Σχέδιο Προοπτικών για το 16ο Συνέδριο του ΕΕΚ (πλήρες κείμενο)

Σχέδιο Προοπτικών για το 16ο Συνέδριο του ΕΕΚ - I

 

ΚΡΙΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ

 

Τίποτα δεν τέλειωσε!

 

Τίποτα δεν τέλειωσε! Δεν τέλειωσε η Ιστορία, όπως καυχιόντουσαν οι καπιταλιστές. Δεν τέλειωσε η παγκόσμια κρίση του συστήματός τους δέκα χρόνια τώρα, αντίθετα προμηνύονται νέες εκρήξεις της. Δεν τέλειωσε η εποχή των πολέμων και επαναστάσεων. Κι ούτε, φυσικά, τέλειωσε η πολιτική ταξική πάλη στην Ελλάδα επειδή ο Τσίπρας συνθηκολόγησε με τον πιο θρασύδειλο τρόπο τον Ιούλιο του 2015 κι ο ΣΥΡΙΖΑ χρεοκόπησε πολιτικά.

Μπορεί το σοκ από την διάψευση των επαγγελιών και των προσδοκιών να ήταν και να παραμένει μεγάλο. Μπορεί η σύγχυση, η απογοήτευση και προπαντός η απουσία ορατής εναλλακτικής λύσης από τα αριστερά που θα βάλει τέρμα στην αβάσταχτη μνημονιακή φρίκη, να έχουν φέρει σημαντική οπισθοχώρηση του μαζικού εργατικού και λαϊκού κινήματος, συμπεριλαβανομένης και της μαχόμενης πρωτοπορίας του. Δεν λείπουν, όμως, οι εστίες αντίστασης και οι σπίθες από την φωτιά που υποφώσκει στα θεμέλια της κοινωνίας.

   Οι “από πάνω” δεν έχουν καταφέρει να σταθεροποιήσουν την υπονομευμένη και διαρκώς κλονιζόμενη από την καπιταλιστική κρίση αστική κυριαρχία. Κι οι “από κάτω” δεν έχουν συντριβεί ακόμα σε μια αποφασιστική ταξική αναμέτρηση. Η αναμέτρηση αυτή δεν βρίσκεται πίσω, στο 2015, ούτε καν στο πρώτο κύμα εισβολής των μαζών στο προσκήνιο, το 2010-2012, που προκάλεσε η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση σε ένα προγενέστερο και συνεπώς ξεπερασμένο στάδιο. Η κρίσιμη αναμέτρηση βρίσκεται μπροστά και η ιστορική πρόκληση είναι ανοικτή.

 

O ρόλος και η φύση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

 

 Όσοι εκ των υστέρων δικαιολογούν την συνθηκολόγηση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο του 2015 (“δεν υπήρχε εναλλακτική λύση”) ή την προετοίμασαν με την επαίσχυντη συμφωνία του Φεβρουαρίου 2015 (Γ. Βαρουφάκης) ή και συνοδοιπορήσανε μαζί με την κυβέρνηση κι αποχώρησαν μόνο κατόπιν εορτής και ιδιαίτερα μετά την κήρυξη πρόωρων εκλογών από τον Τσίπρα (Π. Λαφαζάνης, Ζωή Κωνσταντοπούλου κ.ά.), όχι μόνο φέρουν βαρύτατη ευθύνη και συνενοχή αλλά κι αφοπλίζουν το εργατικό-λαϊκό κίνημα στις επερχόμενες μάχες και την ιστορική αναμέτρηση. Μόνη εναλλακτική λύση ήταν η ρήξη με την ΕΕ και με τον καπιταλισμό κι η αναδιοργάνωση της οικονομίας σε νέες, σοσιαλιστικές βάσεις με ταυτόχρονο διεθνιστικό άνοιγμα για στήριξη στα εργατικά και λαϊκά κινήματα στην Ευρώπη, στην περιοχή και διεθνώς, για την σοσιαλιστική ενοποίηση της ηπείρου μας πάνω στα ερείπια της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.

Η ηγετική ομάδα, όμως, του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 έδινε εχέγγυα στην αστική τάξη και την τρόικα, στον ΣΕΒ, στο ΔΝΤ, στους κρατικούς μηχανισμούς, για ταξική συνεργασία και “συνέχεια του κράτους”. Τα επισφράγισαν αμέσως μετά την εκλογή τους τον Ιανουαάριο 2015 με τον σφιχτό εναγκαλισμό με τον Καμμένο και τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, με την ψήφιση σαν Προέδρου της Δημοκρατίας του ακραιφνούς δεξιού Προκόπη Παυλόπουλου, με την υπογραφή του συμφώνου του Φεβρουαρίου 2015.

Οποιαδήποτε καλλιέργεια αυταπατών κι εξωραϊσμού του ΣΥΡΙΖΑ, της αντιδραστικής πολιτικής του, της κυβερνητικής αστικής λογικής που υπηρετεί την ταξική συνεργασία και την υποταγή στον ντόπιο και διεθνή ταξικό εχθρό ετοιμάζει όχι απλώς την επανάληψη μιας χρεοκοπημένης οριστικά πολιτικής αλλά τρισχειρότερες ήττες.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έγινε εντελώς ξεδιάντροπη μετά την επανεκλογή της τον Σεπτέμβριο 2015. Όχι μόνο δικαιολογεί την προδοσία αλλά και καμαρώνει γι’ αυτήν και ξεπουλάει τα πάντα στο όνομα της φενάκης της  καπιταλιστικής “ανάπτυξης” και προς δόξαν της “καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας”. Στο διάστημα 2015-2017 θέσπισε περισσότερα αντιλαϊκά μέτρα (περικοπές κοινωνικών δαπανών, μισθών, συντάξεων, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.) από όλες τις προηγούμενες τροϊκανές κυβερνήσεις.

Ακόμα παραπέρα: έγινε ο ενεργός εταίρος στα πολεμικά σχέδια του ιμπεριαλισμού των HΠΑ, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, του Ισραήλ, στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια - το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Οι στρατηγικές συμμαχίες και στενές στρατιωτικο-οικονομικές συνεργασίες του Τσίπρα και του συνεταίρου του στην Κύπρο δεξιού Αναστασιάδη με την ακροδεξιά κυβέρνηση Νετανιάχου στο Ισραήλ και την στρατιωτική δικατορία του αλ Σίσι στην Αίγυπτο, οι ύμνοι στον επικίνδυνο εχθρό της ανθρωπότητας Ντόναλντ Τραμπ, η επέκταση κι αναβάθμιση των αμερικανικών βάσεων από την Σούδα ως την Αλεξανδρούπολη, είναι τα άθλια “κατορθώματα” της κυβέρνησης Τσίπρα - Κοτζιά - Καμμένου που ξεπερνούν όσα κάνανε ακόμα κι οι προηγούμενες υποτελείς τον ιμπεριαλισμό δεξιές και πασοκικές κυβερνήσεις. Η χώρα έχει μετατραπεί σε βασικό πολεμικό ορμητήριο του ιμπεριαλισμού στην περιοχή -μετά, μάλιστα την κρίση στις σχέσεις HΠΑ-ΕΕ με την Τουρκία του Ερντογάν- κι ο λαός όμηρος και στόχος σε νέες, ευρύτερες αναφλέξεις.

Την ίδια στιγμή, η συνενοχή της κυβέρνησης με την ΕΕ στην άθλια μεταχείριση των προσφύγων-θυμάτων των ιμπεριαλιστικών πολέμων και τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτω από τις πιο βάρβαρες συνθήκες αποτελεί έγκλημα από το οποίο οι μόνοι ωφελημένοι είναι οι φονιάδες φασίστες της “Χρυσής Αυγής” κάτω από την άμεση προστασία της αστυνομίας, της εκκλησίας και των αντιδραστικών τοπικών αρχών.

Καμιά αμφιβολία, καμιά ανοχή δεν είναι επιτρεπτή: δεν έχουμε να κάνουμε τάχα με μια “ρεφορμιστική” απλώς κυβέρνηση, αλλά με μια αστική κυβέρνηση, όργανο και όπλο του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού σε έναν κλιμακούμενο ταξικό-κοινωνικό πόλεμο.

Η εργατική και λαϊκή πάλη ενάντια στην πείνα, την ανεργία, για στέγη, υγεία, παιδεία, ενάντια στην πολεμική απειλή, την ξενοφοβία, τον φασισμό, την υποτέλεια στον ιμπεριαλισμό, το ΝΑΤΟ, τις HΠΑ, την ΕΕ βρίσκει απέναντί της μια ταξικά εχθρική κυβέρνηση, ένα λύκο με “αριστερή” προβειά που προσπαθεί να ξεγελάσει δείχνοντας μόνο τον κίνδυνο από τους δεξιούς λύκους χωρίς προβειά. Καμιά αυταπάτη, κανένας συμβιβασμός: για να προχωρήσουμε μπροστά, για να αποτρέψουμε και την επιστροφή μιας ρεβανσιστικής Δεξιάς, πρέπει εμείς, ο λαός, να συγκρουστούμε με την κυβέρνηση Τσίπρα, να οργανωθούμε και να κινητοποιηθούμε με το όπλο της Γενικής Απεργίας διαρκείας ενάντια στον μνημονιακό ζυγό του κεφαλαίου και την ιμπεριαλιστική υποτέλεια, για την ανατροπή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από τα κάτω και τ’ αριστερά.

 

Η ίδια η αστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όσο κι αν γαντζώνεται στις καρέκλες της κυβερνητικής εξουσίας και προσπαθεί να αναβάλλει το μοιραίο, βλέπει να συρρικνώνονται τα όποια λαϊκά της ερείσματα και να ανοίγει από κάτω της μια “μαύρη τρύπα”. Αφού απορρόφησε το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί πλέον και την δική του τύχη και την μαύρη τύχη των ρεφορμιστών στη Γαλλία, την Ισπανία, την Γερμανία, την  υπόλοιπη Ευρώπη.

Η “λογική του μικρότερου κακού” είναι υπαρκτή, επικίνδυνη, αποπροσανατολιστική. Δεν μπορεί, όμως, να δημιουργήσει μόνιμες ασφαλιστικές δικλείδες και συνεπώς ισχυρά αναχώματα απέναντι στη λαϊκή οργή που γεννά η κοινωνική δυστυχία. 

Η επιβίωση της παρούσας κυβέρνησης στηρίζεται όχι σε κάποια πλατειά λαϊκή στήριξη αλλά πρώτα-πρώτα στη βούληση της ιμπεριαλιστικής ΕΕ και μερίδων της ντόπιας αστικής τάξης που ανοιχτά, όπως δια στόματος του αποχωρούντος Ντάισενμπλουμ ή και του Σόιμπλε παλιότερα, δηλώνουν ότι εκλογές πρέπει να γίνουν το 2019 μετά την συμπλήρωση της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ. Το θεωρούν απαραίτητο όρο για να αποφευχτούν μεγάλες πολιτικές αναταράξεις και προσκόμματα στην προώθηση κι εφαρμογή των λαοκτόνων μέτρων, σε μια συγκυρία κινδύνων για την ύπαρξη της ίδιας της ΕΕ - την συνεχιζόμενη τραπεζική και δημοσιονομική κρίση, τις φυγόκεντρες τάσεις μετά το Brexit και την κρίση της Καταλωνίας, τα διευρυνόμενα σχίσματα της ΕΕ μεταξύ Βορρά-Νότου και μεταξύ Ανατολικής-Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, την ρωγμή του γαλλογερμανικού άξονα, την πρωτοφανή στα μεταπολεμικά χρόνια πολιτική κρίση στην ίδια την Γερμανία .

H παρούσα επιλογή της Ε.Ε. όσον αφορά τον «σπασμένο κρίκο» της Ελλάδας είναι η εξής: η σκόπιμη και συντονισμένη με την ελληνική κυβέρνηση δραστηριότητα να κρυφτεί η πραγματικότητα της αδύνατης επανασυγκόλλησης του «σπασμένου κρίκου», της χρεοκοπίας της Ελλάδας πίσω από την fake εικόνα ενός “success story”.  

Ο κρίκος, όμως, παραμένει οριστικά σπασμένος. Το δημόσιο χρέος (180% του ΑΕΠ) παραμένει μη βιώσιμο και σ’ αυτό προστίθεται το αυξανόμενο βάρος του ιδιωτικού χρέους (230 δισ. ευρώ), έκφραση και τα δύο των άλυτων αντιφάσεων και δομικών ανεπαρκειών του καπιταλισμού στην Ελλάδα, που εξερράγησαν με την παγκόσμια κρίση.

Τα απλήρωτα “κόκκινα δάνεια” αποτελούν ωρολογιακή βόμβα για το ελληνικό και ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, όπως το δείχνει και η εντολή της ΕΚΤ στις 5/10/17 που προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών ιδιαίτερα στην Ιταλία.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι το πιο εκτεθειμένο στα “κόκκινα δάνεια” σε όλη την ΕΕ. Τον Ιούνιο 2017 ανέρχονταν στα 72,4 δισ. ευρώ, τα μισά τα οποία στερούνται εγγυήσεων και ανήκουν σε ντόπιες επιχειρήσεις που δρουν στην εσωτερική αγορά. Με την συμφωνία Βρυξελλών-Αθήνας πρέπει να μειωθούν κατά 12 δισ. ευρώ το 2018 (16,5%) και άλλα 13 δισ. ευρώ (21%) το 2019. Οι ελληνικές τρπαεζες το 2019 πρέπει να βρουν το συμφωνημένο ποσό αλλά και άλλα 25 δισ. ευρώ γαι να ξεκαθαρίσουνε το 30% προϋπαρχόντων “κόκκινων δανείων” -  συνολικά γύρω στα 35 δισ. ευρώ. Εντωμεταξύ την Άνοιξη του 2018 προβλέπονται “νέες ρυθμίσεις” από μεριάς ΕΚΤ, ενώ ήδη τον Φεβρουάριο του 2018 σχεδιάζεται ένα ειδικό stress test αποκλειστικά για να εξεταστεί η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Η Τράπεζα της Ελλάδας και η κυβέρνηση αντιμετωπίζουν ένα αξεπέραστο εμπόδιο.

Η οικονομική κρίση δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαχωρίζεται από την πολιτική κρίση σε εθνική και ευρωπαϊκή κλίμακα. Η ΕΕ έχει ανάγκη, σ’ αυτήν την συγκυρία, να συμπράξει στη δημιουργία μιας ψεύτικης εικόνας που θα επιχειρεί να εμφανίσει τον καπιταλισμό στην Ελλάδα να επιστρέφει σε μια “νέα κανονικότητα”, φτωχότερη από πριν την κρίση, αλλά πάντως σε συνθήκες μιας υποτιθέμενης “ομαλής επαναλειτουργίας” του χρεοκοπημένου συστήματος.

Σ’ αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρά το αυξημένο πολιτικό κόστος θα επιχειρήσει να κλείσει -με την σιωπηρή ανοχή της τρόικας- την τρίτη αξιολόγηση.

  Το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης, βεβαίως, συνεπάγεται την επιβολή επιπλέον δρακόντειων μέτρων που υπονομεύουν από μόνα τους τον επιδιωκόμενο σκοπό μιας πλαστής αλλά αποδεκτής “ομαλοποίησης”.  Μέχρι να πληρωθεί το 70% του χρέους στην υποτιθέμενη “μεταμνημονιακή” περίοδο συνεχίζεται η επιτήρηση των “θεσμών” της διαχείρισης-συρρίκνωσης δημόσιων δαπανών της οικονομίας. Τουλάχιστον μέχρι το 2022 - 23 θα συνεχιστεί η μείωση δημοσίων δαπανών και η αύξηση των φόρων για να επιτυγχάνεται το τερατώδες πλεόνασμα που θα εξασφαλίζει την πληρωμή του χρέους. Ταυτόχρονα κλιμακώνονται στον πιο βάρβαρο βαθμό η “ελαστικοποίηση” κι υπερεκμετάλλευση της εργασίας, η ασυδοσία της εργοδοσίας και ο στραγγαλισμός των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.

Το πολυδιαφημισμένο “κοινωνικό μέρισμα” του 1,4 δισ. ευρώ δεν είναι ούτε “κοινωνικό” ούτε καν “μέρισμα”. Καθόλου τυχαία θα δοθεί με την πλήρη συμφωνία των τοκογλύφων-δανειστών, της ΕΕ και του ΔΝΤ. Τα μισά εξάλλου αποτελούν “βεβαιωμένες υποχρεώσεις του δημοσίου”. Το “μέρισμα” δεν είναι “κοινωνικό” καθώς προέρχεται από την υπεραπομύζηση για την δημιουργία εξοντωτικού πλεονάσματος - κάτι σαν πορτοκαλάδα στον αιμοδότη μετά την αφαίμαξη, μέχρι την επόμενη αφαίμαξη. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι αυτός ο μηχανισμός διανομής μικρού μεριδίου του υπερπλεονάσματος από τους φτωχούς σε φτωχότερους θα μονιμοποιηθεί. Είναι μέτρο υποκατάστασης του διαλυμένου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας από το ανεπαρκέστατο για τις κοινωνικές ανάγκες “Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης”.

Με την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων και του προγράμματος επιχειρείται να νομιμοποιηθεί και να μεταλλαχθεί σε μόνιμο καθεστώς η πλήρης απορρύθμιση της καπιταλιστικής οικονομίας και των εργασιακών σχέσεων που έχει συμβεί τα τελευταία επτά χρόνια. Να γίνει “νόμιμο” και “μόνιμο” καθεστώς λειτουργίας του συστήματος για το παρόν και το μέλλον.

Το αντάλλαγμα από την EE είναι η επίδειξη ανοχής για το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης σχετικά με τις μέχρι στιγμής σκληρές απαιτήσεις της τρόικα. Η περιβόητη “επιστροφή στις αγορές”, ελπίζεται να γίνει σταδιακά, προκειμένου να σταθεροποιηθεί (με επιτόκια της τάξης του 1,6%-1,8% μακροπρόθεσμα) η αναχρηματοδότηση του εξωφρενικά τεράστιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Άλλωστε η υπόσχεση για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους έχει περιορισθεί στην πρόβλεψη για επιμήκυνσή του (με χαμηλά επιτόκια). Αλλά αυτό θα διατηρείται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από όλες τις επόμενες κυβερνήσεις, σαν ο απόλυτος όρος για να μην έρθει και πάλι στην επιφάνεια η αδυσώπητη πραγματικότητα του μη βιώσιμου χρέους.

Εκείνο που φοβούνται ΕΕ και κεφάλαιο είναι μια εκτός ελέγχου αναζωπύρωση του μαζικού κινήματος. Γι’ αυτό προκρίνουν την παράταση ζωής των κυβερνώντων σήμερα. Είναι από την μεριά τους, η έμμεση αναγνώριση ότι η κρίσιμη αναμέτρηση με τον εχθρό-λαό βρίσκεται μπροστά κι όχι πίσω.

 

Κυβέρνηση και αστικό πολιτικό σύστημα

 

Γι’ αυτό κι ετοιμάζονται, στον πολύτιμο χρόνο που τους χαρίζει η παραλυτική για το κίνημα δράση της κυβερνητικής ψευτοαριστεράς. Ενισχύουν τις πιο αντεπαναστατικές κι αντικομμουνιστικές δυνάμεις, καθιστώντας τον Άδωνη πραγματικό ηγέτη στο κόμμα του “Κούλη” Μητσοτάκη, σκληραίνοντας τις δικαστικές αποφάσεις (π.χ. περίπτωση Ηριάννας και Περικλή) και το καθεστώς “έκτακτης ανάγκης” του κράτους, στο όνομα τάχα “της αναρχίας και της εγκληματικότητας”, καλύπτοντας προκλητικά τους φασίστες δολοφόνους, προετοιμάζοντας με ειδικές ασκήσεις τον ίδιο τον στρατό για επεμβάσεις στους κοινωνικούς αγώνες.

Ο λαός είναι οργισμένος κι ένα μέρος της οργής του το καρπώνεται η Δεξιά ΝΔ (και, προοπτικά, ακόμα κι η ακροδεξιά). Αλλά ποιος μπορεί να πιστέψει ότι λύση στα δεινά του θα είναι ο νόμος της ζούγκλας που ανοιχτά και ξετσίπωτα του υπόσχεται το κόμμα του νεοφιλεύθερου κανιβαλισμού, του Μητσοτάκη, του Άδωνη και του Βορίδη; Μια πρόγευση της “ζούγκλας” πάνω στην ήδη υπαρκτή ερήμωση του κόσμου της εργασίας δίνουν οι “προτάσεις” του ΣΕΒ, οι απαιτήσεις της τρόικας στην τρίτη αξιολόγηση, τα προληπτικά απεργοσπαστικά κι αντισυνδικαλιστικά μέτρα.

Όσο δεν γίνεται πρωταγωνιστής στη δράση ο μαχόμενος λαός με την εργατική τάξη επικεφαλής, νέες καταστροφές απειλούνται. Για την ώρα διατηρείται μια εύθραυστη προσωρινή ισορροπία ανάμεσα σε μια αδύναμη και αναξιόπιστη κυβέρνηση σε αναμονή της τελικής πτώσης, και σε μια χωρίς γερά λαϊκά ερείσματα αντιλαϊκή Δεξιά αντιπολίτευση που φιλοδοξεί να γίνει κυβέρνηση. Αλλά ακόμα και μια εκλογική νίκη της ΝΔ στις παρούσες συνθήκες της κρίσης μπορεί να είναι πύρρεια, να ανοίξει ξανά τους ασκούς του Αιόλου, να γίνει η αρχή του τέλους της με την πυροδότηση ανεξέλεγκτων καταστάσεων.

Η αδυναμία και των δύο σπρώχνει τον ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ, αλλά και την άρχουσα τάξη που ανησυχεί, να αναζητούν απαραίτητο στήριγμα και εταίρο σ’ ένα αυριανό κυβερνητικό σχήμα στην λεγόμενη “Κεντροαριστερά”. Μόνο που η τελευταία έχει προπολλού εκπνεύσει σε συνθήκες κρίσης, μνημονίων και κοινωνικής πόλωσης. Η προσπάθεια να φτιαχτεί ένα ζόμπι ή ένα μίνι τέρας του Φρανκενστάιν από τα σκόρπια κομμάτια του διαμελισμένου πτώματος εκτυλίσσεται σε τραγέλαφο. Η εκλογή “αρχηγού” πριν από ένα νέο, ανύπαρκτο ακόμα “φορέα” με ανύπαρκτο πρόγραμμα ή καταστατικό, μαζί και η “νίκη” του πασοκικού μηχανισμού της Φώφης Γενηματά σ’ αυτήν την απίθανη διαδικασία το δείχνουν.  Η υπερπροβολή της “διαδικασίας” από τα αστικά ΜΜΕ κι οι θορυβώδεις θριαμβολογίες για την προσέλευση 150-200 χιλιάδων ψηφοφόρων, μεγάλης ηλικίας στην πλειοψηφία, οπαδών των αλληλοσπαρασσόμενων φατριών πασοκικής, ως επί το πλείστον προέλευσης, ή και με αόριστο δεξιό πολιτικό στίγμα, κάθε άλλο παρά προοιωνίζει το πετυχημένο παραπέρα προχώρημα της συγκρότησης “φορέα”. Πολύ λιγότερο δεν εξασφαλίζει την μελλοντική εκλογική καταγραφή του μορφώματος και προπαντός την δημιουργία ανθεκτικού υποστυλώματος σε μια αυριανή κυβέρνηση ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μέρος αναπόσπαστο του συνολικού πολιτικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η άρχουσα τάξη κι όχι η λύση του.

 

Το αστικό δικομματικό πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης κατέρρευσε το 2012 κι η αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ δεν μπόρεσε να μετεξελιχθεί σε διάδοχο, σταθερό κι ανθεκτικό διπολισμό.

 

Η αιτία δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Η παγκόσμια συστημική κρίση οδήγησε στον γκρεμό τα πολύ μακροβιότερα και ισχυρότερα πολιτικά συστήματα στα μητροπολιτικά κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού - στις HΠΑ με την εκλογή Τραμπ, στις πρόσφατες εκλογές στη Γαλλία και την Γερμανία, στο μεταφρανκικό καθεστώς με την εξέγερση της Καταλωνίας κ.ά. Η ίδια παγκόσμια κρίση, στο έδαφος ενός κοινωνικού ναρκοπέδιου, στο σταυροδρόμι όλων των διεθνών αντιφάσεων και ανταγωνισμών, εμποδίζει την διαμάχη για την κυβερνητική καρέκλα μεταξύ των μηχανισμών Τσίπρα και Μητσοτάκη να αποκρυσταλλωθεί σε εναλλακτικό πολιτικό σύστημα αστικής κυβερνητικής διαχείρισης της καπιταλιστικής χρεωκοπίας. Ένα σταθεροποιημένο αστικό πολιτικό σύστημα σε συνθήκες γενικευμένης κοινωνικής και οικονομικής αποσταθεροποίησης αποτελεί μικροαστική φενάκη ή συνειδητή πολιτικάντικη απάτη των αστών.

Η πολιτική κρίση δεν ξεκινάει ούτε τελειώνει στο επίπεδο της κυβέρνησης ούτε καν του πολιτικού κοινοβουλευτικού συστήματος συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευτικών κομμάτων. Είναι υποτίμησή της να την θεωρούμε “ρωγμή” ή να την περιορίζουμε σε κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης και μόνο. Εκφράζει κάτι πολύ βαθύτερο, ριζικό: είναι κρίση εξουσίας και ταξικής κυριαρχίας.

 

Κρίση εξουσίας

 

Συνήθως παρερμηνεύεται ο όρος κρίση εξουσίας και ταυτίζεται με την Μεγάλη Στιγμή της ένοπλης εξέγερσης για την κατάληψη της εξουσίας. Μπορεί, όμως, όπως δείχνει η Ιστορία να συμβεί, και συμβάνει μάλιστα πολύ συχνά, το αντίθετο: το ζήτημα της εξουσίας να έχει τεθεί επιτακτικά ως ζήτημα ζωής ή θανάτου, αλλά να μην αναγνωρίζεται σαν τέτοιο από τους επικεφαλής των ανερχόμενων επαναστατικών ταξικών δυνάμεων, να αναβάλλεται διαρκώς η πάλη για την εξουσία, εν αναμονή της “επαναστατικής κρίσης”.  Αποτέλεσμα: η καθυστέρηση της λύσης της κρίσης εξουσίας να οδηγεί άλλοτε σε προσωρινή ισορροπία των αντιμαχομένων κοινωνικών στρατοπέδων, άλλοτε σε νίκη της αντεπανάστασης ή και σε αμοιβαία καταστροφή των αντιπάλων.

Δεν υπάρχει κάποια προδιαγεγραμμένη γραμμική πορεία ή σταδιακή εξέλιξη ή προκαθορισμένες βαθμίδες κλιμάκωσης προς την επαναστατική κρίση και την επανάσταση, η οποία επέρχεται πάντα απροσδόκητα, αιφνιδιαστικά. Γι’ αυτό απαιτείται από την οργανωμένη σε επαναστατικό κόμμα πρωτοπορία της εργατικής τάξης διαρκής εγρήγορση, συνεχής ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης διεθνώς και εθνικά, της ταξικής πάλης, της δικής του πράξης, οργάνωση και πρωτοβουλίες.

Ο Τρότσκυ προειδοποιούσε: “Ο επαναστατικός χαρακτήρας της εποχής δεν συνίσταται στο γεγονός ότι επιτρέπει να πραγματοποιήσουμε την επανάσταση, δηλαδη να καταλάβουμε την εξουσία, σε κάθε δοσμένη στιγμή. Μα αποτελείται από βαθιές και απότομες μεταβολές, από συχνές και βίαιες μεταβάσεις, περνώντας από μιαν άμεσα επαναστατική κατάσταση, με άλλα λόγια μια κατάσταση που το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να επιχειρήσει να αποσπάσει την εξουσία, στη νίκη της φασιστικής ή μισοφασιστικής επανάστασης κι από την τελευταία σε ένα προσωρινό μεσοβέζικο καθεστώς (“συνασπισμό της αριστεράς”, μπάσιμο της σοσιαλδημοκρατίας στην συμμαχία, άνοδο στην εξουσία του [βρετανικού Εργατικού] κόμματος του Μακ Ντόναλντ κ.λπ.) για να ξανακάνει στη συνέχεια τις αντιθέσεις κοφτερές σαν το ξυράφι και να θέσει πάλι το πρόβλημα της εξουσίας” (Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν, Αλλαγή, τόμος 1 σελ. 98).

 

Η παρούσα κρίση εξουσίας, η κρίση του αστικού καθεστώτος ως καθεστώτος, σημαίνει, πρώτα-πρώτα, αδυναμία της κεφαλαιοκρατίας να συγκεντρώσει εκείνους τους απαραίτητους όρους αντιμετώπισης της τρέχουσας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, οι οποίοι θα της επιτρέψουν να σταθεροποιήσει την πολιτική και ταξική της κυριαρχία.

Είναι, συνεπώς, αλληλένδετη με την έκδηλη πλέον αδυναμία του καπιταλισμού να ξεπεράσει τον φραγμό των παγκοσμιοποιημένων κι άλυτων αντιφάσεων στον οποίο προσέκρουσε πριν δέκα χρόνια και που εκδηλώθηκε με την ενδόρρηξη (implosion) της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης το 2007/2008.

Το ΕΕΚ και η διεθνής οργάνωση στην οποία συμμετέχει, η Συντονιστική Επιτροπή για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς, έγκαιρα προειδοποίησαν κι αναγνώρισαν την έκρηξη της παγκόσμιας κρίσης το 2007 και τόνισαν ότι δεν πρόκειται για μια ακόμα κυκλική κρίση αλλά έχει ιστορικό, συστημικό, δομικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί με όρους της αστικής πολιτικής οικονομίας ούτε με αφηρημένη, ανιστορική, εκλεκτική επίκληση των νόμων κίνησης του κεφαλαίου που ανακάλυψε ο Μαρξ, χωρίς την ανάλυση του συγκεκριμένου ιστορικού εδάφους στο οποίο λειτουργούν, χωρίς ανάλυση της φύσης της ιστορικής μεταβατικής εποχής και της σχέσης κρίσης και εποχής. Το Κεφάλαιο του Μαρξ, ο προσδιορισμός της εποχής από τον Λένιν ως εποχής ιμπεριαλιστικής παρακμής του καπιταλισμού και μεταβατικής εποχής προς τον κομμουνισμό, κι η όλη εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης παραμένει για το ΕΕΚ η αναγκαία και στέρεη αφετηρία (όχι το δογματικό τέλος) μιας απαραίτητης ανάλυσης του παρόντος ως Ιστορίας στο γίγνεσθαι.

 

Η σημερινή κρίση αστικής εξουσίας εξελίσσεται σε μια πλήρη κρίση “διακυβερνησιμότητας” (“gouvernementabilité”).

  • η εξουσία με όλους τους θεσμούς, διαδικασίες κ.λπ. χάνει ολοένα πιο συχνά τον έλεγχο σε ολόκληρους “περιθωριοποιημένους”, άνεργους, νεολαιΐστικους, εθνοτικά καταπιεσμένους πληθυσμούς κυρίως σε υποβαθμισμένες περιοχές, προάστεια, ζώνες των μητροπόλεων
  • οι μηχανισμοί αστυνόμευσης και καταστολής γνωρίζουν τερατώδη ανάπτυξη σε διεθνικό και εθνικό επίπεδο, ενώ επιβάλεται ένα διαρκές καθεστώς “έκτακτης ανάγκης”
  • η επικρατούσα αστική οικονομική “επιστήμη” χρεοκοπεί πανηγυρικά. Όχι μόνο στάθηκε παντελώς ανίκανη να προβλέψει την παγκόσμια κρίση του 2007, να την εξηγήσει, να δει τις ρίζες και την δυναμική της αλλά αποδεικνύεται και εντελώς ανίκανη να αναπτύξει μια στρατηγική διεξόδου.

 

Οι δύο κύριες αστικές οικονομικές στρατηγικές, με όλες τις παραλλαγές κι αναμίξεις τους, που αναπτύχθηκαν στην εποχή μας για την αναχαίτιση της κρίσης και της παρακμής του συστήματος, ο κεϋνσιανισμός και ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχαν τελικά και κατέρρευσαν ο πρώτος στις αρχές της δεκαετίας του 1970 κι ο δεύτερος το 2007. Οι μετά το 2008 “ανορθόδοξες” πολιτικές συγκράτησης της κρίσης που εισήγαγαν οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις δεν την ξεπέρασαν, δημιούργησαν νέα προβλήματα κι η τωρινή εξαγγελόμενη αναστροφή τους εγκυμονεί νέες εκρήξεις. Πρόκειται για βήματα τακτικής και καθόλου για στρατηγική.

Τα ίδια τα καπιταλιστικά επιτελεία ομολογούν ότι οι κυριότεροι θεσμοί της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας -ΔΝΤ, ΕΕ, Ομοσπονδιακή Τράπεζα των HΠΑ, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κλπ.- προχωρούν βλέποντας και κάνοντας, χωρίς στρατηγικό σχέδιο, με αυτοσχεδιασμούς.

Η έλλειψη μιας εναλλακτικής καπιταλιστικής  οικονομικής στρατηγικής που θα έδινε μια μακροπρόθεσμη ή έστω μεσοπρόθεσμη διέξοδο στην κρίση δεν σημαίνει ότι μηχανικά υπάρχει και το αντίστοιχο στη σφαίρα της πολιτικής. Ίσα-ίσα, όπως προειδοποιούσε ο Τρότσκυ ήδη στα πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι ακριβώς την ώρα του μέγιστου κινδύνου για την κυριαρχία της που η αστική τάξη επιστρατεύει όλη την ιστορική της πείρα κι αναπτύσσει στη σφαίρα της πολιτικής ταξικής πάλης “το άνθος της αντεπαναστατικής στρατηγικής” της.

Το στρατηγικό οικονομικό αδιέξοδο κλιμακώνει τον ταξικό πόλεμο με το προλεταριάτο και τις υποτελείς τάξεις, ρίχνοντας στους “κάτω” τα βάρη της χρεοκοπίας των “πάνω”. Ταυτόχρονα το ίδιο γεγονός βαθαίνει τις διασπάσεις και τις διαμάχες στους κόλπους της άρχουσας τάξης, οξύνει όλους τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, την τάση εξαγωγής της κρίσης σε βάρος των ανταγωνιστών. Οι τάσεις προστατευτισμού και οικονομικού εθνικισμού παίρνουν το προβάδισμα, την στιγμή που η προχωρημένη διεθνής αλληλοσύνδεση της οικονομικής και πολιτικής ζωής αποκλείουν πλέον οποιαδήποτε μεσοπρόθεσμη λύση στα πλαίσια του Κράτους-Έθνους.

Το χάος που επικρατεί στον καπιταλιστικό κόσμο το δείχνει εμβληματικά και το επιδεινώνει η Αμερική του Τραμπ, η πολεμική πολιτική του “America first - Πρώτα η Αμερική” κι η Αμερική κατά των πάντων - αλλά κι ο εμφύλιος μέσα στην ίδια την αμερικανική άρχουσα τάξη κι ο ταξικός της πόλεμος στο εσωτερικό της χώρας κατά των καταπιεσμένων και όλων των μειονοτήτων (Αφροαμερικανών, ισπανόφωνων, Mουσουλμάνων, Εβραίων, μεταναστών κ.λπ.) που ενισχύει την τάση συνένωσής τους κι οδηγεί σε αλλεπάλληλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις με το φονικό αστυνομικό κράτος.

Η ίδια ιστορική αδυναμία και έλλειψη μιας οικονομικής στρατηγικής διεξόδου από την κρίση φέρνει το όλο εγχείρημα καπιταλιστικής ολοκλήρωσης της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διαδικασία αποσύνθεσης.

Η μετά το 1991 μεγαλεπίβολη εκστρατεία απορρόφησης και αποικιοποίησης του πρώην σοβιετικού χώρου κατέληξε σε αποτυχία, σε ανάφλεξη στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, σε μια νέα διεθνή και επικίνδυνη σύγκρουση της ιμπεριαλιστικής Δύσης με την μετασοβιετική Ρωσία αλλά και με την Κίνα, με ιδιαίτερες συνέπειες στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή και την Ασία.    

Η συνέχεια της αστικής πολιτικής με άλλα μέσα σε συνθήκες ιστορικού αδιέξοδου είναι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Όλες αυτές οι άλυτες διεθνείς αντιφάσεις διασταυρώνονται κι επιδεινώνουν την εσωτερική κρίση και την κρίση εξουσίας στον σπασμένο κρίκο της αλυσίδας της ευρωζώνης και της ΕΕ: την χρεοκοπημένη Ελλάδα.

 

Στρατηγική και τακτική

Το στρατηγικό αδιέξοδο του καπιταλισμού δεν συνεπάγεται καθόλου την αυτόματη κατάρρευσή του. Είναι, όμως ένα βαρυσήμαντο δεδομένο που πρέπει απαραιτήτως να ληφθεί σοβαρά υπόψη, μαζί με όλα τα άλλα, στην επεξεργασία μιας επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής από την οργανωμένη διεθνιστική κομμουνιστική επαναστατική Αριστερά σήμερα. Και σ’ αυτήν - όχι μόνο στην άρχουσα τάξη και τα think tanks- υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής.

Η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβερνητική εξουσία και η αξιοθρήνητη κατάληξη δεν αποτελούν απλώς ένα κάποιο πολιτικό γεγονός που συνέβη και πέρασε αλλά μια στρατηγική εμπειρία (με την έννοια που έδωσε ό Τρότσκυ στα Μαθήματα του Οκτώβρη και στην Τρίτη Διεθνή μετά τον Λένιν). Δεν απέδειξε μόνο, για πολλοστή φορά, την αναμενόμενη αποτυχία του ρεφορμισμού σε συνθήκες κρίσης και στα καθ’ ημάς, το Βατερλώ της απεγνωσμένης αναζήτησης από τον ΣΥΡΙΖΑ ταξικού συμβιβασμού, ταξικής ειρήνης και ταξικής συνεργασίας με τρόικα και κεφάλαιο, σε συνθήκες αδυσώπητου ταξικού πολέμου από το κεφάλαιο, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Αναμφίβολα, αποδείχτηκε έμπρακτα ότι πρόκειται για μια στρατηγική ήττας.

 

Μιά “αναπαλαίωση” της νικημένης ρεφορμιστικής στρατηγικής, επί το “πατριωτικότερον”, “δημοκρατικότερον”, “γνήσια αντιμνημονιακό”, όπως προτείνουν, κατόπιν εορτής, η ΛΑΕ κι άλλοι αποσχισθέντες από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι εκ των προτέρων μια ξέπνοη ηχώ του παρελθόντος χωρίς απήχηση στο παρόν και χωρίς μέλλον.

 

Συνάμα αυτός ο “μετα-συριζαίος” ξεφουσκωμένος ρεφορμισμός αποκτά τώρα ένα ολοένα εντονότερο κι επικίνδυνο εθνικιστικό χαρακτήρα, συμπλέοντας με τον ανερχόμενο στην Ευρώπη εθνικισμό ή συγκλίνοντας στην Ελλάδα με τον αντιδραστικότατο επιθετικό εθνικισμό του διαλυόμενου ΕΠΑΜ.

 

Το πρόσχημα είναι, υποτίθεται, το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας που καταργούν η τρόικα και η ΕΕ. Στην πραγματικότητα επικαιροποιούν εντελώς ανεπίκαιρα την αλήστου μνήμης “πλατφόρμα του 1934” του ΚΚΕ για την ανάγκη ενός “εθνικο-δημοκρατικού σταδίου” πριν την σοσιαλιστική επανάσταση. Η τότε απάντηση του μεγάλου μαρξιστή, πρώην γραμματέα του ΚΚΕ και ηγέτη του τροτσκισμού, του Παντελή Πουλιόπουλου, ήταν αποστομωτική. Ισχύει και σήμερα στην παλη ενάντια στο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, τον ζυγό της τρόικας, της ΕΕ, των HΠΑ και του ΝΑΤΟ: “... διαφορετικά από τις αποικιακές και μισοαποικιακές (μισο)φεουδαρχικές χώρες, η ντόπια καπιταλιστική μας τάξη, συνυφασμένη εξαρχής με το ξένο κεφάλαιο και με την βοήθειά του, κρατάει σήμερα στα χέρια της τους αποφασιστικούς τομείς της οικονομικής ζωής και την πολιτική του τόπου, και τους έχει δώσει τη δική της ταξική σφραγίδα. Όλα τα παραπάνω γεγονότα από τη μια μεριά κάνουνε πιο έντονο τον καπιταλιστικό χαραχτήρα της ελληνικής οικονομίας και την αδιάλυτη περιπλοκή της στο σύστημα της διεθνικής αλληλεξάρτησης. Από την άλλη μεριά θέτουνε πραγματικά το πρόβλήμα της πάλης με τον ξένο ιμπεριαλιστικό ζυγό. Μα το θέτουν όχι σαν πρόβλημα καμιάς ιδιαίτερης εθνικής αστικοδημοκρατικής επανάστασης, μα αδιάσπαστα ενωμένο με το καθήκον της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης” (Π. Πουλιόπουλου, Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα; Νέοι Στόχοι 1972 σελ. 83)

 

 

 

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους μετασυριζαίους ρεφορμιστές. Το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η “από τα αριστερά” συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ, το 2012-2015, μιας ευρύτατης γκάμας οργανώσεων και κινήσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με κομμουνιστικές αναφορές, μαζί και τμημάτων της αυτονομίας και της αναρχίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

 

Ο “κυβερνητισμός”, η αντίληψη ότι μια ριζική κοινωνική αλλαγή θα επέλθει με την αλλαγή κυβέρνησης, χωρίς να θιγεί η “συνέχεια του (αστικού) κράτους” στην οποία ορκίζονταν ο Τσίπρας κι ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς την επαναστατική ρήξη μαζί του και τον καπιταλισμό που περιφρουρεί, χωρίς την κατάληψη της εξουσίας από τις ίδιες τις μαχόμενες κι αυτοοργανωμένες εργατικές και λαϊκές μάζες, απλώς με την “πίεση”, υποτίθεται, των κινημάτων, αποδείχτηκε συνταγή καταστροφής.

Πέρα από τον ιμπρεσιονισμό και τον οπορτουνισμό, η στάση αυτή μαρτυρεί την εγκατάλειψη ή, σε άλλες περιπτώσεις, το έλλειμμα επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής στις προκλήσεις μετά τις καταρρεύσεις του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού” και τον γενικευμένο ιστορικό αποπροσανατολισμό, πεσιμισμό και ηττοπάθεια που ακολούθησαν.

 

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ θεωρήθηκε διέξοδος ή προσέγγιση προς μια διέξοδο, ή, για άλλους ένα νέο υπόδειγμα -μετά από εκείνα του Τσάβες και της Λατινικής Αμερικής- που οδηγεί τάχα πέρα από την διάκριση μεταρρύθμισης/επανάστασης, οποία θεωρείται πια απηρχαιωμένη, με το υποτιθέμενο τέλος του “ιστορικού κομμουνισμού” του 20ού αιώνα. Άλλοι, πάλι, που θέλουν να διατηρήσουν τις κομμουνιστικές αναφορές τους, δικαιολογούσαν την προσέγγιση στον ΣΥΡΙΖΑ και την “αριστερή πτέρυγά” του, επιστρατεύοντας άλλοτε τον Γκράμσι και τον “πόλεμο θέσεων” κι άλλοτε τσιτάτα για την τακτική του Ενιαίου Μετώπου από τα πρώτα Συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς.

 

Η σαφής διάκριση στρατηγικής και τακτικής του επαναστατικού μαρξιστικού κινήματος έγινε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, στα πρώτα Συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς. Ο “ορθόδοξος μαρξισμός” της Δεύτερης Διεθνούς πριν το 1914 ταύτιζε την στρατηγική με το μάξιμουμ πρόγραμμα των στόχων του σοσιαλισμού και την τακτική με το μίνιμουμ πρόγραμμα παρέμβασης στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα και στο κοινοβούλιο. Ο σοσιαλισμός σαν στόχος επαναβεβαιωνόταν τελετουργικά ενώ τελικά οι κινήσεις τακτικής απορροφούσαν κάθε επεξεργασία επαναστατικής στρατηγικής, με ακραία κατάληξη, στον Μπερνστάιν, την εξαφάνιση του στρατηγικού στόχου, στον τακτικισμό.

 

Αντίθετα, στα πρώτα χρόνια της Τρίτης Διεθνούς υπήρξε σαφής διάκριση: “Η τακτική περιορίζεται σε ένα σύστημα μέτρων που αφορούν ένα ιδιαίτερο πρόβλημα που μπαίνει στην ημερήσια διάταξη ή έναν ειδικό τομέα της πάλης των τάξεων, ενώ η επαναστατική στρατηγική εκτείνεται σε ένα σύστημα συνδυασμένων δραστηριοτήτων που στη σχέση τους και στη διαδοχή τους, στην ανάπτυξή τους, πρέπει να οδηγούν το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας” (Λέον Τρότσκυ, Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν, ό.π., σελ. 91).

 

Στη βάση αυτών του ουσιωδών και πάντα επίκαιρων προσδιορισμών, πρέπει να δούμε ότι τόσο η τακτική όσο και η διαμόρφωση και πάλη για ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων εντάσσεται και υπηρετεί αυτό το στρατηγικό “σύστημα συνδυασμένων δραστηριοτήτων” με το οποίο παλεύει ένα πραγματικά επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα, για την ανάπτυξη της κινητοποίησης τον μαζών και της ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου στην πάλη για εργατική εξουσία.

 

Το έλλειμμα επαναστατικής στρατηγικής σήμερα και μάλιστα στον χώρο μιας Αριστεράς που αυτοπροσδιορίζεται σαν επαναστατική και κομμουνιστική, μαζί και τα υποκατάστατα που το καλύπτουν σαν “δημιουργική προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες” είναι παλινδρόμηση σε σοσιαλδημοκρατικού τύπου αντιλήψεις πριν το 1917 και το 1914.

 

Το ίδιο το ΚΚΕ, παρόλο που εγκαλείται για “αριστερισμό”, ακόμα και για... “τροτσκισμό” από ορισμένους δεξιόστροφους αριστερούς, ακολουθεί, με τον δικό του ιδιόρρυθμο μετά την καταστροφή του 1991 τρόπο, την δικιά του παλινδρόμηση. Η διατυμπανιζόμενη επιστροφή του ΚΚΕ στην “σκληρή σταλινική ορθοδοξία” συνδυάζει, μέσα στα ερμητικά κλειστά πλαίσια μιας σεχταριστικής αυτοαναφορικότητας, την ρητορική προπαγάνδα για το μάξιμουμ πρόγραμμα της “εργατικής-λαϊκής εξουσίας” και του σοσιαλισμού - σαν στόχους, όμως, που μετατοπίζονται στο αόριστο μέλλον (μια και “η κατάσταση δεν είναι επαναστατική”, “ο συσχετισμός δυνάμεων είναι αρνητικός”, “το ΚΚΕ δεν υποστηρίζεται από την πλειοψηφία” κ.λπ.) - με ένα άμεσο μίνιμουμ πρόγραμμα εντός του καπιταλισμού, μια ρεφορμιστική, οικονομίστικη και συχνά συντηρητική πολιτική στην καθημερινή πράξη σε συνδικάτα και Κοινοβούλιο.

 

Διάφορες τάσεις και ομάδες (π.χ. “Εργατικός Αγώνας” κ.ά.) που σπάζουν από το ΚΚΕ, κυρίως λόγω της σεχταριστικής αυτοπεριχαράκωσής του, στρέφονται προς τα δεξιά και προς τα πίσω, στην “στρατηγική του μετώπου της αντιμονοπωλιακής-αντιιμπεριαλιστικής δημοκρατικής πάλης”, στη θεωρία των σταδίων όπως άτεχνα κι αντιμαρξιστικά “εκσυγχρονίστηκε” στην Μεταπολίτευση, στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ επί Φλωράκη.

 

Αλλά και στον χώρο που αυτοτοποθετείται στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, στον ετερόκλιτο χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥA, ακόμα  και σε τμήματα του ΝΑΡ, όπως διαφαίνεται στον προσυνεδριακό διάλογο ενόψει του 4ου Συνεδρίου του, ή και στον ευρύτερο κόσμο της  επαναστατικής Αριστεράς και της εξέγερσης, υπάρχουν   δυνάμεις που διολισθαίνουν σε ένα μίγμα τακτικισμού, ακτιβισμού για το άμεσο, και ρητορικής επίκλησης των επαναστατικών στόχων που εκπίπτουν σε τελετουργικές φόρμουλες κενές περιεχομένου.

 

Η διέξοδος από το σημερινό πολιτικό αδιέξοδο και την διαιωνιζόμενη κι επιδεινούμενη καπιταλιστική βαρβαρότητα, δεν είναι “να κάνουμε ένα βήμα πίσω”, λ.χ. σε “αμυντικούς αγώνες οικονομικής συνδικαλιστικής πάλης” για να μπορέσουμε αύριο “να κάνουμε ένα άλμα προς τα εμπρός”. Κάτι τέτοιο θα ήταν ένα βήμα στο κενό, όχι μόνο γιατί έχουν συρρικνωθεί τα περιθώρια ουσιαστικών παραχωρήσεων από το κεφάλαιο και τα συνδικάτα έχουν αποδυναμωθεί, αλλά και λόγω της εξαιρετικά ευμετάβλητης μεταβατικής περιόδου που διανύουμε.

 

Η αντίστροφη αντίληψη που μένει τυφλή στις αντιφάσεις της συγκυρίας και βλέπει μια ανύπαρκτη γραμμική πορεία “από νίκη σε νίκη του κινήματος” (π.χ το ΣΕΚ) είναι ανίκανη να λύσει αντιφάσεις, να αμφισβητήσει και να ανατρέψει το υπάρχον, να χαράξει πραγματική επαναστατική εργατική πολιτική και τελικά προσαρμόζεται στον ρεφορμισμό, υποτίθεται “χωρίς αυταπάτες”.

 

Ο μεγαλύτερος ανασταλτικός παράγοντας γίνεται η ίδια η σύγχυση μέσα στις μάζες, την οποία δεν ξεκαθαρίζει αλλά επιδεινώνει η σύγχυση μέσα στις γραμμές της ίδιας της οργανωμένης και μαχόμενης πρωτοπορίας που συχνά δεν δρα σαν επαναστατική εμπροσθοφυλακή αλλά σαν “πεφωτισμένη” οπισθοφυλακή.

 

Πρώτο καθήκον της είναι η επίμονη και υπομονετική πάλη ενάντια στην επικρατούσα σύγχυση, χωρίς προσαρμογή στην καθυστέρηση αλλά και χωρίς τελεσίγραφα και κούφια επαναστατικά κηρύγματα. Η εργατική τάξη δεν χρειάζεται κόλακες, πάτρωνες ή ιεροκήρυκες. Χρειάζεται ένα κεντρικό πολιτικό-ιδεολογικό εργαστήρι της επανάστασης - ένα επαναστατικό Κόμμα. Δεν υπάρχει επαναστατική στρατηγική και τακτική στο κενό, χωρίς ένα αντιγραφειοκρατικό, επαναστατικό, διεθνιστικό κόμμα μάχης με ρίζες στην εργατική τάξη και τα πιο φτωχά και καταπιεσμένα στρώματα, προπαντός στη νέα γενιά.

 

Μπορεί ο θεσμός “Κόμμα” να έγινε αναξιόπιστος μετά την πολιτική σύγκλιση των αστικών και των καθεστωτικών “αριστερών” κομμάτων, τη νομή της εξουσίας, τη διαφθορά, την κοινή αντιλαϊκή πολιτική. Μπορεί το μαρξιστικό κόμμα να έχει δυσφημιστεί με τα εγκλήματα της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού. Η ανάγκη του όμως δεν έπαψε να υπάρχει και να είναι επιτακτική. 

 

Eίναι αναγκαίο να δώσουμε την μάχη σε όλα τα μέτωπα, το πολιτικό, το εργατικό-συνδικαλιστικό, για τη συντριβή του φασισμού, αλλά με ιδιαίτερη προσοχή κι επιμονή στο ιδεολογικό και θεωρητικό μέτωπο. Δεν μπορείς να νικήσεις την κυρίαρχη αστική τάξη αν δεν νικήσεις την αστική ιδεολογία. Tο μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα λενινιστικού τύπου είναι αναγκαίο για να δοθεί νικηφόρα αυτή η μάχη. Τα κινήματα από μόνα τους και τα μέτωπα δεν μπορούν να καλύψουν το κενό. Εξάλλου η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών και μάλιστα των χρόνων της κρίσης έδειξε τα όρια ή και τις παγίδες του “κινηματισμού” και των “μετώπων”, την αποτυχία τους.

 

Η απαραίτητη συμμετοχή των επαναστατών, μαζί και του ΕΕΚ, στα κοινωνικά κινήματα, σε κάθε μαζική εκδήλωση πάλης, δεν σημαίνει την φετιχοποίησή τους σε ακομμάτιστο “κινηματισμό” που τελικά προσαρμόζεται στην υπάρχουσα αστική τάξη πραγμάτων, όπως το είδαμε ιδιαίτερα σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική.

 

Η ενιαία δράση των διάσπαρτων σήμερα οργανώσεων και συλλογικοτήτων του εργατικού και λαϊκού κινήματος για την αντιμετώπιση του κάθε καυτού ζητήματος που απασχολεί την τάξη και τον λαό, κι ακόμα περισσότερο η συγκρότηση, σε ένα ανώτερο επίπεδο και σε ταξική βάση ανεξάρτητη από την αστική τάξη και τα κόμματά της, ενός Ενιαίου Μετώπου είναι άμεση ζωτική ανάγκη - αλλά όχι πανάκεια. Οι μετωπικές προσπάθειες μέχρι τώρα -όταν δεν είναι “μέτωπο” ενός κόμματος με τον εαυτό του όπως στα “συμμαχικά” σχήματα του ΚΚΕ- έμειναν συνήθως στο επίπεδο ενός κοινού εκλογικού μπλοκ, στη βάση του ελάχιστου κοινού προγραμματικού παρονομαστή, χωρίς πραγματικό πολιτικό κέντρο βάρους που να ανοίγει μια εναλλακτική επαναστατική πρόταση εξουσίας. Η απουσία αυτού του πολιτικού κέντρου βάρους μετατρέπει τέτοιου είδους συσπειρώσεις, όπως είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε χώρο ετερόκλιτο δυνάμεων ταλαντευόμενων απέναντι στον ρεφορμισμό και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, χωρίς σαφή ταυτότητα. Τελικά το μέτωπο μετατρέπεται σε πεδίο αλληλοκαπελώματος των μεγαλύτερων οργανώσεων στην πάλη τους για μικρο- “ηγεμονία”(;) σε ένα μικρόκοσμο, αποθαρρύνοντας την προσέλκυση πλατύτερων εργατικών-λαϊκών στρωμάτων. Αδυνατεί να γίνει πόλος και μάλιστα επαναστατικός.

 

Για να υπάρξει πολιτικό κέντρο βάρους και μάλιστα που θα εμποδίζει μια δεξιά προσαρμογή και θα ωθεί στην επαναστατική κατεύθυνση χρειάζεται μια νέα αναγεννητική συσπείρωση των πιο πρωτοπόρων, μαχητικών κι ασυμβίβαστων τμημάτων της εργατικής τάξης, των κινημάτων, της νεολαίας που τώρα ψάχνονται και ψάχνουν σε μια καινοτόμα, αδογμάτιστη, οργάνωση μάχης εξοπλισμένη με επαναστατικό πρόγραμμα που θα πολεμάει ασυμβίβαστα την αστική ιδεολογία και επιρροή σε κάθε τομέα - θα συνενώνει τον επαναστατικό μαρξισμό ως την διαρκώς υψηλότερη συνείδηση της εποχής με τις απομακρυσμένες από την θεωρία προλεταριακές μάζες. Απαιτείται δηλαδή ένα νέο επαναστατικό κόμμα της Διαρκούς Επανάστασης κάτω από την σημαία μιας επαναστατικής Διεθνούς.

 

Για το ΕΕΚ η Διεθνής αυτή δεν μπορεί να οικοδομηθεί με μια παλινδρόμηση σε μια “νέα”, “πλατειά” 1η Διεθνή, ούτε σε κάποια “5η Διεθνή” που θα παρακάμπτει όλη την εμπειρία του 20ου αιώνα, την Οκτωβριανή Επανάσταση, το έπος και την τραγωδία της. Η 4η Διεθνής ιδρύθηκε, όχι μόνο σε αντίθεση με τις γραφειοκρατίες και τον σταλινισμό αλλά για τον παγκόσμιο Οκτώβρη που οι γραφειοκρατίες απεμπολούσαν, πρόδιδαν κι οδηγούσαν σε ήττες. Παλεύουμε για την επανίδρυσή της. Συνεχίζουμε στο δρόμο που άνοιξαν ο Τρότσκυ και οι Μπολσεβίκοι σύντροφοί του, κάτω από τις πιο τραγικές συνθήκες ηττών  και διωγμών, στη νέα ιστορική περίοδο τώρα της κρίσης, των πολέμων και των νέων επαναστάσεων. Προχωρούμε παραμένοντας αδιάλλακτα κομμουνιστές διεθνιστές, χωρίς ιστορική αμνησία ή παλινδρομήσεις στον σταλινισμό ή την σοσιαλδημοκρατία, χωρίς να διαλυόμαστε στον κεντριστικό βάλτο και στον στείρο κινηματισμό. Στόχος μας, να αναπτύξουμε το έργο που άρχισε ο κόκκινος Οκτώβρης, για την ολοκλήρωσή του σε πλανητική κλίμακα.

 

Αυτός είναι ο στόχος κι ο λόγος ύπαρξης του ΕΕΚ. Πρέπει να σπάσει τα ασφυκτικά όρια του προπαγανδισμού, να ανοίξει πόρτες και παράθυρα στα πρωτοπόρα μαχόμενα τμήματα της αναζήτησης, να έρθει σε επαφή και διάλογο μαζί τους, χωρίς παραχωρήσεις στις αρχές και προσαρμογή καιροσκοπική στη σύγχυση. Να οργανώσει μαζί τους το νέο Κόμμα του μαχόμενου διεθνιστικού κομμουνισμού ως το απαραίτητο όργανο της κοινωνικής επανάστασης.

 

Σκοπός δεν είναι να υπάρξει κάποιο νέο σημείο αυτοαναφοράς. Οι πολιτικές και προγραμματικές διαχωριστικές γραμμές από τον ρεφορμισμό, τις γραφειοκρατίες και την κεντριστική ταλάντευση απέναντί τους, πρέπει να υπηρετεί το ανέβασμα της ταξικής συνείδησης των προλεταρίων, μέσα από την επέμβαση στις διαδοχικές τους εμπειρίες στην πολιτική ταξική πάλη.

 

Επειγόντως πρέπει να ανοίξουμε διαύλους ώστε να επανέλθει δριμύτερος ο πρωταγωνιστικός ρόλος των εργατικών και λαϊκών μαζών στην αρένα της πολιτικής ταξικής πάλης, σε ένα ανώτερο επίπεδο από εκείνο του 2010-12, μιας προηγούμενης και άρα, όπως είπαμε ήδη, ξεπερασμένης φάσης της κρίσης και της κοινωνικής συνείδησης των “από κάτω”.

 

Χρειάζεται να διευρυνθούν και να ενοποιηθούν οι διάσπαρτοι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες για ψωμί, δουλειά, στέγη, υγεία, παιδεία, ελευθερία· ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τον εθνικισμό που υπηρετεί τον ταξικό “εχθρό μέσα στην ίδια μας την χώρα”· ενάντια σε κάθε είδους φασισμό και ρατσισμό, με την οργάνωση ομάδων αυτοάμυνας και δράσεων για τη συντριβή των ναζί, σταθερά και μαχητικά να σταθούμε στο πλευρό των προσφύγων και κάθε καταδιωγμένου και καταπιεσμένου. Να αναπτυχθεί το πλατύτερο δυνατό δίκτυο αλληλεγγύης και έμπρακτης στήριξης τους.

 

Η δημιουργία, προώθηση, ενίσχυση κι ο συντονισμός συλλογικών μορφών αυτοοργάνωσης των εργατών και των λαϊκών στρωμάτων σε κάθε μέτωπο πάλης ενάντια στις συνέπειες της κρίσης είναι καίριας σημασίας.

 

Μέσα στους αγώνες, με όρους ασυμβίβαστης ταξικής σύγκρουσης, πρέπει να υπάρξει υπομονετική, μεθοδική ζύμωση, προπαγάνδα και οργανωτική προετοιμασία για την Γενική Πολιτική Απεργία διαρκείας για την ανατροπή των λαοκτόνων μνημονίων, της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας και της τωρινής ή όποιας αστικής κυβέρνησης τα υπηρετεί, για την ρήξη κι ανατροπή των καπιταλιστών τυράννων, ντόπιων και διεθνών, για την συντριβή των κρατικών, παρακρατικών και υπερκρατικών - ιμπεριαλιστικών μηχανισμών καταστολής. Είναι μέσα σ’ αυτήν την όχι ευθύγραμμη πορεία συγκρούσεων που η στρατηγική εναλλακτική λύση της εργατικής εξουσίας μπορεί να εκλαϊκευτεί, να γίνει πειστική, να κινητοποιήσει, να νικήσει. 

 

 

 

Όροι απαραίτητοι για την νίκη είναι η πολιτική ανεξαρτησία από τα σχέδια τύπου ΣΥΡΙΖΑ, η ρήξη με κάθε μορφή αστικής πολιτικής και ταξικής συνεργασίας. Η σύγκρουση με τις γραφειοκρατίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, τον κρατικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό, η ταξική συσπείρωση σε Κέντρα Αγώνα, η ενεργός συμμετοχή στα ζωντανά και μαχόμενα συνδικάτα. Για μια εργατική διέξοδο από την κρίση.

 

Για τον σκοπό αυτό, το ΕΕΚ πρότεινε ήδη από το 2015, στις παραμονές του Δημοψηφίσματος και της συνθηκολόγησης Τσίπρα, επιβεβαίωσε το 2016 στην Απόφαση του 15ου Συνεδρίου του και επαναλαμβάνει και πάλι την ανάγκη:

 

Να προετοιμαστεί, να ζυμωθεί συστηματικά και να οργανωθεί μεθοδικά μια Ανοιχτή Πανελλαδική Συνέλευση όλων των οργανώσεων και συλλογικοτήτων που παλεύουν για τη ρήξη με τον καπιταλισμό, για την κοινωνική χειραφέτηση, από την επαναστατική Αριστερά, σε όλες τις οργανωμένες εκφράσεις της και τους πολυπληθείς ανένταχτους αγωνιστές έως τις αναρχικές ελευθεριακές συλλογικότητες. Να συζητήσουμε εκεί συλλογικά, χωρίς «καπελώματα», στείρες αντιπαραθέσεις και αρχηγισμούς αλλά και χωρίς απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας και φυσιογνωμίας της κάθε συλλογικότητας και αγωνιστή. Κεντρικός στόχος πρέπει να είναι η  επεξεργασία ενός κοινού εναλλακτικού προγράμματος  διεξόδου από την κρίση, ενάντια στα προγράμματα λιτότητας και υποταγής στη μνημονιακή βαρβαρότητα που υπηρετούν τόσο η Δεξιά όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πάνω σ’ αυτήν την βάση, να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε ένα κοινό, τολμηρό σχέδιο πανελλαδικής δράσης, άμεσο και σε βάθος χρόνου, πάνω στα καυτά ταξικά-κοινωνικά ζητήματα.

 

Μια τέτοια διέξοδος για μας δεν μπορεί παρά να είναι η επαναστατική σοσιαλιστική έξοδος από τον χρεοκοπημένο καπιταλισμό και όλους τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ και η νίκη της εργατικής εξουσίας.

 

 

 

Τα βασικά στοιχεία ενός επαναστατικού στρατηγικού προσανατολισμού συνοψίζονται στα  εξής:

 

  • Η Ελλάδα ήταν, για ιστορικούς δομικούς λόγους, ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης και της ΕΕ. Ο ελληνικός κρίκος δεν επλήγη απλώς, ούτε ράγισε, αλλά έσπασε κάτω από το συντριπτικό βάρος της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Γι’ αυτό και μιλάνε για “λιτότητα”...  μέχρι το 2060. Δεν μπορεί να αποκατασταθεί πάνω στις ίδιες κοινωνικές βάσεις. Απαιτείται άμεσα η κατάργηση του εξοντωτικού χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας κάτω από εργατικό έλεγχο και εργατική διαχείριση, χωρίς αποζημίωση στους κεφαλαιοκράτες-ληστές, η αναδιοργάνωση της οικονομίας σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες των πολλών κι όχι το κέρδος των λίγων, δηλαδή πάνω σε  σοσιαλιστικές  βάσεις χωρίς αφεντικά και γραφειοκράτες. Στη φρίκη δίχως τέλος πρέπει και μπορεί να δώσει τέλος η κοινωνική επανάσταση κι η εργατική εξουσία, η σοσιαλιστική ανοικοδόμηση μέσα σε ένα κράτος του τύπου της Κομμούνας και των επαναστατικών σοβιέτ. Ένα κράτος που δεν θα ορθώνεται πάνω από την κοινωνία ως Λεβιάθαν, αλλά που εξ αρχής θα σβήνει μαζί με τις ταξικές διαιρέσεις καθώς η επανάσταση θα βαθαίνει και θα επεκτείνεται διεθνώς. Η διέξοδος ή θα είναι επαναστατική ή δεν θα υπάρξει.

 

 

 

  • Με την χρεοκοπία της Ελλάδας δεν έσπασε απλώς ένας κρίκος της αλυσίδας -έσπασε η ίδια η αλυσίδα, όπως δείχνουν οι εξελίξεις που ακολούθησαν. Δεν υπάρχει διέξοδος μέσα στην φυλακή της ΕΕ που γκρεμίζεται και κινδυνεύει να μας θάψει στα ερέιπιά της. Η ρήξη με την ιμπεριαλιστική ΕΕ  αλλά και με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και το ΝΑΤΟ είναι επείγον ζήτημα επιβίωσης του λαού μας. Ούτε, όμως, μπορεί να υπάρξει διέξοδος με την περιχαράκωση μέσα στα ασφυκτικά όρια ενός αστικού κράτους-έθνους, με κουρελιασμένη σημαία την πληθωριστική δραχμή  και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλιστικής χρεοκοπίας και προωθημένης διεθνούς αλληλεξάρτησης της οικονομίας και της πολιτικής. Ο οικονομικός εθνικισμός είναι σήμερα ακόμα πιο αντιδραστικός και δυστοπικός από την δεκαετία του 1930 και τρέφει τον φασισμό, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Κανένας συμβιβασμός! Η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι αναγκαίος αλλά όχι επαρκής όρος για μια διέξοδο από την κρίση. Χρειάζεται διεθνής και διεθνιστική σύνδεση, κινητοποίηση, οργάνωση, πρόγραμμα με τους προλετάριους και καταπιεσμένους όλης της Ευρώπης για την επαναστατική σοσιαλιστική της ενοποίηση ενάντια και πάνω στα ερείπια της ιμπεριαλιστικής ΕΕ. Η επαναστατική διέξοδος από την κρίση ή θα είναι διεθνής και διεθνιστική ή δεν θα ολοκληρωθεί και θα αποτύχει.

 

 

 

Ο ιστορικός κύκλος που άνοιξε ο Οκτώβρης του 1917 δεν έκλεισε. Τίποτα δεν τέλειωσε. Το στρατηγικό μας καθήκον είναι να προετοιμαστούμε και να προετοιμάσουμε τους όρους της νίκης στην επόμενη φάση της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, την νίκη του κομμουνισμού!

 

  

 

                        26 Νοεμβρίου 2017

 

 

                        26 Νοεμβρίου 2017