προτέρων ότι εποχές ενεργητικής καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά -στην πολιτική, το δίκαιο, τη φιλοσοφία, την ποίηση- πολύ διαφορετικά από εκείνα των εποχών στασιμότητας ή οικονομικής παρακμής. Επιπλέον, η μετάβαση από τη μια εποχή αυτού του είδους σε μια διαφορετική, πρέπει φυσικά να δημιουργεί αναταράξεις στις σχέσεις μεταξύ τάξεων και κρατών. Στο Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν, χρειάστηκε να τονίσουμε αυτό το σημείο – στην πάλη εναντίον  των καθαρά μηχανιστικών αντιλήψεων της καπιταλιστικής αποσύνθεσης που σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη. Eάν οι περιοδικές αντικαταστάσεις της «ομαλής» οικονομικής άνθησης με «ομαλές» κρίσεις βρουν την αντανάκλασή τους σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, τότε η μετάβαση από μια ολόκληρη εποχή οικονομικής άνθησης σε μια παρακμή ή αντιστρόφως, γεννά τις μεγαλύτερες ιστορικές αναταραχές. Και δεν είναι δύσκολο να δείξουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις επαναστάσεις και πόλεμοι βρίσκονται στα όρια μεταξύ των δυο διαφορετικών εποχών οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή στη συνένωση των δυο διαφορετικών τμημάτων καπιταλιστικής καμπύλης. Η ανάλυση όλης της σύγχρονης ιστορίας απ’ αυτήν την άποψη είναι πραγματικά ένα από τα πιο ευχάριστα καθήκοντα του διαλεκτικού υλισμού.

Μετά το Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν, ο Καθηγητής Κοντράτιεφ προσέγγισε αυτό το πρόβλημα -ως συνήθως, αποφεύγοντας επιμελώς τη διατύπωση του ζητήματος που υιοθετήθηκε στο ίδιο το συνέδριο- και προσπάθησε να δημιουργήσει πλάι στο «μικρό κύκλο», που κάλυπτε μια περίοδο δέκα ετών, την έννοια του «μεγάλου κύκλου», ο οποίος συμπεριλάμβανε κατά προσέγγιση πενήντα χρόνια. Σύμφωνα μ’ αυτή τη συμμετρικά στυλιζαρισμένη κατασκευή, ο μεγάλος οικονομικός κύκλος αποτελείται από πέντε μικρούς κύκλους και επιπλέον, οι μισοί απ’ αυτούς έχουν το χαρακτήρα της οικονομικής άνθησης και οι άλλοι μισοί αυτό της κρίσης, με όλα τα αναγκαία μεταβατικά στάδια. Ο στατιστικός αυτός καθορισμός των μεγάλων κύκλων που κατάρτισε ο Κοντράτιεφ, θα πρέπει να υποβληθεί σε προσεκτική και όχι υπερβολικά εύπιστη επαλήθευση αναφορικά τόσο με την κάθε χώρα ξεχωριστά αλλά και με την παγκόσμια αγορά ως όλο. Είναι ήδη δυνατό να αναιρέσουμε προκαταβολικά την προσπάθεια του Κοντράτιεφ να προσδώσει το χαρακτήρα της εποχής στους μεγάλους κύκλους με τον ίδιο «σταθερά θεμιτό ρυθμό» που παρατηρούμε και στους μικρούς κύκλους. Πρόκειται προφανώς για μια λανθασμένη γενίκευση από μια τυπική αναλογία. Η περιοδική επανάληψη των μικρών κύκλων εξαρτάται από την εσωτερική δυναμική των καπιταλιστικών δυνάμεων και εκδηλώνεται πάντα και παντού μόλις η αγορά έρχεται σε ύπαρξη.

Αναφορικά με τα μεγάλα τμήματα της καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης (πενήντα χρόνια) τα οποία ο καθηγητής Κοντράντιεφ απρόσεκτα προτείνει να τα χαρακτηρίσουμε επίσης ως κύκλους, ο χαρακτήρας και η διάρκειά τους δεν καθορίζονται από την εσωτερική αλληλεπίδραση των καπιταλιστικών δυνάμεων αλλά από εκείνες τις εξωτερικές συνθήκες μέσω των οποίων τα κανάλια κινείται η καπιταλιστική ανάπτυξη. Η κατάκτηση από τον καπιταλισμό νέων χωρών και ηπείρων, η ανακάλυψη νέων φυσικών πλουτοπαραγωγικών πόρων και ως επακόλουθο αυτών, τέτοια σημαντικά γεγονότα “υπερδομικής” τάξης όπως πόλεμοι και επαναστάσεις, καθορίζουν τον χαρακτήρα και την αντικατάσταση της ανοδικής, στάσιμης ή καθοδικής εποχής της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πάνω σε ποιο μονοπάτι θα πρέπει η έρευνά μας να προχωρήσει; Πάνω στην καθιέρωση της καμπύλης καπιταλιστικής ανάπτυξης στην (βασική) μη περιοδική της και στην (δευτερεύουσα) περιοδική της φάση και στα σημεία ρήξης αναφορικά με την κάθε χώρα ξεχωριστά που μας ενδιαφέρει, και αναφορικά με ολόκληρη την παγκόσμια αγορά – αυτό είναι το πρώτο μέρος της έρευνάς μας. Μόλις καθορίσουμε την καμπύλη (η μέθοδος καθορισμού της είναι βέβαια ένα ειδικό ζήτημα από μόνο του και με κανένα τρόπο απλό, αλλά ανήκει στο πεδίο της οικονομικής-στατιστικής τεχνικής), τότε θα μπορέσουμε να την χωρίσουμε σε περιόδους, σύμφωνα με τη γωνία ανόδου και καθόδου αναφορικά με τον άξονα των τετμημένων (βλέπε σχεδιάγραμμα). Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούμε να έχουμε ένα περιγραφικό σχήμα της οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή τον χαρακτηρισμό της «ίδιας της βάσης όλων των προς εξέταση διαδικασιών» (Ένγκελς).

Ανάλογα με τη συνοχή και τη λεπτομέρεια της έρευνάς μας, μπορεί να χρειαστούμε ένα αριθμό τέτοιων σχημάτων: ένα που να αφορά τη γεωργία, ένα άλλο τη βαριά βιομηχανία κ.ο.κ. Με αυτό το σχήμα ως σημείο αφετηρίας μας, πρέπει στη συνέχεια να το συγχρονίσουμε με τα πολιτικά γεγονότα (με την πιο ευρεία έννοια της λέξης) και μπορούμε στη συνέχεια να αναζητήσουμε όχι απλά την αντιστοιχία -ή για να το θέσουμε πιο προσεκτικά, την αλληλεπίδραση μεταξύ σαφώς οριοθετημένων εποχών κοινωνικής ζωής και τα έντονα εκφραζόμενα τμήματα της καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης- αλλά επίσης και εκείνες τις άμεσες υπόγειες ωθήσεις που απελευθερώνουν τα γεγονότα. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν είναι καθόλου δύσκολο να υποπέσουμε στην πιο χυδαία σχηματοποίηση και πάνω απ’ όλα να αγνοήσουμε την επίμονη εσωτερική εξάρτηση και διαδοχή των ιδεολογικών διαδικασιών – να λησμονήσουμε το γεγονός ότι η οικονομία είναι καθοριστική μόνο σε τελική ανάλυση. Δεν είναι λίγα τα συμπεράσματα καρικατούρα με τη χρήση της Μαρξιστικής μεθόδου! Η αποποίηση όμως λόγω αυτού του γεγονότος, της παραπάνω υποδεικνυόμενης διατύπωσης του ζητήματος («μυρίζει οικονομισμό») σημαίνει ότι είμαστε τελείως ανίκανοι να κατανοήσουμε τον Μαρξισμό, ο οποίος αναζητά τις αιτίες των αλλαγών στο κοινωνικό εποικοδόμημα μέσα στις αλλαγές στα οικονομικά θεμέλια και όχι πουθενά αλλού.

Με κίνδυνο να προκαλέσουμε τη θεωρητική οργή των αντιπάλων του «οικονομισμού» (και εν μέρει με σκοπό να προκαλέσουμε την αγανάκτησή τους), παρουσιάζουμε εδώ ένα σχηματικό διάγραμμα που απεικονίζει αυθαίρετα την καμπύλη της καπιταλιστικής ανάπτυξης για μια περίοδο ενενήντα ετών μέσα στα πλαίσια που αναφέραμε παραπάνω. Η γενική κατεύθυνση της βασικής καμπύλης καθορίζεται από το χαρακτήρα των μερικών συγκυριακών καμπύλων από τις οποίες αποτελείται. Στο σχήμα μας οριοθετούνται τρεις περίοδοι: είκοσι χρόνια πολύ σταδιακής καπιταλιστικής ανάπτυξης (τμήμα Α-Β), σαράντα χρόνια  ενεργητικής ανόδου (τμήμα Β-Δ) και τριάντα χρόνια παρατεταμένης κρίσης και παρακμής (τμήμα Ε).   

Αν εισάγουμε σ’ αυτό το διάγραμμα τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα για την αντίστοιχη περίοδο, τότε η εικονογραφική σύγκριση των σημαντικών πολιτικών γεγονότων με τις μεταλλαγές της καμπύλης αρκεί για να μας προσφέρει το πολύτιμο σημείο αφετηρίας για την ιστορική υλιστική έρευνα. Ο παραλληλισμός των πολιτικών γεγονότων και των οικονομικών αλλαγών είναι φυσικά πολύ σχετικός. Ως γενικός κανόνας, το «εποικοδόμημα» εγγράφει και αντανακλά νέους σχηματισμούς στην οικονομική σφαίρα μόνο με σημαντική καθυστέρηση. Aλλά ο νόμος αυτός πρέπει να αποκαλυφθεί μέσω συγκεκριμένης έρευνας αυτών των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων των οποίων εδώ παρουσιάζουμε απλά μια εικονογραφική ένδειξη.  

Στην έκθεση στο Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο, επεξηγήσαμε την ιδέα μας, με ορισμένα ιστορικά παραδείγματα, τα οποία αντλήσαμε από την εποχή της επανάστασης του 1848, την εποχή της πρώτης Ρωσικής επανάστασης του 1905 και την περίοδο μέσα από την οποία περνάμε σήμερα (1920-21). Ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε αυτά τα παραδείγματα (βλέπε τη Νέα Πορεία). Δεν προσφέρουν τίποτα το ολοκληρωμένο αλλά χαρακτηρίζουν επαρκώς την ιδιαίτερη σημασία της προσέγγισης που προτείνουμε, πάνω απ’ όλα για την κατανόηση των πιο αποφασιστικών αλμάτων στην ιστορία: των πολέμων και των επαναστάσεων. Αν σ’ αυτό το γράμμα χρησιμοποιούμε ένα καθαρά αυθαίρετο περιγραφικό σχήμα, χωρίς να προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε ως βάση κάποια ουσιαστική περίοδο της ιστορίας, το κάνουμε για τον απλό λόγο ότι κάθε προσπάθεια αυτού του είδους θα έμοιαζε πάρα πολύ με μια απερίσκεπτη προεξόφληση των αποτελεσμάτων που απορρέουν από μια πολύπλοκη και προσεκτική έρευνα, η οποία δεν έχει γίνει ακόμα.   

Προς το παρόν, είναι βέβαια ακόμα αδύνατο να προβλέψουμε σε κάποιο ακριβή βαθμό ποιοι τομείς της ιστορίας θα φωτιστούν και πόσο φως θα ρίξει η υλιστική έρευνα, η οποία θα ξεκινούσε από μια πιο συγκεκριμένη μελέτη της καπιταλιστικής καμπύλης και την αλληλεπίδραση μεταξύ της τελευταίας και όλων των όψεων της κοινωνικής ζωής. Οι κατακτήσεις που μπορούν να επιτευχθούν πάνω σ’ αυτό το δρόμο, μπορούν να καθοριστούν μόνο ως το αποτέλεσμα μιας τέτοιας έρευνας, η οποία θα πρέπει να είναι πιο συστηματική, πιο πειθαρχημένη από όλες τις ιστορικές υλιστικές αναζητήσεις που μέχρι σήμερα έχουν λάβει χώρα. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια προσέγγιση στη σύγχρονη ιστορία υπόσχεται να πλουτίσει τη θεωρία του ιστορικού υλισμού με κατακτήσεις πολύ πιο πολύτιμες από τις ιδιαίτερα αμφίβολες ταχυδακτυλουργίες με έννοιες και όρους της υλιστικής μεθόδου που έχουν, υπό τις πένες κάποιων εκ των Μαρξιστών μας, μεταμοσχεύσει τις μεθόδους του φορμαλισμού στο βασίλειο της υλιστικής διαλεκτικής και έχουν οδηγήσει στην υποβάθμιση του καθήκοντος για πιο ακριβείς ορισμούς και επεξηγήσεις καθώς και το διασκορπισμό κενών αφαιρέσεων σε κενά επίσης μέρη. Εν συντομία, όλη αυτή η κατάσταση έχει εκπορνεύσει τον Μαρξισμό μέσω αδιάντροπα περίτεχνων μεθόδων Καντιανών επιγόνων. Είναι χαζό συνεχώς να οξύνεις και να οξύνεις ένα εργαλείο για να φας το Μαρξιστικό ατσάλι, όταν το καθήκον είναι η εφαρμογή του εργαλείου στην επεξεργασία ακατέργαστων πρώτων υλών!

Κατά την άποψή μας, το θέμα αυτό θα μπορούσε να προσφέρει τη βασική ιδέα για την πιο επωφελή εργασία των Μαρξιστικών σεμιναρίων μας πάνω στον ιστορικό υλισμό. Ανεξάρτητες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σ’ αυτήν τη σφαίρα αναμφίβολα θα έριχναν φως ή τουλάχιστον θα έριχναν περισσότερο φως πάνω σε απομονωμένα ιστορικά γεγονότα και ολόκληρες εποχές. Τέλος, η ίδια η συνήθεια της σκέψης με όρους των προαναφερόμενων κατηγοριών, θα διευκόλυνε τον πολιτικό προσανατολισμό στη σημερινή εποχή, η οποία είναι μια εποχή που αποκαλύπτει πολύ πιο ανοιχτά από οποιαδήποτε άλλη στιγμή τη σύνδεση μεταξύ των καπιταλιστικών οικονομιών, που έχουν φθάσει στο απόγειο του κορεσμού και της καπιταλιστικής πολιτικής, η οποία είναι τελείως αχαλίνωτη.

Υποσχέθηκα εδώ και καιρό να αναπτύξω αυτό το θέμα για την Vestnik Sotsialisticheskoi Akademii. Μέχρις στιγμής, οι περιστάσεις με έχουν εμποδίσουν να τηρήσω αυτή την υπόσχεση. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορέσω να την τηρήσω και στο εγγύς μέλλον. Γι’ αυτόν το λόγο περιορίζομαι εν τω μεταξύ σ’ αυτό το γράμμα.    

21 Απρίλη 1923

Mετάφραση Θ. K. – N. Tζ.