Η ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

της Κατερίνας Μάτσα

[Ομιλία στην εκδήλωση στις 6/3/2015 του Δήμου Αγίου Δημήτριου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και θέμα «Αγώνες Γυναικών»]

Μας συγκλονίζει όλους ο ηρωικός αγώνας στο Κομπάνι που αντιστέκεται στη βαρβαρότητα των τζιχαντιστών. Μας συγκλονίζει η επανάσταση στο Δυτικό Κουρδιστάν, που ονομάζεται Ροζάβα. Εκεί δίνει τη μάχη του και ο πρώτος καθαρά γυναικείος στρατός στο κόσμο. Αυτός ο στρατός ιδρύθηκε πριν τρεις περίπου δεκαετίες με το σύνθημα «Η επανάσταση δεν θα σώσει τις γυναίκες, αλλά χρειάζεται τη σκέψη, τη δράση και την οργάνωση των γυναικών. Η Επανάσταση χρειάζεται το χρώμα της γυναίκας».

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι η Επανάσταση χρειάζεται και το πάθος που έχουν τα όνειρα της γυναίκας για γη και ελευθερία, ζωή και ευτυχία, συντροφικότητα και αλληλεγγύη.

Όμως, η Ροζάβα είναι μια φωτεινή εξαίρεση. Η θέση της γυναίκας στην ταξική, ανδροκρατούμενη κοινωνία την καθιστά αντικείμενο καταπίεσης, εκμετάλλευσης, αναγκαστικού γάμου, ακόμα και σε παιδιά, κλειτοριδεκτομής, σεξουαλικής και φυσικής βίας, βιασμών, συχνά σε μαζική κλίμακα σαν πολεμικό όπλο για την κατάκτηση χωρών.

Στη γυναίκα αφήνεται αποκλειστικά ο ρόλος της μητέρας και της τροφού, γιατί, κατά την κυρίαρχη ιδεολογία, «αυτός είναι ο προορισμός της, σύμφωνα με τη φύση της». Μια «φύση» που την κάνει από πολύ μικρή, πιασμένη στο δίχτυ των εξουσιαστικών σχέσεων μέσα στην ίδια της την οικογένεια, να εσωτερικεύει όλα τα κοινωνικά στερεότυπα για την «κατωτερότητά» της και να ζει μέσα στον πόνο, την ανασφάλεια, τη διαρκή ταπείνωση και τη ντροπή. Αυτό το βουβό, αλλά εξαιρετικά διαβρωτικό στον ψυχισμό της, αίσθημα της ντροπής τη διαπερνά ολόκληρη και σφραγίζει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, τη στάση της στη ζωή.

Σε χώρες όπως η Μ. Ανατολή, η Αφρική και αλλού, όπου η βία κατά των γυναικών έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις, η ζωή της γυναίκας είναι μαρτυρική. Στη γειτονική Τουρκία, στην πόλη Μερσίνα, η εικοσάχρονη φοιτήτρια Ασλάν δολοφονήθηκε στις 13 Φλεβάρη 2015 από οδηγό λεωφορείου, που προσπάθησε να τη βιάσει και όταν εκείνη αντιστάθηκε, ρίχνοντάς του σπρέι πιπεριού, τη μαχαίρωσε, την έκαψε και την πέταξε στο ποτάμι με τη βοήθεια του πατέρα του και ενός φίλου του. Στην κηδεία της οι γυναίκες της πόλης αψηφώντας την απαγόρευση του Κορανίου σήκωσαν στα χέρια τους το φέρετρο καταγγέλοντας το καθεστώς που δολοφονεί γυναίκες επειδή είναι γυναίκες, επειδή, όπως δήλωσε ο Ερντογάν, διαδηλώνουν χορεύοντας στο δρόμο.

Σε άλλες χώρες, όπως η Ινδία και η Κίνα, σκοτώνουν τα θηλυκά νεογέννητα. Στο Ελ Σαλβαδόρ, όπου απαγορεύεται η άμβλωση, μια 18χρονη κοπέλα καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλακή γιατί έφερε στον κόσμο πρόωρα ένα νεκρό παιδί -προϊόν βιασμού- και αυτό θεωρήθηκε άμβλωση. Άπειρα τα παραδείγματα βαρβαρότητας αυτού ή άλλου τύπου. Όπως λέει χαρακτηριστικά η Ελένη Βαρίκα: «Καμία υποψία για αδικία δεν σκιάζει τις προσβολές που δέχεται μια γυναίκα επειδή γεννήθηκε γυναίκα, καμιά πολιτική γραμματική δεν επιτρέπει να διατυπωθεί η αμφισβήτηση της αυθαίρετης εξουσίας που καθιστά δυνατή μια τέτοια προσβολή».1

Αλλά και στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και μάλιστα εντείνονται όσο βαθαίνει η οικονομική και κοινωνική κρίση.

Πρώτες στις απολύσεις, στα ποσοστά ανεργίας και ελαστικής απασχόλησης, χαμηλότερων αμοιβών, εργασιακής εκμετάλλευσης. Στερημένες ευκαιριών να σπουδάσουν, να δημιουργήσουν, να πάρουν στα δικά τους χέρια τη ζωή τους, υποχρεώνονται να ζουν στη σκιά πάντα του άνδρα, πατέρα, συζύγου, προϊστάμενου, για να επιβιώσουν. Οπωσδήποτε και στις διακρίσεις υπάρχει ταξική διαστρωμάτωση. Στα φτωχά κοινωνικά στρώματα, στα υποβαθμισμένα προάστια των μεγαλουπόλεων, τα κορίτσια καταπιέζονται περισσότερο από τα αγόρια και υφίστανται μεγαλύτερους περιορισμούς σε σχέση πάντα και με ζητήματα θρησκείας, κουλτούρας και άλλα. Η φτώχεια και η περιθωριοποίηση τροφοδοτούν τη βία κατά των γυναικών.

Στις χώρες της Δύσης μπορεί να έχουν κατοχυρωθεί νομικά βασικά δικαιώματα της γυναίκας, μπορεί να έχουν καταργηθεί πολλοί ρόλοι που, παραδοσιακά, την υποδούλωναν, όμως η θέση της παραμένει ισχυρή και προβεβλημένη μόνο ως σύμβολο του σεξ, στη «βιομηχανία της αποπλάνησης» (seduction) συντηρώντας τις προκαταλήψεις και αναπαράγοντας τις διακρίσεις σε βάρος της, ενισχύοντας τα κυρίαρχα κοινωνικά στερεότυπα για το ρόλο της  ως αντικείμενο ηδονής και ως θέαμα. Οι κοινωνικές κατασκευές ενός θελκτικού σεξουαλικού αντικειμένου διαφέρουν σημαντικά και μαζί τους διαφέρει το κοινωνικό νόημα της σεξουαλικής διέγερσης και αλληλεπίδρασης. Σε πολλές κοινωνίες, κοινωνικοί κανόνες μετατρέπουν τις γυναίκες σε σεξουαλικά αντικείμενα (σεξουαλική αντικειμενοποίηση κατά την Nussbaum2, εργαλειοποίηση του σώματος κατά την Ελιζαμπέτ Μπατέντερ).

Το πρόβλημα, λοιπόν, της θέσης της γυναίκας στην ανδροκρατική κοινωνία, ανισότιμης σε σχέση με αυτήν του άνδρα, αποτελεί πρόβλημα που υπάρχει παγκόσμια.

Η επίσημη Ιστορία τυλίγει με τη σιωπή της την κοινωνική ύπαρξη της γυναίκας, ενώ από την προϊστορία μέχρι σήμερα μιλά πολύ για τα κατορθώματα των ανδρών.

Η ιστορική αφήγηση των γυναικών αρχίζει μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα, με τα πρώτα κύματα του φεμινισμού. Η πρώτη -και η μόνη- φεμινιστική βιβλιοθήκη δημιουργείται στο 5ο διαμέρισμα του Παρισιού το 1930. Το πρώτο πανεπιστημιακό μάθημα για τη γυναίκα γίνεται στο Πανεπιστήμιο Paris 7, το 1973. Τότε τίθεται ανοιχτά και το ερώτημα: «Οι γυναίκες έχουν ιστορία;».3

Μετά το Μάη 1968, η γυναίκα μπαίνει στον δημόσιο  διάλογο όχι ως θύμα, αλλά ως δραστήριο υποκείμενο της Ιστορίας. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι ο φεμινισμός και η Ιστορία των γυναικών συνδέονται μεταξύ τους αλλά δεν ταυτίζονται. Ο φεμινισμός, ως κίνημα με πολλά ρεύματα στο εσωτερικό του, έθεσε ανοιχτά το γυναικείο ζήτημα, το ρόλο και τη θέση της γυναίκας στην σημερινή κοινωνία, την κοινωνική φύση της έμφυλης διαφοράς, το ρόλο και τις μορφές της οικογένειας -διευρυμένης σήμερα- τις κοινωνικές αναπαραστάσεις για το γυναικείο σώμα. Έθεσε επίσης στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της σεξουαλικότητας που μπορεί να στρέφεται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση αλλά υπάρχει και στα δύο φύλα. Στο φεμινιστικό αλλά και στο LOAT κίνημα οφείλουμε την υπέρβαση του δυϊστικού, κανονιστικού οικοδομήματος «αρσενικό – θηλυκό» και τη διεύρυνση του φάσματος των κατηγοριών του φύλου. Στον αγώνα όλων αυτών των κινημάτων οφείλουμε την διάκριση ανάμεσα στην έννοια του βιολογικού φύλου (sex) με το κοινωνικό φύλο (gender).

Το φύλο (gender) είναι μια κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική κατασκευή, που συνδέεται με βιολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων (sex), αλλά δεν καθορίζεται από αυτές.4

Η πρώτη καταπίεση στην ανθρώπινη κοινωνία είναι η καταπίεση του γυναικείου φύλου από το ανδρικό. Ο πρώτος καταμερισμός εργασίας είναι ο καταμερισμός ανάμεσα στα φύλα. Η υποδεέστερη θέση της γυναίκας στην κοινωνία συνδέεται με τη διαφορά σωματικής δύναμης, την ανατροφή των παιδιών, τη διεκπεραίωση των οικιακών εργασιών, τη σεξουαλική υποταγή της γυναίκας. Οι σεξουαλικές σχέσεις ανδρών – γυναικών αποτελούν έναν τρόπο άσκησης της ανδρικής κυριαρχίας στις γυναίκες. Σε πολλές χώρες του κόσμου οι διακρίσεις κατά των γυναικών είναι ενσωματωμένες στη νομοθεσία.

«Η έρευνα έδειξε, λέει η Έφη Αβδελά5, ότι το φύλο δεν αποτελεί αναλλοίωτη, φυσική οντότητα, αλλά προϊόν κοινωνικοπολιτιστικών όρων, που αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Το περιεχόμενο της έννοιας του φύλου αποτελεί επομένως και αυτό μια κοινωνική κατασκευή με ιστορική διάσταση και συγκροτείται και αναπαράγεται από ένα πλέγμα σχέσεων τόσο ανάμεσα στα φύλα όσο και στο εσωτερικό των φύλων».5

Το φύλο, λοιπόν, αποτελεί μια κοινωνική σχέση και έχει ένα κοινωνικό νόημα. Αυτό καθορίζεται μέσα στο σύστημα σεξουαλικότητας, στη διαπλοκή του με τις σχέσεις συγγένειας, που θεσμοθετεί ο γάμος και η οικογένεια, στην υπηρεσία της εδραίωσης του ετεροφυλοφιλικού προτάγματος. Ό,τι το παραβαίνει, ό,τι απειλεί το θεσμό του γάμου και της οικογένειας κινητοποιεί αρχαϊκούς φόβους και ρατσιστικές συμπεριφορές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εξόντωση των ομοφυλόφιλων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ, αλλά και ο περιορισμός της γυναίκας αποκλειστικά στο ρόλο της μητέρας προορισμένης να ανατρέφει παιδιά στη ναζιστική Γερμανία.

Τί είναι, όμως, μια γυναίκα;

Στο ερώτημα έχουνε επιχειρήσει να απαντήσουν η Ψυχανάλυση, η Κοινωνική Ανθρωπολογία, οι διάφορες θεωρίες του φύλου.
«Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι», έλεγε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ.

Η φύση «προτείνει» και η γυναίκα «κανονίζει» σε συνάρτηση πάντα με την ιστορία της, τις επιθυμίες της, το πλέγμα των εξουσιαστικών σχέσεων που την διαμορφώνουν μέσα στην οικογένεια και μέσα στην κοινωνία, λέει η Ελιζαμπέτ Μπατεντέρ.6 Είναι η κουλτούρα που διαμορφώνει το τι σημαίνει να είσαι άνδρας ή γυναίκα, να έχεις ένα σώμα (γυναικείο ή ανδρικό) και μια σεξουαλικότητα (ανδρική ή γυναικεία). Δεν υπάρχει καμιά βιολογική βάση για τις διαφορές που εκδηλώνονται στη γενετήσια επιθυμία και έλξη.

Ο «γυναικείος» ψυχισμός διαμορφώνεται μέσα σε ένα πλέγμα εξουσιαστικών σχέσεων μέσα στην οικογένεια, που ανάγουν τη βία και τον ανταγωνισμό σε συστατικά του «ανδρικού ρόλου», δίνοντας τελικά και στη βία που ασκείται πάνω στη γυναίκα την όψη της «κανονικότητας». Ο «κανονικός» άνδρας είναι σκληρός και βίαιος απέναντι στη γυναίκα, η οποία ακόμα και όταν πέσει θύμα βιασμού αντιμετωπίζεται συχνά από τις Αρχές ως υπαίτια, γιατί «προκάλεσε» με τη στάση της το βιαστή της. Η ίδια, λοιπόν, η οικογενειακή εξουσία, ως όργανο ρύθμισης των σχέσεων ανάμεσα στον πατέρα, τη μάνα, το γιο και την κόρη θεσμοθετεί και παγιώνει την αδικία σε βάρος της γυναίκας μεταβάλλοντας συχνά τον οικιακό χώρο σε χώρο τυραννίας. Εδώ βιώνονται οι πρώτες τραυματικές εμπειρίες που σημαδεύουν ανεξίτηλα τη ζωή της, συσσωρεύοντας τεράστιες ποσότητες καταπίεσης, αυθαιρεσίας, διακρίσεων, αδικίας και βιαιότητας κάθε μορφής, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκαν γυναίκες.

Έτσι, η τοποθέτηση της γυναίκας στη δεύτερη σε σχέση με τον άνδρα θέση, που διαποτίζει την κοινωνική συνείδηση, όσες διακηρύξεις και αν γίνονται περί της «ισότητας των φύλων», είναι μια κοινωνική κατασκευή που γίνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές, ταξικές σχέσεις και καθορίζεται από αυτές.

Ο ανταγωνισμός λοιπόν των φύλων θεμελιώνεται πάνω στους ταξικούς ανταγωνισμούς. Δεν πηγάζει από την «ανθρώπινη φύση». Αντίθετα αυτό που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο είναι η κοινωνικότητα, το μοίρασμα, ως όρος επιβίωσης. «Η ζωή από κοινού προηγείται της διαφοράς των φύλων και της ανδρικής ηγεμονίας, γιατί το μοίρασμα με πολλούς είναι για το ανθρώπινο είδος ο ελάχιστος όρος της αναπαραγωγής».7

Η αμφισβήτηση, λοιπόν, των έμφυλων ιεραρχιών και ανταγωνισμών πρέπει να δώσει έμφαση στην ταξική φύση του ζητήματος.

Μέσα στην ταξική κοινωνία οι γυναίκες έχουν δώσει μεγάλους αγώνες και έχουν πληρώσει μεγάλο τίμημα για τη χειραφέτησή τους από την ανδρική κυριαρχία. Γιατί η έμφυλη ανισότητα, η καταπίεση, η εκμετάλλευση δεν κυοφορεί μόνο τον αποκλεισμό και την υποταγή -τον εγκλεισμό διαμέσου της υποταγής, κατά την Rada Ivecovic7- αλλά και το αντίθετο, την εξέγερση ενάντια στην αδικία, την εξουσία του πατέρα και συζύγου, την εξουσία του κράτους.

Σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες στην Ιστορία, μικρούς και μεγάλους, μπήκε, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, το αίτημα της απελευθέρωσης της γυναίκας. Μπήκε  στους αγώνες των γυναικών των κατώτερων τάξεων ενάντια στην Ιερά Εξέταση, στις αντιστάσεις τους, όταν θεωρήθηκαν μάγισσες όλες οι σεξουαλικά απελευθερωμένες, οι ανυπάκουες, οι επαναστάτριες, οι επικεφαλής αιρετικών κινημάτων, οι αποφασισμένες να πολεμήσουν την αδικία και εξοντώθηκαν με τον πιο βάρβαρο τρόπο. Μπήκε επίσης στη Γαλλική Επανάσταση, όταν οι γυναίκες συμμετείχαν δραστήρια στις επαναστατικές διαδικασίες, στην κατάληψη τη Βαστίλλης, τις διαδηλώσεις στους δρόμους του Παρισιού, στις δημόσιες ομιλίες. Όμως, στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο όρος άνθρωπος αναφερόταν μόνο στους άνδρες, ενώ η επαναστάτρια Olympie De Gouges που αγωνίστηκε ενάντια στη δουλεία και που είχε συντάξει μια αναθεωρημένη εκδοχή αυτής της Διακήρυξης, ώστε να εφαρμόζεται και στις γυναίκες, αποκεφαλίστηκε το 1793.

Μπήκε, επίσης, και στην Κομμούνα του Παρισιού το 1871, με εμβληματική τη μορφή της Λουίζ Μισέλ.

Μπήκε τέλος και στην τσαρική Ρωσία, όπου οι γυναίκες, μαζί με τους μπολσεβίκους, πάλευαν για «ψωμί, γη και ειρήνη».

Μπήκε επίσης και στην ελληνική επανάσταση του ’41-’49, με τις αντάρτισσες στο βουνό και την πόλη να αγωνίζονται για την κοινωνική απελευθέρωση ανδρών και γυναικών.

Ένα σίγουρο βήμα για την πρόοδο είναι η θέση της γυναίκας στην Κοινωνία, έλεγε ο Μάρξ. Το μαρξιστικό κίνημα έθεσε ανοιχτά το ζήτημα της ισότητας των φύλων, ως ταξικό ζήτημα.

Και σήμερα;

Ενσωματώνοντας όλες αυτές τις παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος, της Ρόζας Λούξεμπουργκ και της Κλάρας Τσέτκιν, οι γυναίκες σήμερα, στην Ελλάδα της ανθρωπιστικής κρίσης, αρχίζουν να αποκτούν κοινωνική συνείδηση και να παίρνουν πρωτοβουλίες, να οργανώνουν δίκτυα αλληλεγγύης, να συμμετέχουν μαζί με τους άντρες και συχνά να συντονίζουν διάφορες μορφές αυτοοργάνωσης. Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια εγχειρήματα σε όλη τη χώρα. Από τα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία, τις συλλογικές κουζίνες, τις ομάδες νομικής υποστήριξης ευπαθών κοινωνικών ομάδων, τα φροντιστήρια αλληλεγγύης, τις συνεργατικές επιχειρήσεις, τα ανταλλακτικά παζάρια, τα σχολεία μεταναστών, μέχρι και τα κοινωνικά ωδεία, τις ομάδες χορού, τις θεατρικές ομάδες, τα συλλογικά εργαστήρια, τις εργατικές λέσχες και τα διάφορα στέκια, οι γυναίκες δίνουν πνοή και εμπνέουν όλες τις εστίες  αντίστασης στην ανθρωπιστική καταστροφή.

Η έκρηξη των κοινωνικών αντιφάσεων μέσα στη δίνη της σημερινής κρίσης διαμορφώνει τους όρους για την ανατροπή των κοινωνικών στερεοτύπων και των διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας, που η ίδια έχει εσωτερικεύσει και ενστερνισθεί. Η γυναίκα που έμεινε άνεργη ή δουλεύει σε 2 και 3 δουλειές για να επιβιώσει η οικογένεια, η μονογονεϊκή οικογένεια, η γυναίκα που έχασε το σπίτι της, αισθάνεται υποχρεωμένη να οργανώσει τη ζωή της σε καινούργιες βάσεις και να αγωνισθεί συλλογικά για να επιβιώσει, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της.

Αλλά και η νοικοκυρά, που έχασε πια τα υλικά αγαθά, που έδιναν κάποια λάμψη στη ζωή της αναγκάζεται να επαναπροσδιορισθεί, με βάση τις απώλειες, τις στερήσεις και τις ματαιώσεις της, με μουτζουρωμένη, στις νέες συνθήκες, την ψεύτικη λάμψη των τηλεοπτικών σειρήνων.

Όταν η κρίση έρχεται να ακυρώσει οποιαδήποτε κοινωνική αξία μπορούσε να έχει η ζωή της, τότε είναι υποχρεωμένη να συγκρουσθεί με την εξατομίκευση, τη μοναξιά και την παθητικότητα και να αλλάξει στάση ζωής, αναζητώντας τη συλλογικότητα, την αγωνιστικότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη. Μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης της Δημόσιας Παιδείας και της Δημόσιας Υγείας, οι γυναίκες σε αυτούς τους χώρους, όπως και σε ολόκληρο τον κοινωνικό χώρο άλλωστε, είναι υποχρεωμένες να πλαισιώσουν, μαζί με τους άνδρες, ένα πλατύ διεκδικητικό κίνημα, συνδικαλιστικό, πολιτικό, κοινωνικό για την έξοδο από την κρίση, για το δικαίωμα όλων στη ζωή και την αξιοπρέπεια.

Σε μια εποχή που η οικονομική και κοινωνική κρίση προκαλεί, μεταξύ των άλλων, αύξηση της διάδοσης των ψυχικών διαταραχών, των εξαρτήσεων και των αυτοκτονιών, ο αναστοχασμός, η κριτική στάση απέναντι στα πράγματα, σε σύγκρουση με τις πλάνες που καλλιεργεί η κυρίαρχη ιδεολογία με τη συνδρομή των συστημικών ΜΜΕ, οι συμμετοχικές διαδικασίες και η συλλογική δράση, ενδυναμώνοντας την ταυτότητα και αυξάνοντας την ψυχική ανθεκτικότητα γίνεται πλέον όρος όχι μόνο ψυχολογικής αλλά και βιολογικής επιβίωσης.

Η κατάκτηση της συλλογικότητας και της αγωνιστικότητας είναι το θεμέλιο και της θεραπείας απεξάρτησης από ουσίες και άλλες εξαρτήσεις, το θεμέλιο βαθιών αλλαγών, αναδόμησης της προσωπικότητας ως προϋπόθεση μετατροπής αυτών των ευάλωτων, αποξενωμένων απ’ όλους και από τον εαυτό τους ατόμων σε κοινωνικά υποκείμενα.

Θέλω να τιμήσω ιδιαίτερα τις γυναίκες στα θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης που ξεπερνώντας εσωτερικές και εξωτερικές αντιστάσεις υπερβαίνουν τον εαυτό τους και τα φορτία της εξατομίκευσης,  της μιζέριας και του κοινωνικού ρατσισμού που κουβαλούν στους αδύνατους ώμους τους και συμμετέχουν σε αγωνιστικές πρωτοβουλίες,  συλλογικές δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, συμβάλλοντας και αυτές στον κοινό αγώνα για τη δημιουργία νέων κοινωνικών δεσμών συντροφικότητας και αλληλεγγύης.

Στην Ελλάδα της κρίσης και της ανθρωπιστικής καταστροφής όλο και περισσότερες γυναίκες συναντιούνται στους δρόμους του αγώνα. Εδώ αναβιώνουν οι καλύτερες παραδόσεις των ανταρτισσών της Αντίστασης και του Εμφυλίου του ’41- ’49 στις πόλεις και τα βουνά, των γυναικών των φυλακών Αβέρωφ και των άλλων φυλακών και τόπων εκτόπισης και εξορίας, των απλών γυναικών του λαού, αλλά και των γυναικών της Επιστήμης και της Τέχνης.

Σίγουρα έχουμε πολύ δρόμο ακόμα να διανύσουμε μέχρι να κατακτήσουμε την ισότητα των φύλων, στην κοινωνία όπου θα έχει καταργηθεί η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η ταπείνωση και ο εξευτελισμός ανθρώπου από άνθρωπο, στην αταξική κοινωνία, όπου η εργασία δεν θα είναι καταναγκασμός αλλά ελεύθερη, δημιουργική δραστηριότητα.

Μ’ αυτό το όραμα της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης πρέπει να αγωνιστούμε, με το πάθος που μας χαρακτηρίζει, ενάντια στις δυνάμεις και τους μηχανισμούς της βιοεξουσίας, ενάντια στους κοινωνικούς αποκλεισμούς και την εξόντωση των διαφορετικών, των μη-κανονικών για το σύστημα, ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό, την Αμυγδαλέζα και όλα τα κέντρα κράτησης, τις φυλακές τύπου Γ΄.

Παίρνοντας παράδειγμα από τις γυναίκες της Ροζάβα, μέσα στον αγώνα ανακαλύπτουμε και απολαμβάνουμε την ξεχωριστή ομορφιά του. Ανακαλύπτουμε μια άλλη αισθητική, που δεν έχει καμιά σχέση με τα σημερινά πρότυπα ομορφιάς. Είναι η αισθητική της Επανάστασης.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ελένη Βαρίκα «Με διαφορετικό πρόσωπο. Φύλο, διαφορά και οικουμενικότητα», Κατάρτι, 2005, σ. 14.
Martha Nussbaum «Φύλλο και κοινωνική δικαιοσύνη» εκδ. Scripta, 2006, σελ. 123.
Michele Perrot “L entrée des femmes sur la scène sociale. Histoire des femmes et feminism” Journal Francais de Psychiatrie No 40, σελ. 6-9.
Judith Butler «Σώματα που έχουν σημασία. Σχετικά με τα όρια του «φύλου» σε επίπεδο λόγου». Στον συλλογικό τόμο «Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις» επ. Δημ. Μακραντώνη, εκδ. «Νήσος», Αθήνα 2004, σ. 181-205.
Έφη Αβδελά «Ιστορία των γυναικών, Ιστορία του φύλου, Φεμινιστική Ιστορία» Δίνη 6 (1993) σελ. 9.
Ελιζαμπέτ Μπατεντέρ «Σε λάθος δρόμο» εκδ. Καστανιώτη 2003.
Rada Ivecovic “Le sexe de la nation” ed. Léo Sheer, 2003, σελ. 140.