Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΣΙΩΝΙΣΤΙΚΟ ΙΣΡΑΗΛ

ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΟΡΦΗ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

Η συζήτηση για τον αντισημιτισμό και τη σχέση του με την εγκληματική πολιτική του σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ κατά του Παλαιστινιακού λαού κυμάνθηκε, ως επί το πλείστον, στην διάρκεια της πρόσφατης δολοφονικής επίθεσης του σιωνιστικού κράτους στη Λωρίδα της Γάζας, σε μια λογική αντιπαραθετικού χαρακτήρα ανάμεσα σε δυο πόλους : από τη μια, της (αυτονόητης) καταδίκης του σιωνιστικού κράτους για τα εγκλήματά του κατά των Παλαιστινίων, αμάχων, παιδιών κλπ, υποβαθμίζοντας, ωστόσο, ή και αγνοώντας, ενίοτε, το ζήτημα της ανόδου του αντισημιτισμού - παρουσιάζοντάς το, στην καλλίτερη περίπτωση, ως μια αναμενόμενη «τιμωρία» για τον εβραϊκό λαό, αν το κράτος του Ισραήλ δεν σταματήσει αυτή την διαχρονικά εγκληματική πολιτική του. Και από την άλλη, της μετάθεσης των ευθυνών στην «τρομοκρατική» Χαμάς και της ταύτισης του αντισιωνισμού με τον αντισημιτισμό. Οποιος καταδικάζει την πολιτική του Ισραήλ είναι αντισημίτης, υποβαθμίζει ή αρνείται το Ολοκαύτωμα κοκ.  

Είναι γνωστό ότι το Ισραηλινό κράτος και οι απανταχού υποστηρικτές του, με πρώτη την αμερικανοεβραϊκή κοινότητα, εκμεταλλεύονται το ναζιστικό Ολοκαύτωμα προκειμένου ν΄ αποκρούουν τις διαδοχικές επικρίσεις για την εγκληματική πολιτική του Ισραήλ. Μάλιστα, εδώ και πολλά χρόνια, διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις επικαλούνται συχνά την μνήμη του Ολοκαυτώματος προκειμένου να χαρακτηρίσουν διάφορα εγκληματικά (και μη) συμβάντα ανά τον κόσμο - αλλά πότε όμως; Όταν αυτά αφορούν εχθρούς που πρέπει να βγάλουν από τη μέση (και των οποίων οι όποιες ενέργειες προβάλλονται, σερβίρονται και βαπτίζονται κατά το δοκούν), αλλά ποτέ όταν αφορούν εγκλήματα που διαπράττουν διάφορα υποστηριζόμενα από αυτούς καθεστώτα, ή, φυσικά, και απευθείας οι ίδιοι με τις διάφορες επεμβάσεις τους σε διάφορες χώρες.

Είναι ιδιαίτερα κρίσιμης σημασίας, κυρίως στις πολιτικές που εκφράζονται και στις συζητήσεις που γίνονται στους κόλπους της λεγόμενης «αριστεράς», να γίνεται η διάκριση ανάμεσα στον αντισημιτισμό και τον αντισιωνισμό. Είναι δυο διαμετρικά αντίθετα πράγματα, γύρο από τα οποία επικρατεί μια σκόπιμα κατασκευαζόμενη σύγχυση, η οποία εξυπηρετεί ταυτόχρονα και το κράτος του Ισραήλ και τους ιμπεριαλιστές υποστηριχτές του, αλλά και τις ανερχόμενες στην Ευρώπη δυνάμεις των ακροδεξιών και των νεοναζιστών, στα ρατσιστικά προτάγματα των οποίων (αυτά που συνιστούν την ίδια την υπόστασή τους), ο αντισημιτισμός παραμένει αυτό που ήταν πάντα : η μήτρα του κάθε ρατσισμού.

Παρά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την αποκάλυψη του Αουσβιτς και του Ολοκαυτώματος (όπου η εξόντωση των εβραίων είχε την πρώτη θέση ανάμεσα σε μια σειρά άλλες κοινωνικές ομάδες «ανάξιες να ζουν»), ο αντισημιτισμός δεν έπαψε να υπάρχει σε πολλές χώρες της Ευρώπης (και στην Ελλάδα) και, όσο περνούσαν τα χρόνια, να κάνει όλο και πιο ορατή την παρουσία του.

Κι΄ αυτό γιατί ο σύγχρονος αντισημιτισμός δεν πηγάζει από το κράτος του Ισραήλ, τον βίαιο τρόπο με τον οποίο αυτό ιδρύθηκε και με τον οποίο αναπόφευκτα συνεχίζει την μέχρι τώρα ύπαρξή του.

Ο αντισημιτισμός έχει να κάνει με τον καπιταλισμό. Δεν γεννήθηκε από τον ναζισμό. Διατρέχει όλη την ιστορία του καπιταλισμού, ο «εβραίος» ως ο «άλλος» του δυτικού κόσμου. Μια παραδειγματική εικόνα, την οποία, όπως λέει ο Enzo Traverso, ο ναζισμός βρήκε έτοιμη και δεν έκανε άλλο από την συνδέσει και να την συγχωνεύσει με την εικόνα του «υπανθρώπου», του «άλλου» του αποικισμένου κόσμου (επίσης δημιούργημα της δολοφονικής βίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού). Οι εβραίοι ως η «ενσάρκωση όλων των κακών», έγιναν ο καταλύτης της ναζιστικής βίας.

Το Αουσβιτς και το Ολοκαύτωμα, αν και «μοναδικό συμβάν», δεν είναι παρά ένα από τα «νόμιμα τέκνα του δυτικού πολιτισμού». Το προϊόν της συμπύκνωσης μιας σειράς στοιχείων που, διαχρονικά, είναι δομικά στοιχεία της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων: «ευγονικές εμμονές, ρατσιστικές προκαταλήψεις, γεωπολιτικές βλέψεις, ιδεολογική σταυροφορία, σε ένα ενιαίο καταστροφικό κύμα». Μια σύνθεση, τα στοιχεία της οποίας εξακολουθούν να υπάρχουν (σήμερα, σε ακόμα μεγαλύτερη έκταση και ένταση) και η οποία είναι εξαιρετικά πιθανό να συμβεί στο προβλεπτό μέλλον, με στόχο, ξανά, μεταξύ πολλών άλλων «ανάξιων να ζουν» ομάδων (μετανάστες, ρομά, ομοφυλόφιλοι, ψυχικά πάσχοντες, αναπήροι κλπ) και τους εβραίους - αν δεν υπάρξει «άλλη, ριζικά εναλλακτική στον καπιταλισμό, προοπτική».

Εχει, λοιπόν, ιδιαίτερη σημασία η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού που παίρνει σήμερα όλο και ευρύτερες διαστάσεις και ο οποίος, αν δεν δημιουργείται, ωστόσο, στο έπακρο  πυροδοτείται από την πολιτική του σιωνιστικού κράτους, από τον θυμό, την οργή και το αποτροπιασμό για την μαζική εξόντωση χιλιάδων αμάχων, παιδιών, την καταστροφή κατοικιών, υποδομών, πόλεων, από πρακτικές εξόντωσης που ανακαλούν τη ναζιστική γενοκτονία. Είναι σίγουρο ότι τα εγκλήματα του σιωνιστικού κράτους, ως οργάνου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, κάνουν όλο και περισσότερους, σ΄ όλο τον κόσμο, να το μισούν σε σημείο που να γίνεται όλο και πιο εύφορο το έδαφος για την καλλιέργεια αντισημιτικών αντιλήψεων.

Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο κρίσιμο σημείο: δεν πρόκειται να υπάρξει ειρήνη στην Μ. Ανατολή όσο υπάρχει το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ. Η ίδρυση του σιωνιστικού κράτους, το 1948, δεν ήταν απλώς προϊόν της αναγνώρισης, από τη μεριά του στρατοπέδου των νικητριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των συνεπειών του Ολοκαυτώματος και της ανάγκης για ένα ασφαλές καταφύγιο των Εβραίων: ήταν πρωτίστως συνδεδεμένη με γεωπολιτικές επιδιώξεις και στρατηγικές, σε μια εύφλεκτη και εκτός ελέγχου περιοχή, πλούσια σε πετρελαιοπηγές.

Ο μύθος που αφηγούνταν την «εκδίωξη του εβραϊκού λαού από την Σιών» (που ποτέ δεν έγινε, δεν συνέβη), αποτέλεσε, μέσα από μιαν ορισμένη διάπλαση (και συγκεκριμένη επεξεργασία από το σιωνιστικό κίνημα) της ιστορικής μνήμης, την νομιμοποιητική βάση για την διεκδίκηση ιστορικών δικαιωμάτων επί της Παλαιστίνης – κατά τους σιωνιστές, «Γη του Ισραήλ». Μια μυθολογία του «εξόριστου περιούσιου λαού», που περιφέρονταν ανά τον κόσμο, μέχρι που, με την έλευση του σιωνισμού, βρήκε την ευκαιρία να γυρίσει μαζικά στην πάλαι ποτέ πατρίδα του - μια πατρίδα που «δεν ανήκε ποτέ στους Αραβες», απ΄ όπου πηγάζει και «η αξίωση ενός λαού χωρίς γη σε μια γη χωρίς λαό» (Shlomo Sand). Μια κατασκευή του σιωνιστικού κινήματος, εξ΄ ολοκλήρου προϊόντος μιας φαντασιωσικής ιστορίας που καλλιεργήθηκε γύρω από την ιδέα της «εξορίας».

Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ήταν μια ενέργεια συνυφασμένη με τον βίαιο εκτοπισμό των Παλαιστινίων από την πατρίδα τους, μια εκδίωξη «όχι ως απόρροια του πολέμου, αλλά στη βάση συστηματικού σχεδίου» (Norman Finkelstein). Ενδεικτικά, το 1893, ο πληθυσμός της Παλαιστίνης ήταν 530.000, εκ των οποίων μόλις 19.000 Εβραίοι. Αλλωστε, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 30, είχε δηλώσει : «αφού ιδρύσουμε το κράτος, θα συγκροτήσουμε ένα μεγάλο στρατό, θα καταργήσουμε τη διχοτόμηση και θα επεκταθούμε σε ολόκληρη την Παλαιστίνη» (Flapan, Birth of Israel).

Εκτοτε, από τη ίδια τη φύση του και τον τρόπο της δημιουργίας του, το άκρως εξοπλισμένο (και με πυρηνικά όπλα) από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σιωνιστικό κράτος, μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει μόνο στη βάση της διαρκούς εκδίωξης, του εκτοπισμού των Παλαιστινίων, της διαρκούς επέκτασης στα γύρω εδάφη, στη Δυτική Οχθη, στη Λωρίδα της Γάζας, στα υψίπεδα του Γκολάν. Κάνοντας πρόσκαιρες συμμαχίες με κάποιους για να εξοντώσει κάποιους άλλους, με την «ειρήνη», την «ανακωχή» και την «εκεχειρία» ως πρόσκαιρα διαλείμματα ενός διαρκούς πολέμου, σε μια περιοχή που, πλέον, μέσα από μια σειρά ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, πολέμων, εμφυλίων σπαραγμών, είναι μια αχανής πυρακτωμένη ζώνη, όπου το εντεταλμένο σιωνιστικό φρούριο δρέπει διαρκώς ως αναπόφευκτη επιθετικότητα τους καρπούς της δικής του διαρκούς βίας και εξανδραποδισμού του ντόπιου πληθυσμού.

Πραγματική ειρήνη στην περιοχή μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από την σφυρηλάτηση της ενότητας του παλαιστινιακού και του εβραϊκού λαού, για την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Παλαιστίνης, όπου Παλαιστίνοι και Εβραίοι θα ζουν από κοινού, με απολύτως ίδια δικαιώματα και χωρίς θρησκευτικές διακρίσεις. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν θα υπάρχει «κράτος του Ισραήλ». Η σφαγή θα διαιωνίζεται και η καταστροφή των λαϊκών μαζών όλης της περιοχής θα πάρει χωρίς προηγούμενο διαστάσεις αν το σιωνιστικό κράτος δεν φύγει από τη μέση. Όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα τα πράγματα, μια τέτοια προοπτική δεν μοιάζει καθόλου εύκολη. Αλλά «δεν υπάρχει άλλος δρόμος», για μια πραγματική ειρήνη των λαών και όχι των όποιων διευθετήσεων μεταξύ των κυρίαρχων.

Το να ταυτίζουμε, ωστόσο, τους Εβραίους με το σιωνισμό είναι μορφή αντισημιτισμού.

Είναι άλλο η καταστροφή του σιωνιστικού κράτους και άλλο η καταστροφή των Εβραίων.

Χωρίς τη σφυρηλάτηση της συμμαχίας της εβραϊκής εργατικής τάξης με τις παλαιστινιακές μάζες είναι αδύνατη η συντριβή του σιωνισμού. Και με την ταύτιση των σιωνιστικών εγκλημάτων με τον εβραϊκό λαό ως τέτοιο (με την εβραϊκή ιδιότητα, την «εβραϊκότητά» του κλπ), δεν πρόκειται να κερδηθεί η εβραϊκή εργατική τάξη σε μια ριζοσπαστικά εναλλακτική, πραγματικά επαναστατική πολιτική. Αυτή η επισήμανση δεν πρέπει και δεν μπορεί ούτε να «ξεχνιέται», ούτε ν΄ αποτελεί μια «δευτερεύουσα πρόταση». Το ζήτημα που τίθεται, δεν είναι ότι «οι εβραίοι σφαγείς πρέπει να πληρώσουν», όπως αναγραφόταν σε πρωτοσέλιδο τίτλο εφημερίδας της άκρας αριστεράς, τον Αύγουστο του 2006, με αφορμή τη σφαγή που ο τότε πρωθυπουργός του Ισραήλ Ολμερτ είχε εξαπολύσει κατά των Παλαιστινίων. Αυτοί που «πρέπει να πληρώσουν» (τώρα, όπως και τότε) είναι οι σιωνιστές, όχι οι Εβραίοι.

Αλλωστε, μέσα στο ίδιο το Ισραήλ έχουν εμφανιστεί ρήγματα στη φενακισμένη, με σιωνιστικά στερεότυπα, συνείδηση των μαζών. Εχει κάνει, εδώ και αρκετό καιρό, αισθητή την παρουσία της, σε όλα τα επίπεδα (στο κινηματικό, στα πανεπιστήμια, κλπ) μια ισχυρή αντισιωνιστική αντιπολίτευση (που εκφράζεται και μέσα στις εβραϊκές κοινότητες σε διάφορες χώρες), η οποία μπορεί ν΄ αποτελέσει τη μαγιά και τη γέφυρα για μια ενότητα με τις παλαιστινιακές μάζες - μια ενότητα με ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά χαρακτηριστικά.

Δεν φτάνει να είμαστε κατά του ναζιστικού αντισημιτισμού (εύκολο γιατί είναι «παρελθόν» - αν και η ευρωπαϊκή ακροδεξιά και η ελληνική Χρυσή Αυγή αποτελούν την σύγχρονη ενσάρκωσή του). Το ζήτημα είναι πώς δεν θα πέσουμε, και ιδιαίτερα η αριστερά, θύματα των σύγχρονων μορφών που παίρνει ο αντισημιτισμός.

Το να είμαστε, λοιπόν, πραγματικά κατά του αντισημιτισμού σήμερα, σημαίνει να είμαστε ταυτόχρονα αντισιωνιστές. Και το να είμαστε αντισιωνιστές (κατά του κράτους του Ισραήλ) συνεπάγεται ότι ο αγώνας κατά του αντισημιτισμού αποτελεί μια πρώτη προτεραιότητα, ιδιαίτερα απέναντι στα νεοναζιστικά μορφώματα και τα διάφορα ομοιώματα τους