ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ / ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΜΥΓΔΑΛΕΖΑΣ

Στις 29 Απριλίου του 2012, μόλις δέκα ημέρες μετά την προκήρυξη εκογών, ανοίγει, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, στην Αμυγδαλέζα, το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών, επονομαζόμενο -δια στόματος Χρυσοχοΐδη- “κέντρο κλειστής φιλοξενίας μεταναστών”. Η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας ή αλλιώς έκτακτης ανάγκης του Λουκά Παπαδήμου (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ), έχει ολοκληρώσει το PSI και στις προεκλογικές καμπάνιες των “εταίρων” της το ζήτημα της μετανάστευσης καταλαμβάνει κομβικό ρόλο.

Το άνοιγμα της Αμυγδαλέζας συμπρωταγωνιστεί, μαζί με την διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών σε μια προεκλογική καμπάνια ρατσιστικού μίσους. Τα σώματα των οροθετικών αλλά και των μεταναστών, οι οποίοι μέσω μια επιχείρησης σκούπας στη Μενάνδρου οδηγούνται στην Αμυγδαλέζα, αντανακλούν σύμφωνα με τους αστούς, μια ωρολογιακή βόμβα. Στιγματίζονται και εξαιρεμένα από την κανονικότητα οφείλουν να εγκαταλείψουν το δημόσιο πεδίο της ζωής, την πόλη. Ο βιοπολιτικός, ακραία ρατσιστικός λόγος με τον οποίο  υπουργοί και βουλευτές καταφέρνονται ενάντια στος «μιαρούς», «δεν αποτελεί απλώς πρακτική λόγου αλλά μορφή υποκειμενοποίησης», όπως τονίζει η Αθηνά Αθανασίου. Είτε στη φυλακή της αβάσταχτης μοναξιάς της ιδιωτικής σφαίρας, είτε στο “αλλού” του στρατοπέδου οι άνθρωποι αυτοί οφείλουν να γίνουν αόρατοι ως υλικές υπάρξεις, μα ορατοί ως μια αφηρημένη απειλή.

Τα σώματα των μεταναστών που βρίσκονται στο κέντρο της Αθήνας έχουν ήδη, από τον Δεκέμβρη του 2008 στιγματιστεί στο δημόσιο λόγο, ως πλιατσικολόγοι, για τη συμμετοχή τους στην εξέγερση. Στην «πρώτη πολιτική πράξη της τρέχουσας οικονομικής κρίσης», η αστική τάξη έχει αρχίσει ήδη να σκιαγραφεί την ενοχή στα σώματα αυτών που λίγα χρόνια μετά θα φυλακίσει και θα βασανίσει, προκειμένου να θωρακιστεί απέναντι σε μια κρίση που έχει περάσει πλέον και στο επίπεδο της εξουσίας.

«Τα κέντρα κράτησης μεταναστών δεν αποτελούν μια καινούρια συνθήκη στην Ελλάδα. Μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία όμως που υπάρχουν χώροι κράτησης στην ελληνική επικράτεια, έχει αλλάξει σημαντικά ο τρόπος λειτουργίας τους και οι τεχνικοί, ανθρωπιστικοί και νομικοί όροι που ρυθμίζουν την κράτηση. Η πιο σημαντική διαφορά έγκειται στο ρόλο που καλούνται να παίξουν τα κέντρα στη διαχείριση της κρίσης.[...] Σχηματικά, στα ανατολικά σύνορα της επικράτειας υπήρχαν κέντρα κράτησης μεταναστών ήδη από τις αρχές του 2000 και με μεγαλύτερη έμφαση μετά το 2004 σε νησιά του Αιγαίου (Χίος, Σάμος, Λέσβος), στη Ροδόπη αλλά και στον Έβρο. Σχηματικά, την πρώτη πενταετία του 2000 τα κέντρα κράτησης που λειτουργούσαν στην Ελλάδα ήταν εγκαταλειμμένοι χώροι –συνήθως παλιές αποθήκες, βιομηχανικοί χώροι, ξενοδοχεία κ.λπ.– που είχαν «μετασχηματιστεί κατάλληλα» ώστε να κρατούνται μετανάστες/- τριες. » Ο βιοπολιτικός ρόλος των στρατοπέδων ξεπερνά μέσα στην κρίση τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Η λειτουργία τους δε στοχεύει πλέον μόνο στην καθήλωση των μεταναστών. Πρόκειται για μια πολιτική που απευθύνεται πλέον στην καθυπόταξη ολόκληρης της κοινωνίας. Ως «έκτακτο» μέτρο, μέσα στην κρίση αποκτά το χαρακτήρα του κανόνα, αποτελώντας για το κεφάλαιο όρο για τη διασφάλιση της κανονικότητας. «Το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι ο χώρος που ανοίγεται όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας».

Το πλαίσιο, μέσω του οποίου καθίσταται δυνατό κάτι τέτοιο, είναι αυτό της παγκόσμιας κρίσης που ξεσπά την περίοδο 2007-2008 στην Αμερική και εισάγεται και στην Ευρώπη με πρώτο σταθμό την κρίση χρέους στην Ελλάδα. Αυτή είναι η συνθήκη η οποία φέρνει στο φως κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας ή αλλιώς έκτακτης ανάγκης, τη διακυβέρνηση μέσω Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, και την πολιτική αναγκαιότητα για την αστική  τάξη να δημιουργήσει στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το αδιέξοδο μπροστά στο οποίο βρίσκεται το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αδυνατώντας να υπερβεί την  ιστορική αυτή συστημική κρίση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες εξόδου, έχει φέρει στο φως νέες τεχνικές διακυβέρνησης, ή ορθότερα παλιές τεχνικές διακυβέρνησης με νέα χαρακτηριστικά. Η ανάσυρση της πολιτικής εφεδρείας του ρατσιστικού μίσους και του φασισμού, που εμφανίζεται με διαφορετικά χαρακτηριστικά στις διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, αποτελεί το πιο εκκωφαντικό δείγμα αυτής της ανάκλησης του παρελθόντος, όχι όμως σαν μια απλή επανάληψη.

Η λειτουργία της Αμυγδαλέζας και των υπολοίπων χώρων εγκλεισμού μεταναστών, με   τις δεκάδες ονομασίες, δεν αποτελούν μια ελληνική ιδιομορφία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Migreurop το 2012 ο αριθμός των επισήμων χώρων εγκλεισμού για την Ευρώπη άγγιζε τους 473. Όπως επισημαίνεται, η χαρτογράφηση αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό εικονική, αφού δεν περιλαμβάνει ad hoc εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας χαρτογράφησης, στην Ελλάδα το 2012, μετά το άνοιγμα της Αμυγδαλέζας καταγράφονται 52 χώροι εγκλεισμού, οι οποίοι εντοπίζονται κυρίως σε Αθήνα, Έβρο, Θεσσαλονίκη και στα νησιά του Αιγαίου, που βρίσκονται στα σύνορα με την Τουρκία.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ανοίγονται στις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και εκτός αυτών, με ευθύνη της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, αποτελούν μιαν αντανάκλαση της παρακμής και της χρεοκοπίας του εγχειρήματος της καπιταλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ύπαρξη των στρατοπέδων δεν αφορά μια παραφωνία στην αστική δημοκρατία, μα έναν τρόπο αυτή να συνεχίζει να υπάρχει μέσα στη συνθήκη της παγκόσμιας, ιστορικής δομικής κρίσης του καπιταλισμού. Το πολύτροπο νομικό πλαίσιο που καθορίζει τις διεθνείς πολιτικές της Ε.Ε. σχετικά με τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών ακολουθεί δύο άξονες, τον εγκλεισμό και τον έλεγχο προκειμένου να θωρακίσει την “ευρωπαϊκή ταυτότητα”, ενάντια στην ετερότητα των “βαρβάρων”. Οι φράχτες της Frontex, τα προηγμένα συστήματα του EUROSUR, τα 60 σημεία ελέγχου, τα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων αποτελούν τις υλικές εκφάνσεις της παραπάνω διατύπωσης.

Αν η χωροθέτηση των στρατοπέδων εξεταστεί σε σχέση με την πόλη, προκύπτουν ορισμένα ιδιαίτερα κρίσιμα συμπεράσματα. Στην περίπτωση της σχέσης Αμυγδαλέζας και μητροπολιτικού κέντρου της Αθήνας πολλαπλές συνθήκες ορίου συγκροτούν αυτή τη σχέση, σπρώχνοντας στο αθέατο, “εκεί που το μάτι δε φτάνει” τις υπάρξεις των μεταναστών. Μετά από μια επιχείρηση σκούπα κανείς δεν μπορεί να τους δει. Μη προσβάσιμος και αποκλεισμένος από το βλέμμα, ο μη-τόπος της Αμυγδαλέζας γίνεται το μάτι που επιτηρεί την τάξη και την ασφάλεια στο κέντρο της μητρόπολης.

Στο όριο της  πόλης, στην βορειοδυτική Αττική, οι εγκαταστάσεις του στρατοπέδου τοποθετούνται  σε ένα ευρέως περίκλειστο συγκρότημα εγκαταστάσεων, που περιλαμβάνει τα κτήρια της Αστυνομικής Ακαδημίας. Η μόνη πρόσοψη σε δημόσιας διέλευσης οδικό δίκτυο είναι αυτή, της οδού Θρακομακεδόνων. Στη βόρεια πλευρά συνορεύει με δασική έκταση της Πάρνηθας, ενώ στα δυτικά και στα νότια με τις πίσω όψεις ιδιωτικών οικοπέδων και αγροτικών εκτάσεων.

Εσωτερικά όρια διατηρούνται και μεταξύ στρατοπέδου και Αστυνομικής Ακαδημίας. Το στρατόπεδο περιλαμβάνει 15 πτέρυγες, με περίπου 20 οικίσκους η κάθε μια, συμπεριλαμβανομένης και της πτέρυγας ανηλίκων, και έχει μέγιστη χωρητικότητα 1200 άτομα, αν όπως δηλώνεται ένας οικίσκος αναλογεί σε τέσσερα άτομα. Σύμφωνα με τα στοιχέια που το ίδιο το κρατος παραθέτει στη Διαύγεια, σε σχέση με τον επισιτισμό των εγκλείστων, ο αριθμός αυτός έχει ξεπεραστεί κατά πολύ.  

Ιδιαίτερα έντονο είναι το στοιχείο της περίφραξης στην περίκλειστη έκταση του στρατοπέδου. Η περίφραξη περιλαμβάνει φράχτη από διπλή κοντσερτίνα, ενδιάμεσο κενό και δεύτερο φράχτη. Στο πίσω μέρος των εγκαταστάσεων, το οποίο δεν έχει την επιπλέον φύλαξη της πύλης εισόδου, παρεμβάλλεται ανάμεσα στο κέντρο και στα διπλανά οικόπεδα τάφρος, ενώ ακολουθεί ελεγχόμενη ζώνη διέλευσης ακτίνας 20 μέτρων. Σε κάθε πτέρυγα αναλογεί συγκεκριμένος χώρος προαυλισμού. Κάθε χώρος προαυλισμού  έχει διαχωριστεί από τους υπόλοιπους με επιπλέον διαχωριστική περίφραξη. Η επικοινωνία μεταξύ των εγκλείστων μαρτυράται στα υλικά χαρακτηριστικά του χώρου ως σημαντική απειλή.

Ο δήμος Αχαρνών στον οποίο ανήκει η Αμυγδαλέζα, αποτελείται από πολλές και διαφορετικές επιμέρους χωρικές ενότητες, οι οποίες όμως μόνο γειτνιάζουν χωρίς να αλληλοεπιδρούν. Περιοχές με διαφορετικά χαρακτηριστικά στη χρήση γη και την κλίμακα,διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς συνοχή, ενώ μεγάλες εκτάσεις καταλαμβάνονται από υπερτοπικής σημασίας χρήσεις. Η πληθυσμιακή σύνθεση του δήμου περιέχει κυρίως χαμηλά οικονομικά στρώματα, εργάτες και χειρώνακτες. Μεταξύ 1961-1991 παρατηρήθηκε ραγδαία αύξηση του πληθυσμού η οποία βασίστηκε στην εγκατάσταση ποντίων από τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, ομογενών βορειοηπειρωτών, επαναπατρισθέντων πολιτικών προσφύγων και παλιννοστούντων από χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ο αριθμός των εγκατεστημένων αυτών πληθυσμών άγγιζε –το 2000- το 1/3 του συνολικού πληθυσμού του δήμου. Μεγάλη σημασία έχει και η ύπαρξη μόνιμου οικισμού τσιγγάνων. Ο κεντρικός οικισμός του δήμου Αχαρνών, εντάσσεται στις «γειτονιές φιλοξενίας», οι οποίες δημιουργούν τον άξονα Πειραιάς-Αθήνα-Μενίδι και στις οποίες το ποσοστό μεταναστών είναι μεγαλύτερο του μητροπολιτικού μέσου όρου, χωρίς να ξεπερνά το διπλάσιο του.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν μια εικόνα πόλης, στην οποία η ανυπαρξία συνοχής δημιουργεί πολλαπλά εμπόδια στη ροή των ανθρώπων και των δραστηριοτήτων στο σύνολο του ιστού. Αποσπασμένα τμήματα δημιουργούν συνθήκες κοινότητας,  χωρίς όμως αυτό να μας επιτρέπει να πούμε ότι  επιτυγχάνεται μια σύνθεση των θραυσμάτων αυτών σε πόλη.  Μια τεράστια αντίφαση πραγματώνεται στην  ύπαρξη, από τη μέσα και από την έξω πλευρά του στρατοπέδου, ανθρώπων που ενδεχομένως με παρόμοιες εμπειρίες έφτασαν να «κατοικούν», με διαφορετικούς όρους, εδάφη που τα χωρίζει ένας δρόμος ή μερικά οικοδομικά τετράγωνα.

Αν «το σύνορο που χωρίζει το χώρο του στρατοπέδου από την πόλη δεν αφορά μια ήσυχη συγκατοίκηση φιλοξενούντος και φιλοξενούμενου, αλλά απεναντίας εννοιολογικές εκτοπίσεις, νομικούς περιορισμούς, καθώς και αιμορραγούντα όρια ανάμεσα σε κοινότητα και ετερότητα, βιώσιμη και αβίωτη ζωή», τότε η τοποθεσία της Αμυγδαλέζας συμβάλει αποφασιστικά, ώστε η ίδια η πόλη και η διάρθρωσή της να ορθωθεί ως το πιο αδιαπέραστο υλικό όριο.

Η κανονικοποίηση της ύπαρξης τέτοιων χώρων που δηλώνεται στη θεσμοθέτησή τους, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο υποθάλπει την αναγκαιότητα να συνηθίσει το κοινωνικό σώμα στη βαρβαρότητα. Ακόμη κι αν οι συνθήκες δεν είναι αυτές για τις οποίες η Ελλάδα έχει καταδικαστεί επανειλημμένα, η κράτηση χωρίς αδίκημα, γι’ αυτό που είναι και όχι γι’ αυτό που κάνει κανείς, αποτελεί μια απειλή απευθυνόμενη σε οποιονδήποτε “μη κανονικό”, σε οποιονδήποτε η ύπαρξη του δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η μεταφορά αστέγων και τοξικομανών στην Αμυγδαλέζα είναι μια πτυχή αυτής της επεκτεινόμενης απειλής. Στην πραγματικότητα όλοι οι εκμεταλλευόμενοι βρίσκονται στο στόχαστρο την περίοδο αυτή που η αναπαραγωγή του κεφαλαίου μπλοκάρει “αχρηστεύοντας” και περιθωριοποιώντας ολοένα την εργατική τάξη.

Εν όψει της ιστορικής τομής που συντελέστηκε στην Ελλάδα με την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, το ζήτημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο μετά από μια περίοδο σποραδικής κινηματικής δραστηριότητας ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς συλλογικότητες μεταναστών αλλά και άλλοι κινηματικοί φορείς ζητούν από την κυβέρνηση το κλείσιμο των χώρων αυτών. Η σύμπραξη του ΣYPIZA με τους ρατσιστές, εθνικιστές των ΑΝΕΛ, θέτει ζητήματα για το πως θα επιτευχθεί μια τέτοια αλλαγή. H ψυχρή υποδοχή που επιφύλαξε ο Kαμμένος στη δήλωση του Tσίπρα για ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών δεύτερης γενιάς και η “κόκκινη γραμμή στο ζήτημα των φυλακών τύπου Γ-των στρατοπέδων συγκεντρώσεις για τον εσωτερικό εχθρό, είναι ενδεικτικές  των αντιφάσεων μέσα στην κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας». Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και δεν μπορεί να λυθεί παρά [με αγώνες σε εθνική και] σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης πρέπει εδώ και τώρα να κλείσουν και όλοι οι έγκλειστοι μετανάστες να μεταφερθούν σε ανοιχτές δομές, μέσα στον αστικό ιστό. Πρέπει επίσης να δοθεί άδεια παραμονής σε εκείνους που θέλουν να μείνουν και άδεια να φύγουν εκείνοι που το ζητούν. “Μέσα σ’ αυτή την εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αυτής που περιγράφεται ως η κατ’ εξοχήν ιστορική περίοδος της «ελεύθερης, διαμέσου των όποιων συνόρων, κίνησης και κυκλοφορίας κεφαλαίων, αγαθών, πληροφοριών και ανθρώπων», κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, τα εκατομμύρια των «απόκληρων της παγκοσμιοποίησης», οφείλουν (ως αποτέλεσμα ακριβώς της λειτουργίας αυτής της «ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου») να «παραμένουν στη θέση τους», ή, η όποια μετακίνησή τους, να γίνεται υπό όρους.” Χρειάζεται να μπει τέλος στην αναγκαστική καθήλωση όλων αυτών των ταξικών μας αδερφιών που είτε για οικονομικούς λόγους είτε λόγω προσφυγιάς βρέθηκαν εδώ.

Όταν μέσα στη δίνη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ισχυρίστηκε ότι “σύμφωνα με την παράδοση των Καταπιεσμένων η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» δεν είναι στις μέρες που ζούμε η εξαίρεση αλλά ο κανόνας”, διατύπωσε επίσης ότι   «αποστολή μας είναι να δημιουργήσουμε μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης» ώστε να «βελτιωθεί η θέση μας στον αγώνα κατά του φασισμού». Σήμερα, ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται βυθισμένη σε ένα ιστορικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο το οποίο δεν μπορεί να λυθεί σε επίπεδο διαχείρισης εντός του παρηκμασμένου καπιταλιστικού συστήματος. Μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η επαναστατική κινητοποίηση των ευρωπαϊκών λαών, είναι η μόνη που μπορεί να βάλει τέλος στο τέρας της Ευρώπης-φρούριο. Η ενοποίηση των λαών της Ευρώπης πάνω σε σοσιαλιστικές βάσεις είναι η μόνη εγγύηση για το τέλος της φρίκης των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αυτών των ανοιχτών πληγών που η ευρωπαϊκή ιστορία κουβαλά από τη δεκαετία του '30.

Θάλεια Τρακάκη


Αθανασίου Αθηνά, Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2012, σ.13

Dominique Strauss Kahn, επικεφαλής ΔΝΤ, Le Monde, 13.12.2008

Λαφαζάνη Όλγα, «Παρανομοποίηση»- πειθάρχηση- αντίσταση, Ο ρόλος των κέντρων κράτησης μεταναστών στη διαχείριση της κρίσης», διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος, Μάιος 2013, στο: http://www.chronosmag.eu/index.php/lfpps-pths-ss-1.html

Agamben Giorgio, «Homo Sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», Εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2005, σ.260

Invisible immigration detention sites, Encampment map 2012, στο: http://en.closethecamps.org/2013/11/23/migreurops-encampment-map/

Ενδεικτικά τον Οκτώβρη του 2012  το στρατόπεδο αριθμεί 2299 εγκλείστους, ενώ αντίστοιχα τον Απρίλη του ίδιου έτους 1617 και τον Ιούνη 1696. Τα σχετικά έγγραφα αναφέρουν τον αριθμό των ημερησίων γευμάτων ανά μήνα, οπότε διαιρώντας δια τις ημέρες του μήνα (30), προκύπτει ο αριθμός των εγκλείστων. ΑΔΑ: B42XI-ZΞΙ, ΑΔΑ: ΒΕΝ31-1ΣΦ, ΑΔΑ: ΒΛ4ΨΙ-Φ0Ν

Τα χαρακτηριστικά αυτά αναφέρονται στο Δήμο Αχαρνών πριν την καλλικρατική συνένωση με το δήμο Θρακομακεδόνων. Το τμήμα του σημερινού δήμου που αντιστοιχεί στον  πρώην δήμο Θρακομακεδόνων παρουσιάζει άλλα χαρακτηριστικά. Πρόκειται για οργανωμένο αραιοκατοικημένο οικισμό σχεδιασμένο στα πρότυπα προαστίου με καθαρά οικιστικό χαρακτήρα και κατοίκους ανώτερου οικονομικού επιπέδου. Για περισσότερα δείτε και  «Δήμος Αχαρνών, Προσεγγίσεις  του οργανωμένου αστικού σχεδιασμού στην Ελλάδα, ομάδα μελέτης χρήσεων γης και παραγωγικών δραστηριοτήτων, Γκιθώνα  Σταυρούλα, Ντρούκα Έλλη, Πρέντου Πολίνα, Χατζηπέτρου Αυγή, ΕΜΠ, ΔΤΜΣ «Αρχιτεκτονική –Σχεδιασμός του χώρου»

Βλ. Πολύζος, Γεωργακόπουλος, Γκόλιας, Καλατχοπούλου, Μάργαρης, Μαυρίδου Μπαχαροπούλου, Πατρίκιος, Πολίτης, Τροβά, Φέρτης, «Ερευνητικό πρόγραμμα: Διερεύνηση Πολεοδομικών-Κοινωνικών παραμέτρων στο Δήμο Αχαρνών/Διατύπωση κατευθύνσεων στρατηγικού αστικού σχεδιασμού για ια βιώσιμη ανάπτυξη-Πρώτη Φάση», ΕΜΠ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος. Αθήνα, 2000

Αράπογλου, Καβουλάκος, Μαλούτας, Κανδύλης «Η νέα κοινωνική γεωγραφία της Αθήνας», Σύγχρονα θέματα, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009, σ.57-67. Σύμφωνα με τους συγγραφείς ως «γειτονιές φιλοξενίας» ορίζονται οι γειτονιές εκείνες, στις οποίες το ποσοστό μεταναστών είναι μεγαλύτερο του μητροπολιτικού μέσου όρου χωρίς να ξεπερνά το διπλάσιο του.

Αθανασίου Αθηνά, «Τεχνολογίες του ανθρώπινου, Απορίες της βιοπολιτικής και το διαμελισμένο σώμα της ανθρωπότητας», στο «Ζωή στο Όριο, Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική», Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθηνα, 2007, σ.76

Μεγαλοοικονόμου Θόδωρος, «Σχετικά με την κανονικότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης την περίοδο της κρίσης του καπιταλισμού», Νέα Προοπτική, 23.06.2012

Benjamin Walter, «Πάνω στην έννοια της ιστορίας, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας», Όγδοη Θέση, παρατίθεται στη διαδικτυακή βιβλιοθήκη του περιοδικού Sarajevo στο http://www.sarajevomag.gr