91 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ

Κάθε Γενάρη, το επαναστατικό κίνημα τιμά τη μνήμη των 3Λ, του Λένιν, της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Κάρλ Λήμπκνεχτ. Οι δυο τελευταίοι σφαγιάστηκαν από την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία στις 15 Γενάρη 1919.

O Bλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν πέθανε στις 21 Γενάρη 1924. Η σφαίρα από τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του από μια σοσιαλεπαναστάτρια κατέβαλε ανεπίστρεπτα την υγεία του. Ο Λένιν υπήρξε ο ηγέτης της Oκτωβριανής  Eπανάστασης - της πρώτης μεγάλης απόπειρας οργάνωσης της κοινωνίας σε μη εκμεταλλευτικές σοσιαλιστικές βάσεις.  

Παρά τις 9 δεκαετίες που πέρασαν, θεωρούμε ότι ακόμη και σήμερα, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, το επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί να νικήσει το καπιταλιστικό κράτος χωρίς τα μαθήματα από από τη θεωρητική και πολιτική κληρονομιά του Λένιν. Η θεωρητική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, του κράτους και της επανάστασης, του επαναστατικού κόμματος «νέου τύπου» είναι οι απαραίτητες βάσεις για τη νέα «έφοδο στον ουρανό». H κοινωνική απελευθέρωση μπορεί να χαράσσει ρηξικέλευθες απαντήσεις στα νέα ερωτήματα μόνο αν βασίζεται στη θεωρητική κληρονομιά του παρελθόντος.

Ένα ζήτημα στο οποίο σπάνια δίνεται σημασία από τους μελετητές είναι η πάλη του Λένιν για τη φιλοσοφική θεμελίωση της επαναστατικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα αυτό είναι ουσιώδες. Όπως σημείωνε ο Λέον Tρότσκι είναι αδύνατο να ανατρέψεις μια τάξη χωρίς να ανατρέψεις τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης.

H πάλη λοιπόν του Λένιν για το διαλεκτικό υλισμό, από το Yλισμός και Eμπειριοκριτικισμός (1908), ως τα περίφημα Φιλοσοφικά Tετράδια είναι αναπόσπαστο μέρος της πάλης για την ανατροπή του συστήματος καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της κοινωνίας.

Ένα από τα τελευταία κείμενα του Λένιν, η φιλοσοφική κατά κάποιον τρόπο διαθήκη του, είναι το άρθρο «ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤOY MAXOMENOY YΛIΣMOY». Tο άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο θεωρητικό περιοδικό των Mπολσεβίκων Πόντ Zνάμενεμ Mαρξίσμα (Kάτω από τη Σημαία του Mαρξισμού) το Mάρτη του 1922. Σε αυτό το κείμενο ο Λένιν επιχειρεί να καθορίσει τις βασικές κατευθύνσεις και καθήκοντα των κομμουνιστών στο μέτωπο της φιλοσοφίας.

Σ’ αυτό το κείμενο προτείνει τη συστηματική επεξεργασία της χεγγελιανής διαλεκτικής και τη δημιουργία ενός «συνδέσμου υλιστών οπαδών της χεγγελιανής διαλεκτικής». Tο κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στον τόμο 45 των Aπάντων του Λένιν (Eκδόσεις Σύγχρονη Eποχή).

Ο Λένιν προτείνει τη συστηματική επεξεργασία της χεγγελιανής διαλεκτικής και τη δημιουργία ενός «συνδέσμου υλιστών οπαδών της χεγγελιανής διαλεκτικής». (σελ. 30-31).

Προτείνει επίσης τη συμμαχία των εκπρόσωπων του μαχόμενου υλισμού με τους εκπροσώπους των σύγχρονων φυσικών επιστημών. Γράφει:

«Πρέπει να προσέξουμε περισσότερο αυτή τη συμμαχία. Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ακριβώς αυτή η απότομη στροφή που κάνουν τώρα οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες δημιουργεί πλήθος αντιδραστικών φιλοσοφικών σχολών και παρασχολών, κατευθύνσεων και παρακατευθύνσεων. Γι’ αυτό η παρακολούθηση των ζητημάτων που βάζει η νεότατη επανάσταση στον τομέα των φυσικών επιστημών, και η εξασφάλιση της συνεργασίας των φυσιοδιφών στο φιλοσοφικό περιοδικό, είναι πρόβλημα που χωρίς τη λύση του, ο μαχόμενος υλισμός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ούτε μαχόμενος, ούτε υλισμός» (τομ. 45, σελ. 29).

Ενάντια σ' αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν να στέκονται στο έδαφος της επιστήμης ή του υλισμού χωρίς την διαλεκτική, προειδοποιεί:

«Και για να μην αντιμετωπίσουμε επιπόλαια ένα παρόμοιο φαινόμενο, πρέπει να καταλάβουμε πως χωρίς σοβαρή φιλοσοφική θεμελίωση καμιά φυσική επιστήμη, κανένας υλισμός δεν μπορεί να αντιπαλέψει την επίθεση των αστικών ιδεών και την αναστήλωση της αστικής κοσμοθεωρίας. Ο φυσιοδίφης για να αποδυθεί στην πάλη αυτή και για να τα βγάλει πέρα με απόλυτη επιτυχία, πρέπει να είναι ένας σύγχρονος υλιστής, συνειδητός, οπαδός του υλισμού που εκπροσωπεί ο Μαρξ, δηλαδή πρέπει να είναι διαλεκτικός υλιστής. Για να πετύχουν το σκοπό αυτό οι συνεργάτες του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» πρέπει να οργανώσουν τη συστηματική μελέτη της διαλεκτικής του Χέγγελ από υλιστική άποψη...», (ό.π., σελ. 29-30).

Η μέθοδος της μαρξιστικής υλιστικής διαλεκτικής για τον Λένιν ήταν ο τρόπος με τον οποίο οικοδομούσε το Μπολσεβίκικο Κόμμα, την Κομμουνιστική (Τρίτη) Διεθνή και έλυνε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εργατική τάξη στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της παγκόσμιας επανάστασης που είχε αρχίσει τον Οχτώβρη του 1917.

Οι συμβουλές του στο «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» συνεχίζουν την πάλη που διεξήγαγε ενάντια στις ιδεαλιστικές τάσεις στον «Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό» (τομ. 18) και στα «Φιλοσοφικά Τετράδια» (τομ. 29).

Για τον Λένιν «η Διαλεκτική είναι η θεωρία της γνώσης του (Χέγκελ και του) Μαρξισμού. Αυτή είναι η «πλευρά» του ζητήματος (δεν είναι «μια πλευρά» αλλά η ουσία του ζητήματος) στην οποία δεν έδωσε προσοχή ο Πλεχάνοφ, για να μην μιλήσουμε για άλλους μαρξιστές»  σημειώνει. (τόμος 29, σελ. 321).
 
Την περίοδο της παντοδυναμίας του ο Aρχηγός της γραφειοκρατίας I. B. Στάλιν αντικατάστησε την επιστημονική κοσμοθεωρία του μαρξισμού με ένα σύστημα κωδικοποιημένων (μεταφυσικών) νόμων, που ενσωματώνονται στο διαβόητο Diamat.

Οι διαλεκτικοί νόμοι, κατηγορίες και έννοιες, αντί να αφαιρούνται από τη διαρκή κίνηση και αλλαγή του εξωτερικού υλικού κόσμου μετατρέπονται σε έτοιμες αιώνιες αλήθειες που εφαρμόζουν πάνω στα φυσικο-ιστορικά φαινόμενα.  Συγχρόνως, ο σταλινισμός θα θέσει υπό διωγμό όλες τις μοντέρνες επιστημονικές θεωρίες, τη βιολογία, την κβαντομηχανική και τη σχετικότητα… H επανάσταση στις φυσικές επιστήμες θα αντιμετωπιστεί με εχθρότητα από το κόμμα που υποτίθεται ενσάρκωνε την επανάσταση.

Στο άρθρο του Λένιν που παραθέτουμε, η πρώτη παράγραφος αναφέρει: «Για τα γενικά καθήκοντα του περιοδικού ‘Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα’ ο σύντροφος Τρότσκι στο τεύχος 1-2 είπε ήδη ό,τι έπρεπε να ειπωθεί και τα είπε πολύ καλά». Ας σημειώσουμε εδώ, ότι αυτή η παράγραφος, σε όλες τις προηγούμενες μεταφράσεις του άρθρου στα ελληνικά, είχε παραληφθεί από τους σταλινικούς εκδότες! Η σταλινική μηχανή της παραποίησης είχε δουλέψει λογοκρίνοντας και τον Λένιν...

Θ. Kουτσουμπός



Β. Ι. Λένιν - ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΧΟΜΕΝΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

Για τα γενικά καθήκοντα του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» ο σύντροφος Τρότσκι στο τεύχος 1-2 είπε ήδη ό,τι έπρεπε να ειπωθεί και τα είπε πολύ καλά. Θα ήθελα να σταθώ σε μερικά ζητήματα που καθορίζουν ακριβέστερα το περιεχόμενο και το πρόγραμμα της δουλειάς που ανάγγειλε η Σύνταξη του περιοδικού στο εισαγωγικό σημείωμα του τεύχους 1-2.

Στο σημείωμα αυτό αναφέρεται πως όλοι όσοι έχουν συγκεντρωθεί γύρω από το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» δεν είναι κομμουνιστές, όλοι όμως είναι συνεπείς υλιστές. Νομίζω ότι μια τέτια συμμαχία κομμουνιστών και μη κομμουνιστών είναι απόλυτα αναγκαία και καθορίζει σωστά τα καθήκοντα του περιοδικού. Ένα από τα πιο μεγάλα και επικίνδυνα λάθη των κομμουνιστών (και γενικά των επαναστατών που άρχισαν με επιτυχία μια μεγάλη επανάσταση) είναι η αντίληψη πως μπορούν τάχα την επανάσταση να την ολοκληρώσουν με τις προσπάθειες των επαναστατών. Αντίθετα, για την επιτυχία κάθε σοβαρής επαναστατικής δουλειάς είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε και να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη την αρχή πως οι επαναστάτες μπορούν να παίζουν το ρόλο μόνο της πρωτοπορίας μιας πραγματικά βιώσιμης και πρωτοπόρας τάξης. Η πρωτοπορία μόνο τότε εκπληρώνει τα καθήκοντα της πρωτοπορίας, όταν ξέρει να μην αποσπάται από τη μάζα που καθοδηγεί, αλλά πραγματικά να οδηγεί ολόκληρη τη μάζα προς τα μπρος. Αν δεν γίνει συμμαχία με τους μη κομμουνιστές στους πιο διαφορετικούς τομείς δράσης ούτε λόγος μπορεί να γίνει για οποιαδήποτε επιτυχή κομμουνιστική οικοδόμηση.

Αυτό αφορά και τη δουλειά της υπεράσπισης του υλισμού και του μαρξισμού, που ανέλαβε το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα». Στις κύριες κατευθύνσεις της πρωτοπόρας κοινωνικής σκέψης της Ρωσίας υπάρχει ευτυχώς σοβαρή υλιστική παράδοση. Αφήνοντας πια τον Γκ. Β. Πλεχάνοφ, αρκεί να αναφέρουμε τον Τσερνισέβσκι, σε σύγκριση με τον οποίο οι σημερινοί ναρόντνικοι (λαϊκοί σοσιαλιστές, Εσέροι, κτλ.) υποχωρούσαν συχνά, κυνηγώντας μοντέρνες αντιδραστικές φιλοσοφικές θεωρίας, παρασυρόμενοι από την ψεύτικη λάμψη της δήθεν «τελευταίας λέξης» της ευρωπαϊκής επιστήμης και μη μπορώντας να διακρίνουν κάτω από την ψεύτικη εκείνη λάμψη τη μια ή την άλλη ποικιλομορφία τής δουλοπρέπειας προς την αστική τάξη, τις προλήψεις της και την αντιδραστικότητα των αστών.

Πάντως, στη Ρωσία υπάρχουν ακόμα –και θα υπάρχουν οπωσδήποτε για πολύ ακόμη καιρό– υλιστές στο στρατόπεδο των μη κομμουνιστών, και επιτακτικό χρέος μας είναι να προσελκύσουμε σε συνεργασία όλους τους οπαδούς του συνεπούς και μαχόμενου υλισμού στην πάλη με την αντιδραστική φιλοσοφία και τις φιλοσοφικές προλήψεις της λεγόμενης «μορφωμένης κοινωνίας». Ο Ντίτσγκεν-πατέρας, που δεν πρέπει να τον συγχέουμε με το γιο του –έναν δημοσιολόγο τόσο υπεροπτικό, όσο και αποτυχημένο– διατύπωσε σωστά, εύστοχα και καθαρά τη βασική άποψη του μαρξισμού σχετικά με τις φιλοσοφικές κατευθύνσεις που κυριαρχούν στις αστικές χώρες και τραβούν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και των δημοσιολόγων, λέγοντας πως τις περισσότερες φορές οι καθηγητές της φιλοσοφίας στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο, παρά «διπλωματούχοι λακέδες της παπαδοκρατίας».

Οι ρώσοι μας διανοούμενοι, που αρέσκονται να θεωρούν τον εαυτό τους πρωτοπόρο, όπως άλλωστε και οι συνάδελφοί τους σε όλες τις άλλες χώρες, δεν αγαπούν καθόλου να μεταφερθεί το ζήτημα στο επίπεδο της εκτίμησης που κάνει ο Ντίτσγκεν. Και δεν το αγαπούν, γιατί η αλήθεια τους πειράζει. Αρκεί να αναλογιστούμε κάπως την κρατική εξάρτηση, στη συνέχεια τη γενική οικονομική εξάρτηση, κατόπι την εξάρτηση της καθημερινής ζωής και κάθε άλλη εξάρτηση των μορφωμένων ανθρώπων σήμερα από την κυρίαρχη αστική τάξη, για να καταλάβουμε την απόλυτη ορθότητα αυτού του αυστηρού χαρακτηρισμού του Ντίτσγκεν. Αρκεί να θυμηθούμε τις περισσότερες μοντέρνες φιλοσοφικές κατευθύνσεις που τόσο συχνά εμφανίζονται στις ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζοντας έστω από εκείνες που σχετίζονταν με την ανακάλυψη του ραδίου, και τελειώνοντας με εκείνες που πάνε τώρα να πιαστούν από τον Αϊνστάιν, –για να καταλάβουμε το δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα ταξικά συμφέροντα και στις ταξικές απόψεις της αστικής τάξης, ανάμεσα στην υποστήριξη που δίνει στις κάθε λογής θρησκείες και στο ιδεολογικό περιεχόμενο των μοντέρνων φιλοσοφικών κατευθύνσεων.

Απ' όλα τα παραπάνω φαίνεται πως ένα περιοδικό, που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, πρέπει να είναι, πρώτο, όργανο μαχητικό, δηλαδή πρέπει να ξεσκεπάζει και να καταπολεμά με συνέπεια όλους τους σύγχρονους «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας», αδιάφορο αν εμφανίζονται σαν εκπρόσωποι της επίσημης επιστήμης, ή σαν ελεύθεροι σκοπευτές που αυτοαποκαλούνται δημοσιολόγοι της «δημοκρατικής αριστεράς ή ιδεολόγοι-σοσιαλιστές». Δεύτερο, το περιοδικό αυτό πρέπει να είναι όργανο του μαχόμενου αθεϊσμού. Έχουμε υπηρεσίες ή τουλάχιστο κρατικά ιδρύματα που καταγίνονται με τη δουλειά αυτή. Μα η δουλειά αυτή είναι πολύ αδύνατη, εντελώς ανεπαρκής, γιατί δέχεται, όπως φαίνεται, την καταθλιπτική επίδραση των γενικών συνθηκών της πραγματικά ρωσικής (αν και σοβιετικής) γραφειοκρατίας μας. Γι' αυτό, το περιοδικό που αναλαμβάνει το καθήκον να γίνει όργανο του μαχόμενου υλισμού, πρέπει –κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία– δίπλα στο έργο των αντίστοιχων κρατικών ιδρυμάτων για τη βελτίωση και την αναζωογόνηση της δουλειάς να κάνει έντονη αθεϊστική προπαγάνδα και πάλη. Πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή όλη η σχετική φιλολογία σε όλες τις γλώσσες, να μεταφράζεται ή τουλάχιστο να μεταδίδεται περιληπτικά καθετί που έχει κάποια αξία σ' αυτό τον τομέα.

Ο Έγκελς από καιρό ακόμη συμβούλευε τους καθοδηγητές του σύγχρονου προλεταριάτου να μεταφράσουν τα μαχητικά αθεϊστικά έργα του τέλους του 18ου αιώνα για να κυκλοφορούν πλατιά μέσα στο λαό. Είναι ντροπή μας που ως τα σήμερα δεν το κάναμε (είναι κι αυτό μια από τις πολυάριθμες αποδείξεις ότι πολύ ευκολότερα μπορεί κανείς να κατακτήσει την εξουσία σε μια επαναστατική περίοδο, παρά να χρησιμοποιήσει σωστά αυτή την εξουσία). Κάποτε γίνονταν προσπάθειες να δικαιολογηθεί αυτή η χαλαρότητα, η αδράνεια και η αδεξιότητά μας μ' ένα σωρό «σοβαροφανείς» ισχυρισμούς, όπως π.χ. ότι τα παλιά αθεϊστικά έργα του 18ου αιώνα έχουν τάχα ξεπεραστεί, δεν είναι επιστημονικά, είναι απλοϊκά κτλ. Δεν υπάρχει πράγμα χειρότερο από κάτι τέτοιες, δήθεν επιστημονικές σοφιστείες, που πάνε να καλύψουν ή το σχολαστικισμό, ή την πλήρη άγνοια του μαρξισμού. Φυσικά, στα αθεϊστικά συγγράμματα των επαναστατών του 18ου αιώνα θα βρεθούν όχι λίγα σημεία και αντιεπιστημονικά και απλοϊκά. Μα κανένας δεν εμποδίζει τους εκδότες αυτών των έργων να τα περικόψουν και να προσθέσουν σ' αυτά σύντομους επίλογους, όπου να φαίνεται η πρόοδος που σημείωσε η ανθρωπότητα από τα τέλη του 18ου αιώνα κι εδώ στον τομέα της επιστημονικής κριτικής της θρησκείας, να αναφέρονται τα σχετικά νεότερα έργα κτλ. Θα κάναμε το μεγαλύτερο και το χειρότερο λάθος που μπορεί να κάνει ένας μαρξιστής, αν λέγαμε πως τα πολλά εκατομμύρια των λαϊκών (ιδιαίτερα των αγροτικών και βιοτεχνικών) μαζών, που ολόκληρη η σύγχρονη κοινωνία τα έχει καταδικάσει στο σκοτάδι, στην αμάθεια και στις προλήψεις, μπορούν να απαλλαγούν από το σκοτάδι αυτό μόνο με την ευθεία γραμμή της καθαρά μαρξιστικής διαφώτισης. Στις μάζες αυτές πρέπει να δώσουμε πολυποίκιλο υλικό για την αθεϊστική προπαγάνδα, να τις κατατοπίσουμε στα γεγονότα που παρουσιάζουν οι πιο διαφορετικές πλευρές της ζωής, να τις πλησιάσουμε με διάφορους τρόπους, για να τους προκαλέσουμε το ενδιαφέρον, να τους ξυπνήσουμε από το θρησκευτικό λήθαργο, να τις τραντάξουμε απ' όλες τις μεριές, με τους πιο διαφορετικούς τρόπους κτλ.

Τα συγγράμματα των παλιών αθεϊστών του 18ου αιώνα, τα γραμμένα με πνεύμα, με ζωντάνια και με ταλέντο, που χτυπούσαν με τρόπο ευφυή και απροκάλυπτο την παπαδοκρατία, θα αποδειχτούν σε μια σειρά περιπτώσεις χίλιες φορές πιο κατάλληλα για να ξυπνήσουν τους ανθρώπους από το θρησκευτικό λήθαργο, παρά τα ανιαρά, μονότονα, χωρίς σχεδόν κανένα καλοδιαλεγμένο στοιχείο, αναμασήματα του μαρξισμού, που κυριαρχούν στη φιλοσοφία μας και που (γιατί να το κρύβουμε) συχνά διαστρεβλώνουν το μαρξισμό. Όλα τα οπωσδήποτε μεγάλα έργα του Μαρξ και του Έγκελς τα έχουμε μεταφράσει. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να φοβόμαστε πως ο παλιός αθεϊσμός και ο παλιός υλισμός δεν θα συμπληρωθούν σε μας με τις διορθώσεις που έκαναν ο Μαρξ και ο Έγκελς. Το πιο σπουδαίο –και αυτό ακριβώς ξεχνούν τις περισσότερες φορές οι δικοί μας οι δήθεν μαρξιστές-κομμουνιστές που στην πραγματικότητα παραμορφώνουν το μαρξισμό– είναι να μπορέσουμε να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον των εντελώς καθυστερημένων ακόμη μαζών με τη συνειδητή αντιμετώπιση των θρησκευτικών ζητημάτων και με τη συνειδητή κριτική της θρησκείας.

Από την άλλη μεριά, κοιτάξτε τους εκπροσώπους της σύγχρονης επιστημονικής κριτικής της θρησκείας. Σχεδόν πάντα οι εκπρόσωποι αυτοί της μορφωμένης αστικής τάξης «συμπληρώνουν» τα ίδια τα επιχειρήματά τους που ανασκευάζουν τις θρησκευτικές προλήψεις με τέτοιους συλλογισμούς, που αμέσως τους ξεσκεπάζουν σαν υποτελείς της ιδεολογίας της αστικής τάξης, σαν «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας».

Ορίστε δυο παραδείγματα. Ο καθηγητής Ρ.Γ. Βίπερ τύπωσε το 1918 ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο: «Η εμφάνιση του χριστιανισμού» (έκδοση «Φάρος», Μόσχα). Εκθέτοντας τα βασικά συμπεράσματα της σύγχρονης επιστήμης, ο συγγραφέας όχι μόνο δεν καταπολεμά τις προλήψεις και την απάτη, που είναι το όπλο της εκκλησίας, σαν πολιτικής οργάνωσης, όχι μόνο παρακάμπτει αυτά τα ζητήματα, μα προβάλλει τον εντελώς γελοίο και αντιδραστικότατο ισχυρισμό ότι στέκει πάνω από τις δυο «ακρότητες»: και την ιδεαλιστική και την υλιστική. Αυτό δεν είναι παρά δουλοπρέπεια απέναντι στην κυρίαρχη αστική τάξη, που ξοδεύει εκατοντάδες εκατομμύρια ρούβλια σε όλο τον κόσμο από τα κέρδη που ξεζουμίζει από τους εργαζόμενους για να υποστηρίξει τη θρησκεία.

Ο γνωστός γερμανός επιστήμονας Άρτουρ Ντρεβς, καταπολεμώντας στο βιβλίο του Ο μύθος του Χριστού τις θρησκευτικές προλήψεις και τα παραμύθια, ενώ αποδείχνει πως κανένας Χριστός δεν υπήρξε, στο τέλος του βιβλίου τάσσεται υπέρ της θρησκείας, μόνο που πρέπει να είναι ανανεωμένη αποκαθαρισμένη, εκλεπτυσμένη, ικανή να αντισταθεί στο «νατουραλιστικό ρεύμα που γίνεται από μέρα σε μέρα όλο και πιο ισχυρό» (σελ. 238 της 4ης γερμανικής έκδοσης του 1910). Πρόκειται εδώ για έναν απροκάλυπτο αντιδραστικό, συνειδητό, που βοηθά ανοιχτά τους εκμεταλλευτές να αντικαταστήσουν τις παλιές και σαθρές θρησκευτικές προλήψεις με προλήψεις καινούριες, ακόμη πιο σιχαμερές και χυδαίες.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έπρεπε να μεταφραστεί ο Ντρεβς. Αυτό σημαίνει ότι οι κομμουνιστές και όλοι οι συνεπείς υλιστές πρέπει, πραγματοποιώντας σ' έναν ορισμένο βαθμό τη συμμαχία τους με την προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης, να την ξεσκεπάζουν αδίστακτα, όταν η μερίδα αυτή περνάει σε θέσεις αντιδραστικές. Αυτό σημαίνει πως όποιος φοβάται τη συμμαχία με τους εκπροσώπους της αστικής τάξης του 18ου αιώνα, δηλ. της εποχής που η τάξη αυτή ήταν επαναστατική, προδίδει το μαρξισμό και τον υλισμό, γιατί η «συμμαχία» με τους Ντρεβς με τη μια ή την άλλη μορφή, στον άλφα ή στον βήτα βαθμό, είναι για μας υποχρεωτική στην πάλη ενάντια στον κυρίαρχο θρησκευτικό σκοταδισμό.

Το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα», που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, οφείλει να δόσει μεγάλη προσοχή στην αθεϊστική προπαγάνδα, στην παρακολούθηση της σχετικής φιλολογίας και στην αναπλήρωση των τεράστιων κενών της κρατικής μας δουλειάς σ' αυτό τον τομέα. Ιδιαίτερη σημασία έχει να χρησιμοποιούνται τα βιβλία και οι μπροσούρες που περιέχουν πολλά συγκεκριμένα στοιχεία και συγκρίσεις και που δείχνουν το δεσμό των ταξικών συμφερόντων και των ταξικών οργανώσεων της σύγχρονης αστικής τάξης με τις οργανώσεις των θρησκευτικών ιδρυμάτων και της θρησκευτικής προπαγάνδας. Ξεχωριστή σπουδαιότητα έχουν όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, όπου λιγότερο διαφαίνεται ο επίσημος, ο δημόσιος, ο κρατικός δεσμός ανάμεσα στη θρησκεία και στο κεφάλαιο. Σε αντάλλαγμα όμως βλέπουμε πιο καθαρά πως η λεγόμενη «σύγχρονη δημοκρατία» (που τόσο ανόητα κοψομεσιάζονται μπροστά της οι μενσεβίκοι, οι Εσέροι και ως ένα σημείο και οι αναρχικοί κτλ.) δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ελευθερία να προπαγανδίζεται αυτό που συμφέρει στην αστική τάξη, και την τάξη αυτή τη συμφέρει να διακηρύσσονται οι πιο αντιδραστικές ιδέες, η θρησκεία, ο σκοταδισμός, η υπεράσπιση των εκμεταλλευτών κτλ.

Θα ήθελα να ελπίζω πως το περιοδικό που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, θα δόσει στο αναγνωστικό μας κοινό υλικά της αθεϊστικής φιλολογίας, υποδείχνοντας για ποιες ακριβώς κατηγορίες αναγνωστών και από ποια πλευρά θα ήταν κατάλληλα τα διάφορα έργα, αναφέροντας ποια βιβλία εκδώσαμε ως τώρα (και πρέπει να παρθούν υπόψη μόνο οι κάπως καλές μεταφράσεις που δεν είναι και τόσο πολλές) και ποια πρέπει ακόμη να εκδοθούν.
[…]

12/ ΙΙΙ/1922
Ν. ΛΕΝΙΝ
(«Άπαντα», τόμος 45, σελ. 23-33)