Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

[Το κείμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της εισήγησης της σ. Αναστασίας Λαμπρου, στο 9ο εκπαιδευτικό camping του EEK, στον Aγιόκαμπο Λάρισας, την Παρασκευή 25 Iουλίου 2014.]

Σύμφωνα με τις φιλελεύθερες αντιλήψεις, «ζούμε πια στην κοινωνία των ίσων ευκαιριών». 
Ας εξετάσουμε αν το παραπάνω βρίσκει εφαρμογή στην ελληνική κοινωνία σήμερα.

Καλλιόπη, ετών 67. Σύζυγος, μητέρα και γιαγιά. Εργάστηκε τα μισά χρόνια της ζωής της στην οικογενειακή επιχείρηση ως «συνβοηθόν μη αμειβόμενο μέλος της οικογένειας» ενώ παράλληλα είχε την αποκλειστική φροντίδα του νοικοκυριού και των δύο παιδιών της. Κακοποιήθηκε σωματικά και ψυχολογικά από το σύζυγό της τον οποίο δε χώρισε ποτέ και ο οποίος κακοποιούσε και τα παιδιά τους. Σύνταξιούχος πια, με σύνταξη πείνας  λόγω λίγων ενσήμων που κατάφερε να μαζέψει - όταν εργαζόταν πριν το γάμο παρ’ ότι το αφεντικό της τής τα «έτρωγε». Εργάζεται από τα 14 και συνεχίζει να «βοηθά» στην οικογενειακή επιχείρηση του γιου της πια. Τελείωσε το δημοτικό.

Μαριάννα ετών 62. Σύζυγος, μητέρα και γιαγιά. Παντρεύτηκε με προξενιό στα είκοσι το κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό της «κελεπούρι», κατά τα λεγόμενα των συγγενών της. Βγήκε κάποια στιγμή στην αγορά εργασίας από οικονομική ανάγκη αλλά τα ένσημά της δεν ήταν αρκετά για να της εξασφαλίσουν μία σύνταξη. Ο εν διαστάσει σύζυγός της δεν της δίνει «διατροφή» αλλά ούτε και διαζύγιο. Κάποια στιγμή αναγκάστηκε να εργαστεί εσωτερική σε αδήλωτη εργασία υπηρετώντας μια πλούσια ηλικιωμένη. Σήμερα ζει μόνη, χωρίς σύνταξη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη υποστηριζόμενη από τα παιδιά της. Κακοποιήθηκε σωματικά και ψυχολογικά. Τελείωσε το δημοτικό.

Ντίνα ετών 40. Αν και εργάζεται σχεδόν είκοσι χρόνια, τα ένσημα που έχει συγκεντρώσει είναι δυσανάλογα λιγότερα απ΄ ότι αν τα έπαιρνε κανονικά. Εργάστηκε σε πολλές δουλειές όπου η αμοιβή της αλλά και τα ένσημά της δεν ήταν τα νόμιμα σύμφωνα με τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις. Εργάστηκε σε αδήλωτη εργασία με πενιχρή αμοιβή και ημιαπασχόληση λόγω παιδιών. Αναγκάστηκε να πληρώσει μόνη της τα ένσημά της για να μπορέσει να πάρει επίδομα μητρότητας. Επειδή διεκδίκησε τα δικαιώματά της, δεν ξαναπροσλήφθηκε. Είναι απόφοιτος λυκείου, μακροχρόνια άνεργη και ζει σε επαρχιακή πόλη.

Χαρίκλεια, ετών 38. Σύζυγος και μητέρα δύο κοριτσιών. Παντρεύτηκε στα είκοσι και δεν πήρε ποτέ το απολυτήριο Γυμνασίου. Έχει την αποκλειστική φροντίδα του νοικοκυριού και των παιδιών της μιας και δεν εργάζεται. Δεν εργάστηκε ποτέ και ούτε πρόκειται γιατί το απαγορεύει ο σύζυγος. Κακοποιείται  ψυχολογικά και σωματικά από το σύζυγό της.

Λία ετών 29. Κοντεύει τα 30 και η γειτονιά έχει ήδη αρχίσει να της ετοιμάζει ράφι. Το πτυχίο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν της εξασφάλισε σταθερή εργασία. Πλέον είναι άνεργη λόγω λουκέτου της επιχείρησης στην οποία εργαζόταν τα τελευταία τέσσερα χρόνια αδήλωτη σε εργασία μη συναφή με το πτυχίο της. Ζει με τους γονείς της σε επαρχιακή πόλη.

Τα παραπάνω σύντομα βιογραφικά αποδεικνύουν ότι δεν ζούμε στην κοινωνία των ίσων ευκαιριών και βεβαιώνουν ότι μια τουλάχιστον κοινωνική σχέση παραμένει αναλλοίωτη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: η σχέση ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα.

1.    Γενικά

Σύμφωνα με την Παυλάκου (1991), η θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία είναι δυνατόν να διαπιστωθεί από τη θέση της στο δίκαιο, τη συμμετοχή της στην πολιτική, τη συμμετοχή της στην παραγωγή και το ρόλο της μέσα στην οικογένεια.

Η μαζική είσοδος των γυναικών στη μισθωτή εργασία σήμανε ουσιαστικά την αφετηρία στους αγώνες για τη χειραφέτησή τους και οδήγησε σε διαρθρωτικές αλλαγές στο χώρο της οικονομίας και της οικογένειας. Η μισθωτή εργασία επηρέασε σημαντικά το σύγχρονο καθημερινό τρόπο ζωής των γυναικών σε όλο τον κόσμο αλλά και των ελληνίδων γυναικών, μεταβάλλοντας –τυπικά αλλά όχι ουσιαστικά– τον κοινωνικό τους ρόλο τόσο στο χώρο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής ζωής. Όμως, ακόμη και σήμερα, η οργάνωση των θεσμών και των βασικών κοινωνικών οργανισμών παραμένει σύμφωνη με παραδοσιακά ανδρικά πρότυπα και μοντέλα ζωής. Η γυναίκα μπορεί να αναλάβει μια επαγγελματική ενασχόληση, εφόσον όμως οργανώσει τις δραστηριότητές της με τέτοιον τρόπο ώστε η καθημερινή λειτουργία του νοικοκυριού να μην διακόπτεται. Η ευθύνη της γυναίκας  για τη φροντίδα των μελών της οικογένειας συνεπάγεται την παρεμπόδιση της ανάπτυξης της ίδιας σχέσης με την αγορά εργασίας που έχουν οι άνδρες. Η χωρίς πληρωμή παροχή φροντίδας στο σπίτι δεν θεμελιώνει δικαιώματα, δεν αναγνωρίζεται και δεν έχει την ίδια αξία όπως η συμμετοχή στη μισθωτή εργασία. Παρότι όλο και περισσότερες γυναίκες συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή, το παραδοσιακό πρότυπο της ιδανικής μητέρας, συζύγου και νοικοκυράς δεν έχει αλλάξει. Σύμφωνα άλλωστε με την αναφορά του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (United Nations, 2000), η οποία επιχειρεί να απαντήσει στο περίπλοκο ζήτημα της εξέλιξης της θέσης της γυναίκας παγκοσμίως, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι παρόλη την πρόοδο, οι διαφορές ανάμεσα στα φύλα παραμένουν. Επομένως οι πραγματικές αλλαγές στις ζωές των γυναικών σε επίπεδο κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρειάζονται ακόμη πολύ χρόνο για να ολοκληρωθούν.

2.    Γυναίκα και Δίκαιο

Η ζωή της γυναίκας στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα διανύει μια μαχητική πορεία. Οι διεκδικήσεις της αφορούσαν κυρίως το πέρασμά της από την υποτέλεια στην χειραφέτησή της, στην αναγνώριση των δημόσιων και ιδιωτικών της δικαιωμάτων. Η χρονιά - σταθμός, ωστόσο, που άλλαξε όλα τα δεδομένα είναι το 1917 με τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Η επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων παραχώρησε πλήρη πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες, ίδια και ίσα με των ανδρών. Μέσα στην τριετία 1917-1920 αρχίζει να διαμορφώνεται το πλαίσιο για τη συζήτηση του γυναικείου ζητήματος. Ο ίδιος ο Λένιν θα ενθαρρύνει την «ελάφρυνση» των γυναικών από το βάρος της εργασίας στο πλαίσιο του οίκου, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν πιο ενεργά στη δημόσια ζωή, είναι δε γεγονός ότι η διατύπωση του προβλήματος της απλήρωτης οικιακής εργασίας υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τη ριζοσπαστικοποίηση των χειραφετητικών αιτημάτων, καθώς οδήγησε στη μορφοποίηση του αιτήματος του «ίσου μισθού για ίση εργασία».

Το 1930, δίνεται στην Ελληνίδα το δικαίωμα ψήφου υπό όρους. α) μόνο για τις δημοτικές εκλογές, β) μόνο για να εκλέγει, όχι να εκλέγεται, γ) μόνο οι εγγράμματες είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν, δ) μόνο όσες ήταν πάνω από 30 χρονών. Αλλά το 1930 το 70% των γυναικών στην Ελλάδα, άνω των 30 χρονών, ήταν αγράμματες. Επρόκειτο λοιπόν για καθαρή κοροϊδία.     
Το 1934 οι γυναίκες καλούνται να ψηφίσουν για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές στις οποίες ψήφισαν μόνο 240 γυναίκες σε όλη την Ελλάδα. Για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες, ηλικίας 18 ετών και πάνω, στις εκλογές για την ανάδειξη της ΠΕΕΑ, στις 23 Απριλίου 1944. Στους 180 Εθνοσυμβούλους στο Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων εκλέγονται πέντε γυναίκες. Στο ΨΗΦΙΣΜΑ Α΄, του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ, το άρθρο 5 αναφέρει: «Όλοι μαζί οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα». Το 1952 ψηφίστηκε η διεθνής σύμβαση του Ο.Η.Ε. για τα ίσα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών και την ίση πρόσβαση σε όλα τα δημόσια λειτουργήματα, με την οποία αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και η χώρα μας.  Έτσι, το 1952, ο νόμος 2159 κατοχυρώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των γυναικών στις δημοτικές και βουλευτικές εκλογές. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός της απονομής των πολιτικών δικαιωμάτων στις Ελληνίδες δεν αποτυπωνόταν στο Σύνταγμα του 1952. Το δικαίωμα της καθολικής ψήφου κατοχυρώθηκε συνταγματικά το 1975, όπου στο άρθρο 4 ορίζεται ρητά ότι «όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

Στην Ελλάδα από το 1980 μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές νομοθετικές και θεσμικές αλλαγές για τη διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και την εξάλειψη όλων των μορφών διάκρισης ενάντια στις γυναίκες. Για παράδειγμα, το 1982 καθιερώνεται ο πολιτικός γάμος και καταργείται η μοιχεία. Η αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου το 1983, κατήργησε την πατριαρχική οικογένεια, τον θεσμό της προίκας και την υποχρέωση των γυναικών να αλλάζουν το επώνυμό τους μετά το γάμο. (Γενική Γραμματεία Ισότητας, 1995).

Όσον αφορά στον αγροτικό τομέα, δόθηκε η δυνατότητα στις αγρότισσες να γίνουν μέλη συνεταιρισμών, θεσπίστηκε πλήρης και αυτοτελής σύνταξη για την αγρότισσα, χορηγήθηκε επίδομα τοκετού στις ασφαλισμένες στον Ο.Γ.Α. και τέλος καταργήθηκε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των δύο συζύγων ως προς την αρχηγία της γεωργικής εκμετάλλευσης, η οποία είναι ενιαία στο πλαίσιο της οικογένειας.

Επιπλέον, το 1984 καθιερώνεται η αυτεπάγγελτη δίωξη για εγκλήματα βιασμού και τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα η πράξη εκείνου που προσβάλλει με άσεμνες χειρονομίες και προτάσεις την αξιοπρέπεια του άλλου.

Οι κυριότερες διατάξεις για την κατοχύρωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων της γυναίκας απορρέουν από το νόμο 1414/1984, που αφορά στην απασχόληση και στο επάγγελμα, από το νόμο 1302/1982, που αφορά στην προστασία της μητρότητας και από το νόμο 1483/1984 που αφορά στις οικογενειακές υποχρεώσεις (Υπουργείο Εργασίας - Τμήμα Ισότητας, 1985).     

Ωστόσο, οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των γυναικών δεν άλλαξαν σημαντικά την κοινωνική θέση της γυναίκας, η οποία εξακολούθησε και εξακολουθεί  να χαρακτηρίζεται από ουσιαστικές αντιφάσεις και επομένως να καταλήγει σε αδιέξοδα. Άλλωστε, η νομοθετική ισότητα σε καμία περίπτωση δεν προεξοφλεί ούτε και εξασφαλίζει την ουσιαστική ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα και ενώ τυπικά θεσπίζονται περισσότερα μέτρα για την ισότητα, η εφαρμογή τους δεν διασφαλίζεται.

3.     Γυναίκα και πολιτική

Η αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών στην Ελλάδα το 1952, σήμαινε ταυτόχρονα την αναγνώριση και όλων των άλλων πολιτικών δικαιωμάτων, όπως την κατάργηση των ανισοτήτων που απαγόρευαν την είσοδό τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τα οποία οι γυναίκες βρίσκονταν αποκλεισμένες για πολύ καιρό. Ακόμη και σήμερα, οι επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις σε σχέση με τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών και η ίδια η κοινωνική οργάνωση, που στηρίζεται στον απόλυτο καταμερισμό της εργασίας, συμβάλουν στον αποκλεισμό των γυναικών από τον χώρο της πολιτικής. Για το λόγο αυτό, η συμμετοχή των γυναικών στα εθνικά κοινοβούλια ή στις εκάστοτε κυβερνήσεις της χώρας μας, υπήρξε μηδαμινή.     

Τα αίτια είναι ένας συνδυασμός κυρίως από κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες (καταμερισμός εργασίας), πολιτιστικούς (αξίες και στερεότυπα), ψυχολογικούς (έλλειψη αυτοπεποίθησης) και οργανωτικούς, σε σχέση δηλαδή με τους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς και τα κριτήρια επιλογής για την εισαγωγή στην πολιτική ζωή. Η συμμετοχή στη δημόσια ζωή φαίνεται ότι απαιτεί ελαστική κατανομή του χρόνου εργασίας, κάτι που οι περισσότερες γυναίκες δεν διαθέτουν εξαιτίας οικογενειακών υποχρεώσεων και επαγγελματικών επιλογών, δηλαδή μισθωτών θέσεων εργασίας, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα χρόνου.     

Τελικά, οι ελληνίδες εργαζόμενες δυσκολεύονται ν’ αναπτύξουν πολιτική δράση, να είναι ενημερωμένες, να παρακολουθούν τον τύπο, να παίρνουν μέρος σε πολύωρες συνεδριάσεις και παράλληλα να έχουν τη φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας, αναπληρώνοντας παράλληλα τις ποικίλες κρατικές ελλείψεις της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρόνοιας.

4.    Γυναίκα και αγορά εργασίας

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας, ως αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης και των οικονομικών αναγκών της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής, οδήγησε στη νομοθετική κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων της γυναίκας τη δεκαετία του 1980. Το ζήτημα της ίσης αμοιβής, ίσης μεταχείρισης στις εργασιακές σχέσεις και των προστατευτικών διατάξεων που αφορούν την εργαζόμενη γυναίκα συνιστούν ένα πολύ μικρό μέρος στο σύνολο των κανόνων του Εργατικού Δικαίο, σαν να πρόκειται για μία μικρή κατηγορία εργαζομένων.
Το χάσμα φύλου στην απασχόληση είναι μεγαλύτερο στις μεσογειακές χώρες (Ιταλία 24,2% και Ισπανία 22,9%), αλλά στην Ελλάδα είναι το μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (με εξαίρεση τη Μάλτα). Το ίδιο συμβαίνει (με ακόμη μεγαλύτερο χάσμα) για τα άτομα ηλικίας από 55 μέχρι 64 ετών. Στην Ελλάδα το χάσμα αυτό είναι 32,6% έναντι 17,8% στην ΕΕ-27 (τα στοιχεία αφορούν το 2006, EC 2008).

Το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην ελληνική αγορά εργασίας, ξεκινώντας το 1980 από ένα χαμηλό επίπεδο και επιδεικνύοντας άλλοτε γρήγορες και άλλοτε πιο αργές μεταβολές, έχει αυξηθεί σημαντικά στο τέλος της εικοσιπενταετίας. Όμως, παρά τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής, η φύση και το είδος της εργασίας για άνδρες και γυναίκες διαφέρει σημαντικά. Οι γυναίκες πρέπει να συμφιλιώσουν την εργασία τους με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, γι’ αυτό και η συμμετοχή τους στην παραγωγή έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα, καθώς αυτές προσλαμβάνονται ή εκδιώκονται ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας αλλά και της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η απορρόφηση των γυναικών σε συγκεκριμένα γυναικεία επαγγέλματα αποτελεί έναν τρόπο για τη δημιουργία μιας υποβαθμισμένης εργατικής τάξης. Οι γυναίκες τελικά συνωστίζονται σε δουλειές και επαγγέλματα με μικρότερο κύρος, χαμηλότερες αμοιβές και δίχως προοπτικές εξέλιξης, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση του προσωρινού και ευκαιριακού χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας τους.  Η διαίρεση των αρμοδιοτήτων κατά φύλο εφαρμόστηκε κυρίως για να αποκλείσει τις γυναίκες από τα ανώτερα και όχι από τα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Η γυναίκα κατά κόρον απορροφήθηκε σε επίπονα, άχαρα και κακοπληρωμένα επαγγέλματα, όπως αυτό της καθαρίστριας.

Ενώ η αυτό-απασχόληση, η μερική απασχόληση και η εργασία στο σπίτι έχουν επεκτείνει τις ευκαιρίες εργασίας των γυναικών, οι θέσεις εργασίας αυτού τους είδους χαρακτηρίζονται κυρίως από έλλειψη ασφάλειας, προνομίων και ιδιαίτερα χαμηλές αμοιβές (United Nations, 2000). Επιπλέον, οι γυναίκες απασχολούνται πολύ περισσότερο σε σχέση με τους άνδρες στην παραοικονομία μιας χώρας, δηλαδή ως συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη οικογενειακών επιχειρήσεων (United Nations, 2000).    

Η ισορροπία εργασίας-οικογένειας αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει την προσφορά εργασίας των γυναικών. Παντού στην Ευρώπη το ποσοστό των εργαζόμενων γυναικών με μικρά παιδιά είναι μικρότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των γυναικών χωρίς παιδιά. Το χάσμα μεταξύ του ποσοστού απασχόλησης γυναικών με παιδιά και εκείνου των γυναικών χωρίς παιδιά συνήθως αποκαλείται “τιμωρία της μητρότητας” και, παρόλο που υφίσταται παντού στην Ευρώπη, το μέγεθός του διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στην Ελλάδα το χάσμα αυτό είναι 27,2%, ενώ για την ΕΕ-27 είναι 14,4%. Η πιθανότητα συμμετοχής μιας μητέρας στην αγορά εργασίας είναι συνάρτηση του αριθμού και της ηλικίας των παιδιών στο νοικοκυριό, καθώς και του εκπαιδευτικού της επιπέδου. Όπως είναι αναμενόμενο, η ύπαρξη παιδιού στο νοικοκυριό μειώνει αισθητά την προβλεπόμενη πιθανότητα η μητέρα να εργαστεί, φαινόμενο που εντείνεται όταν υπάρχουν περισσότερα παιδιά, ιδίως μάλιστα όταν τουλάχιστον ένα από αυτά είναι κάτω από 6 ετών.

Οι γυναίκες τείνουν να αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες και να συσσωρεύουν μικρότερο εισόδημα από εργασία στη διάρκεια της εργάσιμης ζωής τους. Σημαντικό ρόλο στο φαινόμενο αυτό παίζει η μητρότητα. Οι υποχρεώσεις των γυναικών απέναντι στα παιδιά τους εξηγούν σε μεγάλο βαθμό το ότι είναι χαμηλότερες οι αποδοχές τους και τούτο επειδή:  οι γυναίκες με παιδιά συχνά δεν εργάζονται (περιορισμένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας), ακόμη και όταν εργάζονται, τείνουν να απασχολούνται για λιγότερες ώρες και συνήθως αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς έναντι των ανδρών. Αυτές οι διαφορές μεταξύ των φύλων λειτουργούν σωρευτικά, με αποτέλεσμα να διευρύνεται το χάσμα αποδοχών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην πορεία του κύκλου ζωής. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΣΥΕ για το 2000, οι μέσες ωριαίες αμοιβές των γυναικών ανέρχονται σε 76,2% των αντίστοιχων αμοιβών των ανδρών.

Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους περιθωριοποιούνται ευκολότερα, γίνονται αποδέκτες απόλυσης και οδηγούνται μαζικά στην ανεργία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η ανεργία στις γυναίκες άγγιξε το 31,4% συγκριτικά με αντίστοιχο ποσοστό 30,2% τον περασμένο Σεπτέμβριο, ενώ παραμένει κατά πολύ υψηλότερη εκείνης των ανδρών (24,5% από 22,9%). Παράλληλα, η ανεργία των γυναικών δεν τροφοδοτείται μόνο από απολύσεις, καθώς πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών, στις ηλικίες των 30, 40 και 50, που προηγουμένως δεν αναζητούσαν εργασία, εντάχθηκαν στην αγορά για να ενισχύσουν το συρρικνούμενο οικογενειακό εισόδημα, ενώ πολλές εξ αυτών εντάχθηκαν τελικώς σε στρατιές ανέργων.

Συμπερασματικά, για την Ελλάδα παρά την μαζική είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας και την ανατροπή των πατριαρχικών δομών της κοινωνίας, η συνολική κατάσταση των γυναικών είναι ιδιαίτερα μειονεκτική σε σχέση με αυτή των ανδρών. Ειδικότερα, η γυναικεία εργασία υπολείπεται σημαντικά της ανδρικής, η γυναικεία ανεργία είναι σαφώς υψηλότερη, οι γυναίκες απειλούνται πολύ περισσότερο από το φαινόμενο της μακροχρόνιας ανεργίας, ενώ προτιμούνται στις θέσεις ευέλικτης «απασχόλησης», όπως είναι η μερική και προσωρινή απασχόληση. Παράλληλα, εξακολουθούν να εργάζονται σε θέσεις  χαμηλής ειδίκευσης, υποεκπροσωπούνται σε θέσεις υψηλής ειδίκευσης, καθώς και στα κέντρα λήψης αποφάσεων, ενώ καλύπτουν ένα μεγάλο ποσοστό των θέσεων εργασίας στην παραοικονομία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μισό περίπου εκατομμύριο γυναικών στην Ελλάδα (μαζί με αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών) εργάζεται σε συνθήκες που διαφεύγουν από τη στατιστική, την φορολογία και την νομοθεσία, εργάζονται δηλαδή είτε με προσωρινή απασχόληση, είτε σε μικρές επιχειρήσεις (που στην πλειοψηφία τους είναι οικογενειακές), είτε στην αδήλωτη εργασία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και η πλειοψηφία των μεταναστριών που ασχολούνται κυρίως ως οικιακοί βοηθοί και βοηθητικές νοσοκόμες, ενώ στην περίπτωση της εργασίας σε οικογενειακή επιχείρηση οι γυναίκες χαρακτηρίζονται επίσημα ως «συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη της οικογένειας».

Στο επόμενο το β’ μερος