ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ 'ΚΑΤΑΔΙΚΗ' ΤΟΥ ΔΕΛΤΑ ΠΟΙΜΕΝΙΔΗ


 «Τίτλους τέλους» έριξε το κράτος στην υπόθεση του βαρύτατου τραυματισμού της συντρόφισσας Αγγ. Κουτσουμπού.
Ο αστυνομικός της ΔΕΛΤΑ, που με την μηχανή του παραλίγο να σκοτώσει την σ. Αγγελική, στη διαδήλωση της 6/12/2009,  στον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, «έπεσε στα μαλακά», με μια ανασταλτικού χαρακτήρα 12μηνη ποινή φυλάκισης, που ίσως μειωθεί ακόμη περισσότερο στο εφετείο. Όπως ειρωνικά σχολίαζε το ακροατήριο της δίκης, κατά την 3η ημέρα της διαδικασίας, κι ενώ διαφαινόταν «που το πάει» η έδρα: «στο τέλος θα καταδικαστεί η Αγγελική!»
Ήταν η ολοκλήρωση μιας μακράς επιχείρησης προκλητικού εμπαιγμού, όχι μόνο της ενάγουσας, αλλά όλων των θυμάτων της κρατικής καταστολής και του κινήματος. Έκλεισε έναν κύκλο, που είχε ανοίξει ο εκπρόσωπος της τότε κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, Πεταλωτής, «δίνοντας γραμμή» κι υποβιβάζοντας το συμβάν σε τροχαίο, από τις πρώτες κιόλας ώρες κι όσο η Αγγελική ήταν ακόμη σε κώμα στο νοσοκομείο. Την σκυτάλη παρέλαβαν οι εισαγγελείς, πρωτοδικών αρχικά και εφετών αργότερα. Οχι μόνο δεν προέβησαν σε αυτεπάγγελτη έρευνα της υπόθεσης, ως  ώφειλαν, αλλά απέρριψαν τις μηνύσεις κατά του Ποιμενίδη, και τελικά έστειλαν την υπόθεση να εκδικαστεί ως τροχαία παράβαση. Η δικαστική έδρα του Γ’ Μονομελούς Πρωτοδικείου, ολοκλήρωσε αυτόν τον κύκλο πολιτικού σχεδιασμού - αστυνομικής βίας – δικαστικής συγκάλυψης.
Όπως τόνισαν οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής, είναι το νέο μοντέλο καταστολής από τους μηχανισμούς του κράτους, με τη συνέργεια όλων τημάτων της εξουσίας, για την αντιμετώπιση της λαϊκής οργής που ξεσπά μέσα σε ένα περιβάλλον κοινωνικής σήψης κι αδικίας, το οποίο κυοφορεί διαρκώς νέους –και ίσως μεγαλύτερους- «Δεκέμβρηδες». Όποιος αντιδρά στην βία του κράτους, ή θα εμπαίζεται από τα δικαστήρια αδυνατώντας να βρει το δίκιο του, ή ακόμα χειρότερα, θα σέρνεται ο ίδιος σιδηροδέσμιος σε αυτά με κατηγορίες στη πλάτη του.
Τι άλλο είναι αυτό, παρά ο εκφυλισμός της αστικής δημοκρατίας, και η κρίση των θεσμών ενός κράτους σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που τρέμει τον «εχθρό λαό» κι επιχειρεί να τον καταστείλει με κάθε δυνατό μέσο, για να καλύψει την αδυναμία του;

H απολογία

Στην απόλυτα προβλέψιμη απολογία του, με την οποία ξεκίνησε η 3η ημέρα της δίκης, ο κατηγορούμενος, παραδέχτηκε πως χτύπησε την Αγγελική Κουτσουμπού, επενδύοντας με σενάρια την εκδοχή της «αμέλειας» του.
«Ήταν η κακιά στιγμή», είπε, που τον εμπόδισε να δει ένα συγκροτημένο μπλοκ 400 ανθρώπων, το ΕΕΚ, βγαίνοντας από την Καραγεώργη Σερβίας «με φυγόκεντρο» προς Όθωνος, και έπεσε πάνω του τραυματίζοντας την σ. Αγγελική. «Ήμουν από τις πρώτες μηχανές, κινούμασταν με περίπου 30 χλμ./ώρα, σε δύο στοίχους. Είχα το κεφάλι μου στραμμένο αριστερά γιατί υπήρχαν επιθετικές κινήσεις διαδηλωτών. Είδα το μπλοκ στα δύο μέτρα, έστριψα το τιμόνι και πάτησα φρένο αλλά η ταχύτητα μειώθηκε ελάχιστα. Όταν σηκώθηκα κι είδα την κυρία Κουτσουμπού να αιμορραγεί από το κεφάλι, έπαθα σοκ. Με έπιασε ο γιατρός Γεωργίου και μου είπε να καλέσω ασθενοφόρο. Του απάντησα “μάλιστα, αμέσως!”. Ο συνοδηγός μου δέχτηκε επίθεση, εμένα μου πήραν τα κλειδιά από το μηχανάκι. Ήρθαν δυνάμεις να μας απεγκλωβίσουν, τότε μετέφερα τη μηχανή με τα χέρια προς τη Φιλελλήνων. Κάλεσα ασθενοφόρο αλλά ο άνθρωπος στο κέντρο του ΕΚΑΒ γελούσε. Ενημερώνω τον επικεφαλής μου και μεταβαίνω στη ΓΑΔΑ, όπου αναζητώ πληροφορίες από το ίντερνετ για την πορεία της υγείας της κ. Κουτσουμπού. Την άλλη ημέρα την επισκέπτομαι, όπου μάλιστα μιλάμε για ώρα. Της ζήτησα συγγνώμη. Έχω οικογένεια, ακόμα κι αν έπαιρνα εντολή για σκοπούμενη επίθεση, θα έφευγα από την υπηρεσία. Ένα μήνα μετά το συμβάν μετατέθηκα από τη ΔΕΛΤΑ».
Σε μια αδυσώπητη επίδειξη «ορθολογισμού», ο Ποιμενίδης διαβεβαίωσε το δικαστήριο πως ήταν ατυχία, διότι «αν δεν υπήρχε πλήθος δεν θα έπεφτα πάνω του!» Ή, όπως θα έλεγε κι ο δολοφόνος, αν δεν υπήρχε θύμα δεν θα το πυροβολούσα…
Ωστόσο, ο Ποιμενίδης, δεν κατάφερε να απαντήσει στην ερώτηση της έδρας, ότι εφόσον κινιόντουσαν στη σειρά, με τον επικεφαλής να προπορεύεται, πως δεν χτύπησαν και οι άλλες μηχανές διαδηλωτές, όπως θα ήταν εύλογο. Απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να υπάρξει, διότι όπως απέδειξαν οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, οι μηχανές ΔΕΛΤΑ πρώτα σχημάτισαν ένα ημικύκλιο μπροστά από το μπλοκ, κι έπειτα όρμησαν μέσα σε αυτό αναπτύσσοντας ταχύτητα, με σκοπό να το διαλύσουν. Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν έλαβε υπόψη της η έδρα.

Η εισαγγελική πρόταση

Ο άφαντος καθ’ όλη τη διάρκεια της τριήμερης διαδικασίας εισαγγελέας, φρόντισε να δείξει τις προθέσεις του από τις πρώτες στιγμές της πρότασής του. Επαναλαμβάνοντας τους εξυπνακισμούς της υπεράσπισης, χαρακτήρισε την δίκη «υπερπολυτελή», για το πλήθος και τις ιδιότητες των μαρτύρων που εξετάστηκαν και για την έκταση που πήρε η υπόθεση. Προφανώς ενοχλεί η αλληλεγγύη του κινήματος. «Σήμερα δικάζουμε τροχαίο» αναφώνησε εξ αρχής, απορρίπτοντας έτσι όχι απλά το αίτημα της Πολιτικής Αγωγής για αναβάθμιση της κατηγορίας και παραπομπή σε ανώτερο δικαστήριο, αλλά κι όλη την πορεία της δίκης και το πλήθος των στοιχείων που έφερε στην επιφάνεια. «Όταν μπήκε το ΕΕΚ στην πλατεία, ξέσπασαν επεισόδια, μικρά-μεγάλα δεν έχει σημασία. Οι αυτόπτες μάρτυρες που πολλοί ήταν μέλη του ΕΕΚ, τα χαρακτήρισαν ήσσονος σημασίας, γιατί… έχουν συνηθίσει από επεισόδια.». Επαναλαμβάνοντας πλήρως την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η απολογία, είπε πως «ο Ποιμενίδης δεν είχε ορατότητα, διότι υπήρχαν ΜΑΤ μπροστά του και το παπάκι είναι χαμηλό. Το πρόσωπο του θύματος ήταν τυχαίο, θα μπορούσε να είναι κι ο γιατρός Γεωργίου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει ανθρωποκτόνες τάσεις, δεν είχε κίνητρο και σκοπό εναντίον οποιουδήποτε. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ αμέλειας και δόλου. Είναι σωματική βλάβη από αμέλεια, διότι για να στοιχειοθετηθεί κακούργημα χρειάζεσαι δόλο πρώτου βαθμού. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν δείχνει κάτι τέτοιο. Κάνει μια δουλειά, παίρνει ένα μισθό, έχει μια οικογένεια, γιατί να έχει δόλο; Γιατί να μπει σε κίνδυνο; Είναι συνειδητή αμέλεια, προέβλεψε πως μπορεί να συμβεί, αλλά πίστεψε πως δύναται να το αποφύγει. Από τις 5 μηχανές μόνο η μία επέπεσε στο πλήθος, άρα δεν υπήρχε σχέδιο. Προτείνω να κριθεί ένοχος για σωματική βλάβη από αμέλεια».

Οι αγορεύσεις

Σε πείσμα της κοινής γραμμής κατηγορούμενου – υπεράσπισης -εισαγγελέα, οι αγορεύσεις των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, όχι απλά ξετίναξαν με νομικά επιχειρήματα την υποστήριξη του τροχαίου χαρακτήρα της υπόθεσης, αποδεικνύοντας την κακουργηματική φύση της πράξης του Ποιμενίδη, αλλά ταυτόχρονα αποτέλεσαν σημαντικές πολιτικές αποκαλύψεις, για το ευρύτερο πλαίσιο της καταστολής, όπως αυτό διαμορφώνεται στην χρεοκοπημένη οικονομικά και πολιτικά Ελλάδα των μνημονίων.
Ο Σπύρος Φυτράκης θύμισε πως «τα συμβάντα αυτά έγιναν ένα χρόνο μετά τις σημαντικότερες κινητοποιήσεις της Μεταπολίτευσης, του Δεκεμβρίου 2008. Ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Παυλόπουλος, επικρίθηκε σφοδρά για την αδυναμία του να καταστείλει αυτές τις κινητοποιήσεις. Όλα αυτά ελήφθησαν υπόψη από τη νέα κυβέρνηση [Γ. Παπανδρέου], και πάρθηκαν μέτρα για να μην επαναληφθούν. Ποιος είναι ο ρόλος των Ομάδων ΔΕΛΤΑ, που ακολούθως δημιουργήθηκαν; Έχουν εκπαιδευτεί στην μαχητική παρέμβαση διάλυσης των διαδηλώσεων. Και φυσικά λειτουργούν με εντολές αξιωματούχων του κράτους. Ποια αμέλεια επικαλείται ο κύριος εισαγγελέας, υπήρξαν παρόμοιες περιπτώσεις με επίθεση μηχανών στο ίδιο σημείο. Ο κατηγορούμενος λέει πως θα παραιτείτο αν λάμβανε σχετική εντολή, όμως έχει εκπαιδευτεί για αυτήν ακριβώς τη δουλειά. Δεν υπάρχουν εντολές, δεν υπάρχει σχέδιο; Οι φυσικοί δράστες, παρεμβαίνουν στις διαδηλώσεις μετά από εντολές, αλλά αποδέχονται να δράσουν κατά αυτόν τον τρόπο. Είναι σαφές πως υπάρχει ηθική αυτουργία αλλά και φυσική αυτουργία με ενδεχόμενο δόλο. Φυσικά, ακόμα και πριν από αυτή τη δίκη, δεν περίμενα πως θα αυστηροποιηθεί ενάντια στην αστυνομική βία ο ίδιος ο μηχανισμός του κράτους, έτσι ώστε το δικαστήριο να εισακούσει το αίτημά μας. Αυτά δεν γίνονται σε ειδικού τύπου αστικό καθεστώς με συγκεκριμένο σχέδιο καταστολής. Στη δημοκρατία, όμως, η δικαστική εξουσία οφείλει να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία.
Συμπερασματικά, είναι σαφές πως υπάρχουν πολιτικές εντολές για την χρήση των Ομάδων ΔΕΛΤΑ για πρώτη φορά κατ’ αυτόν τον τρόπο ενάντια σε διαδηλωτές. Ομάδων που συμπεριλαμβάνουν τα καλύτερα στελέχη τους που εκπαιδεύονται γι’ αυτούς τους σκοπούς. Ο μηχανισμός της δικαιοσύνης πρέπει να τα ελέγξει όλ’ αυτά, δεν υπονομεύεται έτσι η δημοκρατία, αλλά ισχυροποιείται».
Στο ίδιο πνεύμα, η Δάφνη Βαγιανού, ανίχνευσε το υπόβαθρο και τις αιτίες του συμβάντος. «Το ιστορικό /κοινωνικό /πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων, τοποθετείται στον ένα χρόνο από την δολοφονία του Γρηγορόπουλου από Ειδικό Φρουρό. Ένα χρόνο μετά, στη διαδήλωση μνήμης και αγώνα, όλη η Ελλάδα παρακολουθεί μια αστυνομική μηχανή να περνά πάνω από το κορμί μιας διαδηλώτριας. Τα γεγονότα αυτά συνδέονται. Υπάρχει δρομολόγηση σχεδίου από το κράτος σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης για να αντιμετωπίσει ενδεχόμενη επανάληψη του Δεκέμβρη 2008. Η ΔΕΛΤΑ επιδόθηκε σε σκόπιμη επιχειρησιακή δράση διάλυσης πλήθους. Το θύμα είναι ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς και του αντιδικτατορικού αγώνα, που συνελήφθη και βασανίστηκε από τη χούντα, ενώ έχει ακόμα επιπτώσεις από το χτύπημα του 2009, που την έριξε σε κώμα.
Όμως ήταν τροχαίο ή σκοπούμενη επίθεση; Όλες οι μαρτυρίες, οι φωτογραφίες, τα έγγραφα, απέδειξαν την σκοπούμενη δράση. Οι διαδηλωτές ήταν στην αριστερή λωρίδα του οδοστρώματος, 400 άτομα συγκροτημένα, χωρίς άλλο κόσμο στα δεξιά τους. Τα μικρής έκτασης επεισόδια στα 50-60 μέτρα μπροστά, είχαν ήδη εκτονωθεί όταν έγινε το συμβάν. Γιατί οι αστυνομικοί επέλεξαν να κινηθούν στα αριστερά του οδοστρώματος, όταν υπήρχε άφθονος χώρος στα δεξιά; Από πουθενά δεν προκύπτει έλλειψη ορατότητας. Υπήρχε εντολή, αλλά και ιδεολογική και πρακτική προετοιμασία για το χτύπημα. Ο ίδιος ο Ποιμενίδης, σε κατάθεσή του τον Φεβρουάριο του 2010, παραδέχεται πως “μας μάζεψαν και μας μίλησαν για το τι θα κάνουμε”. Από τις αποκαλύψεις των Wikileaks και τις συνομιλίες Χρυσοχοΐδη-Σπέκχαρντ, προκύπτει σχέδιο δράσης ενός κράτους σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που χρησιμοποιεί και συμβολικά τη βία για να τρομοκρατήσει. Η ξέφρενη χρήση βίας αποδείχτηκε κι από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, Γεωργίου, Μουτίδη, Δαραμούσκα, Αγγέλη. Όσοι πήγαν απλά να βοηθήσουν το θύμα, εδάρησαν ανηλεώς. Ήταν τουλάχιστον δέκα οι τραυματίες.
Από την άλλη, ο Θ. Ποιμενίδης, έπεσε σε αντιφάσεις, αλλάζοντας πολλές φορές τις λεπτομέρειες στις καταθέσεις του. Την ίδια ημέρα, έκανε λόγο για πλήθος κόσμου στο οδόστρωμα. Σε μεταγενέστερη κατάθεσή του, για εντελώς άδειο δρόμο. Σήμερα, κάτι ενδιάμεσο, λέγοντας πως απλά δεν είδε. Ο παραλογισμός της επίθεσης επιχειρείται να καλυφθεί με την επίκληση τροχαίων δυσκολιών στο χειρισμό της μηχανής. Είναι εξοργιστικό να λέμε πως ήταν τροχαίο. Δεν προκύπτει από πουθενά.
Ο Άρειος Πάγος, ακόμα και για ένα σπάσιμο χεριού, καταδικάζει σε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Ο κύριος εισαγγελέας, αναφέρθηκε στο τυχαίο του προσώπου που χτυπήθηκε, για να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει δόλος. Υπήρχε δόλος, και από τους εντολείς και από τους εκτελεστές. Πάλι ο κύριος εισαγγελέας, αναφερόμενος στον κατηγορούμενο, έκανε λόγο για ένα βιοπαλαιστή που δεν θα είχε κανένα λόγο να βλάψει οποιονδήποτε. Ποιος βιοπαλαιστής; Το ίδιο το εργασιακό Είναι του κατηγορούμενου αφορά πράξεις βίας. Κάτι που αναγκαστικά το αποδέχεσαι, συμβιβάζεσαι, τελικά το επιδοκιμάζεις και το προετοιμάζεις. Ο δόλος συνίσταται στην πρόθεση να μην επαναληφθεί ο Δεκέμβρης του 2008, εφαρμόζοντας το δόγμα της μηδενικής ανοχής, αποδεχόμενος έτσι ο δράστης ότι ενδέχεται να βλάψει άνθρωπο, κι όχι φυσικά σε αμέλεια, έστω και συνειδητή.
Μπορεί να μην υπήρχε προμελέτη για το χτύπημα του συγκεκριμένου προσώπου, αλλά όπως ορίζει η παράγραφος 3, άμεσος δόλος συνίσταται όταν “επιδιώκω ή προβλέπω ως αναγκαία συνέπεια” των πράξεων μου, την βλάβη του θύματος. Όταν βάζω φωτιά σε μια καλύβα ενώ γνωρίζω πως εκεί ζει ένας ανάπηρος που δεν μπορεί να ξεφύγει, αυτό είναι δόλος. Και η Αγγελική Κουτσουμπού, στα πλαίσια σκόπιμης επιχειρησιακής δράσης με γνώση του ενδεχόμενου τραυματισμού ή και θανάτου εμβολίστηκε».
Τρίτος στη σειρά, ο Βαγγέλης Κουρής, έκανε λόγο για «πολιτικό έγκλημα». Διερωτήθηκε «γιατί το δικαστήριο δεν εγκαλεί τον επικεφαλής της ομάδας ΔΕΛΤΑ, Ξάνθο, για να διερευνηθούν οι εντολές που δόθηκαν εκείνη τη μέρα; Είναι δυνατόν ο κατηγορούμενος να παραδεχόταν ότι έλαβε σχετικές εντολές;» Υπενθύμισε, όταν «οι αστυνομικοί είχαν λάβει εντολές να σκοτώσουν γενικά κάποιον από την ηγεσία της Νεολαίας Λαμπράκη, κι αυτός έτυχε να είναι ο Πέτρουλας», αλλά και την περίπτωση του Γρηγόρη Λαμπράκη, που πάλι είχε χαρακτηριστεί ως τροχαίο. «Πρέπει να ξεφύγουμε από τα στενά πλαίσια για την απόδοση της δικαιοσύνης. Όταν η Νάντια Βαλαβάνη βασανίστηκε από τους Μάλλιο-Μπάμπαλη, το δικαστήριο της Χαλκίδας τους είχε κρίνει αθώους».
Μια εξίσου πολιτική τοποθέτηση, από την ακριβώς αντίθετη μεριά όμως, ήταν και η προκλητική αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης. Έκανε λόγο, και αυτός, για «υπερπολυτελή διαδικασία, επαναστατικής γυμναστικής, για την ενότητα των συνιστωσών». Ψευδώς, αναφέρθηκε σε καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων όπως ο Δαραμούσκας και ο Κρύνσκι, λέγοντας πως δεν γνώριζαν ότι είχαν υποβάλει μήνυση κατά του Ποιμενίδη, όπως κι ότι δεν μπορούσαν να απαντήσουν στην ερώτησή του, αν είναι... δίκαιη η δίωξη Ποιμενίδη. Σε μια νέα ανάγνωση του συντάγματος, είπε πως είναι «ντροπή να σέρνεται στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος», διότι, «η αστυνομία σαν όργανο του κράτους, δεν μπορεί να μηνύεται, όπως δεν μπορεί να μηνύεται το δικαστήριο». Επέδειξε τις «βαθιές γνώσεις» του γύρω από την αντίληψη της Αριστεράς περί επανάστασης. «Η αριστερή πεποίθηση για την αλλαγή του καθεστώτος συνίσταται στα πλήγματα και στη φθορά που μπορεί να επιφέρει με όλους τους τρόπους στο σύστημα. Η ήττα της θα είναι και αυτή τη φορά συντριπτική», προέβλεψε, μην μπορώντας να κρύψει το αντικομουνιστικό του μένος και την βαθιά υποταγή του στην αντιδραστική φύση του κράτους, που ουκ ολίγες φορές φρόντισε να τονίσει και στις τρεις ημέρες της δίκης. Σε ένα κρεσέντο δικηγορικής ανοησίας, που δεν προσέθεσε τίποτα νέο σε ό,τι είχε πει μέχρι εκείνη τη στιγμή της διαδικασίας, επανέλαβε τα αστήρικτα επιχειρήματα του Ποιμενίδη, διανθίζοντάς τα με μπόλικα προβοκατόρικα σχόλια και προκαλώντας την δίκαιη οργή και χλεύη του ακροατηρίου, αφορμές για αποβολές παρευρισκομένων από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου. «Πως γίνεται το ΕΕΚ να μην ενεπλάκη στα επεισόδια που γινόντουσαν μπροστά τους; Οι διαδηλωτές προκάλεσαν τα μηχανάκια της ΔΕΛΤΑ. Η Αριστερά δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτα. Με έωλα επιχειρήματα δεν γίνεται αλλαγή πολιτεύματος. Και ο άγιος φοβέρα θέλει.» Έδωσε, και αυτός, έμφαση στην «ατυχία» του Ποιμενίδη. Δεν αισθάνθηκε ντροπή, ούτε κι από το γεγονός ότι η παραλίγο θανούσα Αγγελική Κουτσουμπού βρισκόταν λίγα μέτρα παραδίπλα του, φτάνοντας να πει πως «οι διαδηλωτές έπεσαν πάνω στα μηχανάκια!». Τελικά, έκλεισε την αγόρευση του με ύμνους στην ποιότητα του ανδρός, στην συμπεριφορά του πριν και μετά το συμβάν, στην ειλικρίνεια του.

Η απόφαση και το άκομψο τέλος σε μια υπόθεση παραλίγο δολοφονίας

Με τον αναμενόμενο κυνισμό η έδρα έδωσε τέλος στην υπόθεση, απορρίπτοντας το δίκαιο αίτημα της Πολιτικής Αγωγής για αναβάθμιση του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια, προχώρησε στην ανακοίνωση της καταδίκης-«χάδι» στον Ποιμενίδη, σε 12 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Και ο ίδιος, αλλά και οι ηθικοί αυτουργοί της επίθεσης, που βρίσκονται στα σαλόνια των υπουργείων και των κρατικών υπηρεσιών, «βγήκαν λάδι», ελεύθεροι να συνεχίσουν το «θεάρεστο» έργο τους, με τη βούλα της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης».
Ωστόσο, μια τόσο εξόφθαλμα έωλη απόφαση, δεν μπορεί παρά να συμβάλει στην ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση του κράτους και των θεσμών της εκφυλισμένης αστικής δημοκρατίας. Να αποκαλύψει την ταξική και αντιδραστική φύση όλων των θεσμών του κράτους. Να αποδείξει την παρακμή τους, που αυτοαναιρούνται και ξεγυμνώνονται.
Η αλήθεια έλαμψε μπροστά στα μάτια όλων όσοι παρακολούθησαν την δίκη, διά ζώσης ή εξ αποστάσεως, μέσα κι έξω από την χώρα. Και αυτοί ήταν πολλοί, χάρη στην καμπάνια του ΕΕΚ, και στην συστράτευση όλης της Αριστεράς και του κινήματος σε ένα κοινό μέτωπο για τη δικαίωση της Αγγελικής Κουτσουμπού. Η χοντροκομμένη επιχείρηση συγκάλυψης της αλήθειας, αφαιρεί ακόμα περισσότερα από την κοινωνική νομιμοποίηση του αστικού κράτους, προσθέτει ακόμα περισσότερα στην κρίση του. Aφαιρεί και τα τελευταία φύλλα συκής των κρατικών αρχών. Τελικά, αντί να τρομοκρατεί και να αδρανοποιεί το κίνημα επιβάλλοντας την ατιμωρησία για τους κρατικούς θύτες, συσπειρώνει, αφυπνίζει, σπινθηροβολεί τις λαϊκές συνειδήσεις.
Γι’ αυτόν το λόγο, θα μας βρουν μπροστά τους σε όλες τις δίκες που στήνουν ενάντια σε συντρόφους για την ίδια ή για όποια άλλη υπόθεση του κινήματος. Ακόμα περισσότερο, θα μας βρουν μπροστά τους, στο δικό μας γήπεδο, στους δρόμους της ταξικής πάλης, εκεί που χτίζονται οι συνειδήσεις για το τσάκισμα του συστήματος της κρίσης, της ανομίας και της αδικίας.

Κ. Αποστολόπουλος