Προσφυγικό - Μεταναστευτικό

ΚΡΗΤΗ: ΣΤΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΓΑΔΗ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ-ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

 

Εικοσιεννιά μετανάστες-πρόσφυγες είναι φυλακισμένοι στα κρατητήρια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηρακλείου, από την Τρίτη 8 Μαΐου μέχρι τώρα. Οι μετανάστες-πρόσφυγες ήταν σε ένα πλοιάριο (ένα ξύλινο σαπιοκάραβο) 53 άνθρωποι, ανάμεσά τους 4 ασυνόδευτοι ανήλικοι, δύο γυναίκες και δύο παιδιά.

Την Δευτέρα 7 Μαΐου, το πλοιάριο, εντοπίστηκε από το λιμενικό και αεροσκάφος της FRONTEX, μετά από ειδοποίηση των επιβαινόντων σε αυτό, ότι υπάρχει κίνδυνος βύθισής του. Παρ’ όλο που δεν είχαν για προορισμό τους την Ελλάδα, οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο κάτω από την πίεση των αρχών. 

Εκεί το λιμενικό και η αστυνομία προχώρησε σε ανακρίσεις χωρίς την στοιχειώδη κάλυψή τους με διερμηνέα. Όλες οι συνθήκες ήταν άθλιες. 

Από όλους τους πρόσφυγες, οι 24 αφέθηκαν ελεύθεροι την επόμενη μέρα, Τρίτη 8 Μαΐου. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, μια μικρή συγκέντρωση νεολαίας, σε αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, πραγματοποιήθηκε στο λιμάνι του Ηρακλείου απ’ όπου θα αποχωρούσαν οι πρόσφυγες. Στη συνέχεια οι συγκεντρωμένοι προχώρησαν στο κέντρο του Ηρακλείου, όπου πραγματοποίησαν πορεία στα σοκάκια φωνάζοντας συνθήματα αλληλεγγύης. 

Ήδη όμως 29 πρόσφυγες/μετανάστες, δεν αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά οδηγήθηκαν στα κρατητήρια της ΓΑΔΗ γιατί «δεν είχαν τα απαραίτητα έγγραφα»... Στα κρατητήρια της ΓΑΔΗ βρίσκονται μέχρι σήμερα (Τρίτη 22 Μαΐου), ενώ ένας από τους ασυνόδευτους ανήλικους έχει καταγγείλει ξυλοδαρμό του μέσα στα κρατητήρια.

Την Πέμπτη 17 Μαΐου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση-παρέμβαση έξω από την ΓΑΔΗ, από αλληλέγγυους και αλληλέγγυες και το Σάββατο 19  Μαϊου έγινε συγκέντρωση στο κέντρο της πόλης από περίπου 50 διαδηλωτές. 

H κράτηση των προσφύγων είναι μέρος της άθλιας «διαχείρισης του προσφυγικού» από τις πολιτικές αρχές και την αστυνομία. Πρόκειται για μια κατασταλτική και άκρως ρατσιστική πολιτική του αστικού κράτους με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επικεφαλής,  κατ’ εντολή της Ε.Ε και πρέπει να γίνει αγώνας για να απελευθερωθούν όλοι αυτοί οι φυλακισμένοι πρόσφυγες- μετανάστες.  

Ε.Α. 

 

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΣΤΗ ΣΟΥΔΑ

Πορεία στα Χανιά  πραγματοποίησαν αριστερές οργανώσεις και σωματεία από όλη την Κρήτη, την Κυριακή 13 Μαΐου. Μετά την συγκέντρωση στην πλατεία δημοτικής αγοράς, η οποία ελέγχονταν από την ΕΕΔΥΕ-ΚΚΕ, η πορεία ξεκίνησε περίπου στις 12.30 με το μπλοκ του ΚΚΕ μπροστά και από πίσω τα μπλοκ της Πρωτοβουλίας Συντονισμού σωματείων, της ΕΛΜΕ Χανίων, των ΚΚΕ-μλ/ΜΛ-ΚΚΕ και του ΣΕΚ-ΚΕΕΡΦΑ. Περίπου 800 διαδηλωτές πορεύτηκαν στο κέντρο της  πόλης φωνάζοντας αντιπολεμικά, αντι-νατοϊκά και αντι-κυβερνητικά συνθήματα, για περίπου μιάμιση ώρα.

Στη συνέχεια οι διαδηλωτές μετέβησαν με πούλμαν στην λαομίσητη Βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα, στην πύλη της αεροπορικής βάσης. Στην είσοδο της Βάσης, ήταν παρατεταγμένες ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις ΜΑΤ.    

Μπροστά ήταν το μπλοκ της ΕΕΔΥΕ (ΚΚΕ) και ακολουθούσαν τα υπόλοιπα μπλοκ. Το ΚΚΕ είχε στήσει αρκετά μέτρα πιο πίσω μια μικροφωνική, όπου ένα στέλεχός του έβγαλε ένα λόγο με αρκετές «πατριωτικές» κορώνες.  Μετά από περίπου μία ώρα, η συγκέντρωση ολοκληρώθηκε.

Στη διαδήλωση στα Χανιά και την Σούδα μοιράστηκε προκήρυξη του ΕΕΚ, η οποία καταγγέλει την «αναβάθμιση» και «επέκταση» της Βάσης της Σούδας από την Κυβέρνηση Τσίπρα και τις συμφωνίες Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ και καλεί σε μαζική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό και τις κυβερνήσεις του.

Ε.Α.   

 

 

   

  

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ // Μέρος Τρίτο

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ  // Μέρος Τρίτο

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤOYIMANT, ΤΗΣ ΛΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ 4 ΜΙΚΡΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ  ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΤΛΙΜΠ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

[εξιστορήσεις από την καθημερινότητα των εγκλωβισμένων προσφύγων από το προσωπικό ημερολόγιο μιας αλληλέγγυας]

Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τον Ιμάντ και την Λούλου. Ήταν το 2016 Μεγάλο Σάββατο πρωΐ και είχα πάει στο νησί να βρω την Χ.

Μου είπε να πάρουμε ένα πασχαλιάτικο τσουρέκι με κόκκινο αυγό για το ζευγάρι και σοκολατένια πασχαλινά κουνελάκια για τα 4 μικρά κοριτσάκια τους, τα οποία ήταν μικροκαμωμένα με όμορφα χαμογελαστά προσωπάκια σαν καρτούν. Ήταν οι μικρές μασκώτ του πρόχειρου προσφυγικού καταυλισμού του Κάστρου που οι αλληλέγγυοι και οι εργαζόμενοι, τις ονόμαζαν χαϊδευτικά «τα κατσαριδάκια». Ηλικίες 11, 9, 7 και 5 ετών.

Όταν τους επισκεφτήκαμε στη σκηνή τους με τα πενιχρά δώρα μας, η μητέρα τους η Λούλου έβαλε τα κλάματα. «Είναι η πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό που κάποιοι μας αντιμετωπίζουν ως ανθρώπους και όχι ως ζώα», μας είπε μέσω του μεταφραστή μας.

Μας κέρασε τσάι και μας διηγήθηκε την ιστορία τους. Ο Ιμάντ και η Λούλου κατάγονται από μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη της επαρχίας Ιντλίμπ και παντρεύτηκαν με συνοικέσιο. Είναι δεύτερα ξαδέρφια. Άνοιξαν μαζί ένα μικρό μπακάλικο-παντοπωλείο και έκαναν 4 κοριτσάκια επειδή η επιθυμία του Ιμάντ μετά από κάθε γέννα ήταν να είναι αγόρι το επόμενο παιδί που θα γεννούσαν. Ίσως και να συνέχιζαν μέχρι να το πετύχουν αν δεν ξεκίναγε ο πόλεμος που έβαλε τέλος στις… γεννήσεις κοριτσιών.

Η επαρχία του Ιντλίμπ όταν ξεκίνησε ο Συριακός εμφύλιος πολύ σύντομα έπεσε στα χέρια των σκληροπυρηνικών τζιχαντιστικών ομάδων της Συριακής Αλ Κάιντα, που ονομάζονταν Αλ Νούσρα. Η οικογένεια, αν και αρκετά θρησκευόμενη και συντηρητική δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το Ισλάμ μπορεί να εκπροσωπηθεί από τις πρακτικές των τζιχαντιστών και αποφάσισε να φύγει για το εξωτερικό με τις πενιχρές της οικονομίες.

Πέρασαν αρχικά στην Τουρκία και έμειναν στον τεράστιο προσφυγικό καταυλισμό των Αδάνων. Εκεί, ένα πρόβλημα γλαυκώματος στο μάτι του Ιμάντ, που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εγκαίρως με φαρμακευτική αγωγή και μικροεπέμβαση επιδεινώθηκε ραγδαία και άρχισε σταδιακά να χάνει την όραση του. Έμειναν συνολικά τρία χρόνια στα Άδανα αποκλεισμένοι από ιατρική φροντίδα και με κακή διατροφή. Νέα προβλήματα υποβιταμίνωσης άρχισαν να χτυπάνε τα 4 μικρά «κατσαριδάκια», τα οποία στο μεταξύ πήγαιναν σε σχολείο και μάθαιναν Αγγλικά και Τουρκικά.

Η απόφαση να περάσουν στην Ευρώπη μέσω του Αιγαίου ήταν μονόδρομος. Τους έπιασε η απαγόρευση που επέβαλε η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας στις 20 Μαρτίου 2016 και εγκλωβίστηκαν στην Χίο μαζί με χιλιάδες ακόμη. Εκεί ξεκίνησε ένας νέος Γολγοθάς από τη μια για να τύχουν της ιατρικής φροντίδας για την όραση του Ιμάντ και από την άλλη για να εξασφαλίσουν την αναγκαία ημερήσια ποσότητα και ποιότητα φαγητού για τα 4 μικρά κοριτσάκια.

Μερικοί αλληλέγγυοι ανάμεσά τους και η Χ. έτρεχαν κάθε τρεις και λίγο και μάλωναν με τις ιατρικές υπηρεσίες του Γενικού Νοσοκομείου Χίου για να πείσουν την υπεύθυνη του Οφθαλμολογικού να εκδώσει μια γνωμάτευση που θα αναγνώριζε το μέγεθος του προβλήματος στην όραση του Ιμάντ, την αδυναμία του υποστελεχωμένου νοσοκομείου να την αντιμετωπίσει σε τοπικό επίπεδο εξαιτίας της έλλειψης σε μέσα και προσωπικό, και την ανάγκη ταχείας μεταφοράς της οικογένειας στην Αθήνα.

Μια μικρή λεπτομέρεια άξια αναφοράς: η υπεύθυνη του Οφθαλμολογικού, σύζυγος τέως βουλευτή και δημάρχου από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, διώκονταν επί χρόνια για μια υπόθεση που εκκρεμούσε, κατηγορούμενη ότι είχε εκδώσει πλαστές βεβαιώσεις τυφλότητας σε πάνω από 150 άτομα, στο νησί οι οποίοι ελάμβαναν επί δεκαετίες επιδόματα τυφλότητας, αν και εργάζονταν ως αυτοκινητιστές, έμποροι, αγρότες κ.λπ.

Ωστόσο, στην περίπτωση του Ιμάντ, η υπόδικη γιατρός ήταν ανένδοτη. Αν έδινε τέτοια γνωμάτευση ταχείας μεταφοράς στην Αθήνα λόγω υψηλού κινδύνου θα ήταν σαν να ξεγύμνωνε τις ελλείψεις του νοσοκομείου και αυτό πάνω στην έναρξη της τουριστικής σαιζόν. Αρνήθηκε λοιπόν πεισματικά επί μήνες να την δώσει, μέχρι που κάποια στιγμή ο Ιμάντ κατέρρευσε λιπόθυμος, στη μέση του δρόμου και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Πλέον ήταν μια «καυτή πατάτα» για τους γιατρούς, που έκριναν ότι πρέπει να φύγει μακριά από την ευθύνη τους και πείστηκαν να δώσουν την σχετική γνωμάτευση.

Η οικογένεια ήρθε στην Αθήνα, στον καταυλισμό του Ελαιώνα, το φθινόπωρο του 2016 και εκεί ξεκίνησε μια νέα περιπέτεια. Η πάθηση είχε επιδεινωθεί και πλέον αντιμετωπίζονταν μόνο με μια λεπτή και σπάνια χειρουργική επέμβαση που γίνονταν μόνο σε εξειδικευμένο νοσοκομείο στην Γερμανία ή στην Ελβετία.

Με την βοήθεια αλληλέγγυων ξανά, έγιναν μια σειρά από χρονοβόρες εξετάσεις στην Αθήνα και ενέργειες επικοινωνίας με τα νοσοκομεία του εξωτερικού. Στο μεταξύ τα 4 «κατσαριδάκια» μάθαιναν Ελληνικά και Γερμανικά.

Στο τέλος και μετά από αρκετούς μήνες, η οικογένεια πήρε τα ταξιδιωτικά έγγραφα για να πάει στην Ελβετία. Την μέρα που μας κάλεσαν στη σκηνή τους για να μας κάνουν το τραπέζι με παραδοσιακά φαγητά του Ιντλίμπ, για να μας αποχαιρετήσουν μάθαμε και τους μεταφέραμε και την είδηση:

Η γιατρός που τους είχε ταλαιπωρήσει στη Χίο, στη δίκη που εκκρεμούσε επί χρόνια, καταδικάστηκε τελεσίδικα μαζί με άλλους δεκάδες ωφελημένους για τις παράνομες γνωματεύσεις που έδινε όλα αυτά τα χρόνια. Βέβαια η ποινή ήταν ιδιαίτερα χαμηλή και με αναστολή αλλά έστω και έτσι ήταν μια κάποια ηθική δικαίωση. Μετά από καιρό είδαμε την θλιμμένη Λούλου να μας χαμογελάει.

Τα τελευταία που μάθαμε από την Ελβετία πριν από καιρό είναι ότι η όραση του Ιμάντ δυστυχώς καταστράφηκε από το ένα μάτι εντελώς εξαιτίας της καθυστέρησης στην αντιμετώπιση της πάθησης, αλλά τουλάχιστον το δεύτερο σώθηκε. Α ναι! Τα «κατσαριδάκια» που συνεχίζουν να χαμογελούν σαν καρτουνάκια στις φωτογραφίες που στέλνουν, πλέον μιλάνε, Αραβικά, Αγγλικά, Τουρκικά, Ελληνικά και Γερμανικά, ενώ ξεκίνησαν και… Γαλλικά!

Χ & Γ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ Μέρος Β'

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ Μέρος Δεύτερο
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΥ ΜΑΧΜΟΥΤ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΛΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

(Eξιστορήσεις από την καθημερινότητα των εγκλωβισμένων προσφύγων από το προσωπικό ημερολόγιο μιας αλληλέγγυας).

Ο Μαχμούτ, 39 ετών, γεννήθηκε στο Χαλέπι της Συρίας, και είναι Παλαιστίνιος πρόσφυγας τρίτης γενιάς. Πέρασε στην Ελλάδα, στη Χίο, στις 20 Μαρτίου 2016 και εγκλωβίστηκε μαζί με άλλους στην αρχή στην ΒΙΑΛ και μετά από λίγο καιρό στη Σούδα.

Ο παππούς του γεννήθηκε στην Μπερσεβά της Παλαιστίνης (σήμερα τμήμα του Ισραήλ) και αναγκάστηκε να φύγει μετά το 1948 για την Τζενίν της Παλαιστίνης που τότε ήταν τμήμα της Ιορδανίας. Μετά τον πόλεμο των 6 ημερών, το 1967, έφυγε μαζί με τον πατέρα του Μαχμούτ για τη Συρία. Η Τζενίν στις μέρες μας είναι τμήμα της Δυτικής Όχθης.
Η οικογένειά του λοιπόν είχε ήδη πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς δύο φορές πριν τον τωρινό πόλεμο.

Σημειώνουμε ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ήταν "stateless", δηλαδή «ανιθαγενής» καθώς το Συριακό κράτος, όπως και όλα τα «αδερφά» αραβικά κράτη, δεν απέδιδε υπηκοότητα Σύρου πολίτη, ή έστω διπλή υπηκοότητα στον μεγάλο Παλαιστινιακό προσφυγικό πληθυσμό. Επισήμως ο λόγος που αυτό γίνονταν ήταν για λόγους «μη αναγνώρισης των τετελεσμένων της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ». Στην πράξη αυτό οδηγούσε σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας με πολλά προβλήματα στην καθημερινότητά τους, και μια νέα γκετοποίηση που οδηγούσε και σε ρατσιστική αντιμετώπιση.

Ο Μαχμούτ μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με κοσμικές πολιτικές παραδόσεις καθώς ο πατέρας ήταν αριστερός αγωνιστής και δραστηριοποιούνταν μέσα στις τάξεις των αριστερών οργανώσεων της PLO στη Συρία. Στη μεγάλη εξέγερση των φανατικών Ισλαμιστών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας μάλιστα μεταξύ 1979-1982 ο πατέρας του δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του, από αγνώστους, κατά πάσα πιθανότητα από σαλαφιστές.
Ο Μαχμούτ μεγάλωσε με αυτές τις μνήμες, αλλά ταυτόχρονα ήθελε και να χαράξει έναν δικό του δρόμο και να ζήσει την ζωή του όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία και ταυτόχρονα στον ελεύθερο χρόνο του έκανε μαθήματα latin χορού, μένοντας έξω από την οργανωμένη πολιτική ζωή των Παλαιστινιακών κοινοτήτων.
Κατάφερε να βρει μια δουλειά στο πανεπιστήμιο του Χαλεπίου στην έδρα Αγγλικής φιλολογίας, αλλά καθώς είναι Παλαιστίνιος δεν μπορούσε να διδάξει και έτσι εργάζονταν ως διοικητικό/βοηθητικό προσωπικό.
Παντρεύτηκε μάλιστα και έκανε και δύο κόρες με την σύζυγο του, αλλά σύντομα βρέθηκε σε διάσταση μαζί της, καθώς εκείνη κατάγεται από μια συντηρητική και βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και αρκετά παρεμβατική καθώς δεν ενέκρινε το life style του.

Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος και ειδικά όταν αυτός μεταφέρθηκε μέσα στις συνοικίες του Χαλεπίου, το μεν σπίτι του, του αδερφού του και της μητέρας του, βρέθηκε στην ελεγχόμενη από τους τζιχαντιστές της Αλ Νούσρα περιοχή, το δε πανεπιστήμιο, η εργασία του, βρέθηκε στα χέρια των δυνάμεων του Άσσαντ. Για ένα μεγάλο διάστημα που ο πόλεμος ήταν ακόμη «χαμηλής έντασης», μπορούσε να διασχίζει με το ποδήλατό του, τα οδοφράγματα για να πάει από την μία περιοχή στην άλλη. Στους μεν, έπρεπε να πει ότι «διαφωνεί με τον χασάπη Άσσαντ και τους αποστάτες αλεβίτες» και στους δε, έπρεπε να πει ότι «οι ισλαμιστές σαλαφιστές είναι καθάρματα και μας κρατάνε ομήρους».
Αλλά ακόμη διατηρούσε μια ισορροπία που του επέτρεπε να επιβιώνει. Αυτά άλλαξαν όμως σιγά-σιγά.

Πρώτα, οι τζιχαντιστές ήρθαν στο σπίτι της χήρας μητέρας του και της ζήτησαν να τους παραδώσει την μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα, με βιβλία του Μαρξ, του Λένιν, του Τσε, του Αραφάτ κ.λπ. για να τα κάψουν δημόσια σε πλατεία της γειτονιάς μαζί με άλλα βιβλία «αθεϊστικής προπαγάνδας του Σατανά».
Εκείνη ζήτησε περιθώριο για να παραδώσουν τα βιβλία οι γιοί της, ο Μαχμούτ και ο αδερφός του. Αυτοί, πήγαν και έσκαψαν έναν βαθύ λάκκο σε τοποθεσία που μόνο εκείνοι ξέρουν και έθαψαν σε ένα μπαούλο, όλα τα πολύτιμα βιβλία μαζί με άλλα κειμήλια του πατέρα τους. Κατόπιν, παρέδωσαν στους τζιχαντιστές μόνο κάτι βιβλία μαγειρικής και χορού ξεγελώντας τους. Παράλληλα φυγάδευσαν την μητέρα μακριά από την γειτονιά σε άλλη πόλη, ασφαλή. Η μητέρα είναι πλέον ασφαλής, και το ίδιο και τα βιβλία που κάποια στιγμή θα ξεθαφτούν και θα ξαναγυρίσουν σε κάποιο ράφι βιβλιοθήκης.

Κατόπιν, μια μέρα που ο Μαχμούτ γύριζε από την δουλειά, υποχρεώθηκε από τους τζιχαντιστές, να παρακολουθήσει μαζί με όλη την γειτονιά έναν δημόσιο αποκεφαλισμό κάποιου «άθεου» που ήταν παλιός συμμαθητής του. Το πλήθος ήταν υποχρεωμένο να κρατιέται χέρι χέρι και οι ηγέτες της ομάδας των τζιχαντιστών τους παρακινούσαν να φωνάζουν διάφορα συνθήματα από την «Τάκβα», ένα είδος θρησκευτικής ομολογίας των φανατικών ισλαμιστών, ενώ παράλληλα τους βιντεοσκοπούσαν.
Αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αφού βεβαιώθηκε ότι οι κόρες του ήταν ασφαλείς μαζί με την εν διαστάσει σύζυγο, πήρε την απόφαση να φύγει και αυτός πρόσφυγας, ακολουθώντας την μοίρα του πατέρα του και του παππού του.

Είχε την τύχη μέσα στην ατυχία του, ως "stateless" να ανήκει στις λεγόμενες «ιδιαίτερα ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες». Με άριστη γνώση της Αγγλικής και αρκετά κοινωνικός ως χαρακτήρας, θα βοηθηθεί τόσο από εθελοντές, όσο και από εργαζόμενους σε ΜΚΟ αλλά ακόμη και ανθρώπους μέσα από την Ελληνική υπηρεσία ασύλου, έτσι ώστε να καταφέρει να πάρει σύντομα ΑΦΜ, άδεια εργασίας και άσυλο και να βρει δουλειά σε κάποια πολυεθνική ΜΚΟ ως «πολιτιστικός διαμεσολαβητής».
Με αυτή την ιδιότητα τελικά βρέθηκε στην Ισπανία, όπου συνεχίζει να ζει κα να εργάζεται εκεί. Εκεί μάλιστα τελειοποιεί και τις γνώσεις του στους latin χορούς.

Ο ίδιος έλεγε ότι οι δύο μεγάλοι στόχοι της ζωής του είναι, πρώτον να φέρει στην Ευρώπη τις δύο κόρες του όταν μεγαλώσουν και δεύτερον, όταν τελειώσει ο πόλεμος να πάει πίσω και να ξεθάψει τα βιβλία του πατέρα του, του Μαρξ και να τα διαβάσει ως ελάχιστο τρόπο να τιμήσει την μνήμη του.

Χ & Γ

Μιλώντας για τις ΜΚΟ

Μιλώντας για τις ΜΚΟ
Οι κακές εργασιακές συνθήκες, οι απολύσεις εγκύων, οι καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων είναι μερικά από τα ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι οποίες απασχολούν την επικαιρότητα ολοένα και συχνότερα, όχι με το δηλωθέν ανθρωπιστικό τους έργο, αλλά με τις συνήθεις κακές εργοδοτικές πρακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της καθιερωμένης, πλέον πρακτικής υπήρξε η απόλυση μιας νέας μητέρας, εργαζόμενης σε μεγάλη ανθρωπιστική οργάνωση. Η εκδίκαση της αγωγής της απολυμένης, νέας μητέρας εναντίον της ΜΚΟ κατέληξε στο να αναγνωρίζεται από τη δικαστική έδρα το εξαρτημένο της εργασίας της, να κρίνει ως άκυρη την απόλυση και να υποχρεώνει την οργάνωση να τηρεί εφεξής τις εργοδοτικές της υποχρεώσεις απέναντι στους εργαζόμενους της.
Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η μοναδική. Είναι γνωστή η τακτική των ΜΚΟ, ως προς το εργασιακό καθεστώς. Ο εργαζόμενος αποκτά τον τίτλο «συνεργάτης» και αυτό εξασφαλίζεται πρωτίστως, με τη σύναψη σύμβασης έργου με την οποία θεωρητικά ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να ακολουθεί συγκεκριμένο ωράριο. Στις ΜΚΟ όμως, αντί για το (αυτονόητο για τον ελεύθερο επαγγελματία) ελεύθερο ωράριο, χωρίς άλλη συμβατική υποχρέωση προς τον εργοδότη πέραν αυτής του παραδοτέου έργου, υπάρχει πλήρες ωράριο, εικοσιτετράωρες βάρδιες, αναφορές προς τους «συντονιστές» (νέος όρος για τον προϊστάμενο), εργασία σε Σαββατοκύριακα και αργίες. Κι αυτό συνδέεται άμεσα με το αντικείμενο εργασίας. Σε κάθε δομή (ξενώνας ασυνόδευτων ανηλίκων, προστατευμένα διαμερίσματα διαβίωσης προσφυγικών οικογενειών, κλπ) αναρτάται εβδομαδιαίο πρόγραμμα βαρδιών, ώστε ανά πάσα στιγμή να υπάρχει εκεί προσωπικό. Πως γίνεται άλλωστε, αν δεν υπάρχει ωράριο και, επομένως να μην παραβρίσκεται απαραίτητα εργαζόμενος σε έναν ξενώνα, να πραγματοποιηθούν π.χ. συνοδείες ανηλίκων ή ενηλίκων σε υπηρεσίες για διεκπεραίωση των όποιων ζητημάτων τους; Πως γίνεται να λειτουργήσει ένα Ιατρείο, ένα Κέντρο Ημέρας και άλλες υπηρεσίες οι οποίες λειτουργούν με συγκεκριμένο ωράριο, γνωστό στο κοινό και στους πληθυσμούς που εξυπηρετούν, καθώς και σε κάθε επαγγελματία του χώρου;
Αυτή η κατάσταση δεν είναι ανεξάρτητη από τους όρους της διεθνούς αγοράς, βάση των οποίων υπάρχει η επιδίωξη να προσαρμοστεί διεθνώς το εργατικό δυναμικό στις ευέλικτες μορφές εργασίας, ιδιαίτερα στον τριτογενή τομέα της οικονομίας στον οποίον συμπεριλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών. Διαφαίνεται και στους κόλπους των ΜΚΟ ο σκοπός της μαζικής παραγωγής υποκειμένων-εργαζομένων με διαρκώς αναβαθμισμένες γνώσεις, για να επιτευχθεί η προσαρμογή τους στις ολοένα μεταβαλλόμενες συνθήκες, με τη συνεχή μετακίνηση μεταξύ επαγγελματικών χώρων και γεωγραφικών προσδιορισμών. Η ζητούμενη αυτή ευελιξία επιθυμεί να μεταθέσει την ευθύνη της εργασιακής μονιμότητας στα ίδια τα άτομα-εργαζόμενους και να απαλλάξει με αυτόν τον τρόπο την εκάστοτε εργοδοσία από την ευθύνη για κοινωνικού τύπου αποζημιώσεις, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να λειτουργούν ελεύθερα, έως και ασύδοτα σε ορισμένες περιπτώσεις.
Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, με τον «ανθρωπιστικό» χαρακτήρα τους, την «αλληλεγγύη» και τη «φιλανθρωπική» διάθεση απέναντι σε εκείνους που πλήττονται από εξαθλίωση, πείνα, ακραία φτώχεια, αστεγία, κακοποίηση, κ.λπ. προσφέρουν σε αυτούς προσωρινές «λύσεις» στα προβλήματά τους, βασιζόμενες στη ροή των χρηματοδοτήσεων. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1970 το ποσοστό των δημοσίων πόρων που δινόταν στις ΜΚΟ κυμαίνονταν στο 1,5%, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το ποσοστό έφτασε να αγγίζει το 40% με προφανείς συνέπειες για την ανεξαρτησία των τελευταίων. Τα ίδια τα κράτη, παραδίδουν την ανθρωπιστική σκυτάλη στις ΜΚΟ, αξιολογώντας αρχικά την κατάσταση και τις ανάγκες των πληθυσμών που πλήττονται με δικούς τους, ειδικούς απεσταλμένους - παρατηρητές στο πεδίο και στη συνέχεια ζητούν από τις οργανώσεις να κάνουν τις προτάσεις τους για την υλοποίηση προγραμμάτων ανακούφισης των πληθυσμών αυτών.
Φυσικά, αυτές οι χρηματοδοτήσεις προέρχονται, κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση και «ευαγή» ιδρύματα, όπως το ίδρυμα Σόρος. Η πηγή των χρημάτων δεν απασχόλησε ποτέ τις οργανώσεις (ματωμένα χρήματα, εξασφαλισμένα από εγκλήματα σε βάρος ανθρώπων), ούτε οι λόγοι που ώθησαν τους ιδρυτές αυτών των ιδρυμάτων να χρηματοδοτούν κοινωφελείς και ανθρωπιστικούς σκοπούς, με στόχο την εξασφάλιση της προσωπικής τους υστεροφημίας. Ξέπλυμα χρημάτων και εκμετάλλευση ανθρώπων στο βωμό του ξεπλύματος ατομικών αμαρτιών. Η εξασφάλιση της χρηματοδότησης είναι αυτοσκοπός. Τα προγράμματα προσαρμόζονται στις νόρμες των χρηματοδοτών (από την εποχή των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης ακόμα), δεν σχεδιάζονται ούτε υλοποιούνται στηριζόμενα στις ανάγκες των πληθυσμών. Η κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες των αγορών, επομένως και η παροχή υπηρεσιών προσαρμόζεται στην επιταγή τους, ενώ παράλληλα απομακρύνει την παροχή των υπηρεσιών από το δημόσιο χαρακτήρα της και της προσδίδει τη μορφή ιδιωτικοποίησης με τη σταδιακή μεταβίβαση της λεγόμενης κοινωνικής πρόνοιας από τις δημόσιες υπηρεσίες στις ΜΚΟ.
Κι ενώ τυπικά, δεν πρέπει να έχουν καμία εμπλοκή με τις κυβερνήσεις και τις εξουσίες, επί της ουσίας αποδεικνύεται ότι οι επιταγές του κεφαλαίου και της διαπλοκής καθορίζουν το σχεδιασμό και τη δράση τους. Είναι πλέον ολοφάνερο ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας πολιτικής κατάστασης, ασκούν δημόσιες εξουσίες. Οι ΜΚΟ από αποκλειστικά ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν πολιτικοποιήσει την ατζέντα τους, ακολουθώντας τις επιταγές των διεθνοπολιτικών συγκυριών. Η κρίση και η παρακμή του καπιταλιστικού συστήματος επιφέρει πρωτίστως ανθρωπιστικές συνέπειες.
Η μαζική εισροή των προσφύγων στις αρχές του 2016 στη χώρα ανέδειξε ακριβώς αυτή τη σχέση εξάρτησης μεταξύ κυβερνήσεων και ΜΚΟ. Η ελληνική, αστική, «αριστερή» κυβέρνηση δεν θέλησε να διαχειριστεί το ζήτημα και να αναγκαστεί να έρθει σε ρήξη με τους δανειστές της και το κεφάλαιο και μετέθεσε τις ευθύνες για τη διαχείριση του προσφυγικού στις ΜΚΟ. Εκείνες, εκμεταλλευόμενες την ανάγκη της εξουσίας να απεγκλωβιστεί από τη μέγγενη του προσφυγικού, πρόταξαν την εμπειρία που είχαν με ειδικούς πληθυσμούς, έλαβαν ως οικονομική και διαχειριστική ανακούφιση για τις ίδιες και τη λειτουργία τους τη χρηματοδότηση που τους δόθηκε και υπό την εποπτεία της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων διεθνών οργανισμών, βγήκαν μπροστά αναλαμβάνοντας την υποδοχή, εγκατάσταση και διαχείριση των προσφύγων. Την οργάνωση των καταυλισμών και των στρατοπέδων, μέσα στα οποία στοιβάξανε, με τις ευλογίες κυβέρνησης και ΕΕ, ανθρώπινες ψυχές. Όμως, η αποστολή φαρμάκων, τροφίμων ή σκηνών αποτελούν «ανακουφιστικά» μέτρα για τις πληγείσες ομάδες σε κάθε μέρος της γης, αλλά δεν επιλύουν ριζικά κανένα πρόβλημα. Η συνέχεια είναι λίγο - πολύ γνωστή τοις πάσι.
Η έκτακτη ανάγκη του προσφυγικού ζητήματος έπρεπε να καλυφθεί άμεσα από τις ΜΚΟ και από έκτακτο προσωπικό. Η λέξη έκτακτο αναδεικνύει, εκτός όλων των άλλων και τον τρόπο αντιμετώπισης της εργοδοσίας προς τους εργαζόμενους: δηλαδή, ξεκάθαρη παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας με την επικράτηση ευέλικτων και άρα αναλώσιμων εργαζομένων, τους οποίους μπορούν να απασχολούν χωρίς άδειες και επιδόματα και έπειτα να απολύουν, χωρίς αποζημίωση απόλυσης ή άλλες εργοδοτικές υποχρεώσεις, επιδιώκοντας μάλιστα, να εξαιρεθούν και από την απαγόρευση ομαδικών απολύσεων, στο όνομα του σημαντικού ανθρωπιστικού τους έργου.
Οι εργαζόμενοι στις ΜΚΟ δεν διαφέρουμε από κάθε άλλο εργαζόμενο. Γι' αυτό και διεκδικούμε τα εργασιακά μας δικαιώματα και εναντιωνόμαστε σε κάθε προσπάθεια καταστρατήγησής τους από ανθρωπιστικές και μη Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Δεν συνθηκολογούμε με κανέναν εργοδότη, δεν συναινούμε στην διεύρυνση τρόπων εκμετάλλευσης του κάθε εργαζόμενου. Μπορεί η δική μας εργοδοσία να αποκαλείται διοίκηση και να αποτελείται στις πλείστες των περιπτώσεων από εθελοντές, αλλά εμείς δεν είμαστε εθελοντές, είμαστε εργαζόμενοι και εκείνοι είναι οι εργοδότες μας. Εάν θέλουν να αλλάξουν τον χάρτη των εργασιακών κεκτημένων θα μας βρίσκουν διαρκώς απέναντί τους.
Σ. Ι.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ  Mέρος Πρώτο

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΡΔΙΣΑΣ ΖΑΧΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΦΡΙΝ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

[Iστορίες από την καθημερινότητα των εγκλωβισμένων προσφύγων - από το προσωπικό ημερολόγιο μιας αλληλέγγυας]

Η 35χρονη Κούρδισα Ζάχρα με την 11χρονη κόρη της, την Φατιμέ, κατάγονται από ένα χωριό της επαρχίας του Εφρίν κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Η πρώτη φάση του πολέμου στη Συρία δεν άγγιξε την περιοχή τους καθώς το καθεστώς του Άσαντ, όταν  ζορίστηκε αρκετά παρέδωσε αναίμακτα σχεδόν την περιοχή και τον έλεγχο των συνόρων στις λαϊκές πολιτοφυλακές των Κούρδων του YPG-SDF.

Ωστόσο, για την πολυμελή οικογένεια της Ζάχρα, δεν υπήρχε ζωή στον μικρό,  περικυκλωμένο και  αποκλεισμένο από την Τουρκία και τους τζιχαντιστές θύλακα. Πέρασαν λοιπόν ήδη από τις αρχές του 2015 τα σύνορα και βρέθηκαν στην Τουρκία η Ζάχρα, ο σύζυγος της και τα τρία συνολικά κορίτσια τους. Μαζί τους έφυγαν:

- Οι αδερφές της Ζάχρα με τις οικογένειες τους, τους συζύγους και τα παιδιά.

- Η ηλικιωμένη και άρρωστη μητέρα της.

- Ο ηλικιωμένος και πάσχων από ζάχαρο και στα πρώτα στάδια της άνοιας, πεθερός της Γιουσέφ.

- Η κουνιάδα της -αδερφή του άντρα της- με την δική της οικογένεια.

Εκεί ξεκίνησαν τα προβλήματα μέσα στις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Τουρκίας. Αποφασίστηκε να φύγουν όλοι μαζί για την Δυτική Ευρώπη. Νέα προβλήματα προέκυψαν σε αυτό το σχέδιο καθώς τα οικονομικά δεν έφτασαν για να φύγουν ταυτόχρονα.

Πρώτα λοιπόν έφυγαν οι οικογένειες των δύο αδερφών της Ζάχρα, με τους συζύγους τα παιδιά και την μητέρα της. Βρέθηκαν το φθινόπωρο του 2015 στην Αθήνα με τα οικονομικά τους να μην τους επιτρέπουν να συνεχίσουν παραπέρα. Εκεί, στάθηκαν για πρώτη και μοναδική μέχρι στιγμής φορά τυχεροί ως οικογένεια καθώς επιλέχθηκαν μαζί με άλλους 200 πρόσφυγες από την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και τους δόθηκε άσυλο στο μεγάλο δουκάτο. Ήταν η εποχή που ο Γιούνκερ έκανε μια επικοινωνιακή κίνηση αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και μάλιστα παραβρέθηκε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» μαζί με τον Τσίπρα όταν δύο ναυλωμένα αεροπλάνα της Luxair πήραν τους πρόσφυγες και μέσα σε αυτούς τις αδερφές και την μητέρα της Ζάχρα στην πτήση προς την ελπίδα, παρουσία των τηλεοπτικών καναλιών.

Δύο μήνες μετά, τον χειμώνα του 2015 προς 2016 και ενώ ήδη στην ΕΕ συζητούσαν και μεθόδευαν το κλείσιμο των συνόρων πριν ακόμη αυτό συμβεί οριστικά, κατάφερε και πέρασε στην Ελλάδα η κουνιάδα της Ζάχρα με την δική της οικογένεια. Βρέθηκε προσωρινά εγκλωβισμένη στον Πειραιά στην «Πέτρινη αποθήκη» και λίγες μέρες μετά στον Ελαιώνα.

Τα περιθώρια στένευαν για την Ζάχρα και την υπόλοιπη οικογένεια που περίμενε στην Τουρκία την σειρά της αμέσως μόλις κατάφερναν να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα ακόμη. Η Ειδομένη, από τον Φεβρουάριο του 2016, είχε ήδη κλείσει από την αστυνομία της Δημ. της Μακεδονίας και έτσι και όσοι είχαν περάσει ήδη στην Ελλάδα δεν ήξεραν αν έπρεπε να πάνε προς τα εκεί ή αν έπρεπε να περιμένουν, και τι ακριβώς να περιμένουν.

Τελικά όταν ανακοινώθηκε στις 15 Μαρτίου 2016 η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας με καταληκτική ημερομηνία την 20η Μαρτίου, η Ζάχρα και η εγκλωβισμένη οικογένεια της στην Τουρκία πήραν την απόφαση να μαζέψουν ότι είχαν και δεν είχαν και να στείλουν στην Χίο όσα περισσότερα μέλη της οικογένειας μπορούσαν να πληρώσουν  για αυτά. Την  νύχτα της 19ης προς 20η Μαρτίου με μια βάρκα βρέθηκε στο Κοντάρι της Χίου, λοιπόν, η Ζάχρα, η κόρη της η Φατιμέ και ο άρρωστος ηλικιωμένος πεθερός της, ο Γιουσέφ. Ο σύζυγος και οι άλλες δύο κόρες της έμειναν πίσω στην Τουρκία.

 Όσοι πέρασαν εκείνο το βράδυ και μέχρι τις 6 τα ξημερώματα της 20ης Μαρτίου τυπικά έπρεπε να καταγραφούν και να απολαύσουν τα «προνόμια» της ταχύτατης διεκπεραίωσης της προ της συμφωνίας κατάστασης . Ωστόσο, στην Χίο βρέθηκαν ενώπιον μιας δυσάρεστης εκπλήξεως. Επί δύο ημέρες τα τερματικά συστήματα καταγραφής της Ελληνικής Αστυνομίας και της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου  ήταν εκτός λειτουργίας, ως δια μαγείας!! Η καταγραφή συνεπώς άρχισε να γίνεται μετά από δύο μέρες για όλους, τόσο όσους ήρθαν πριν τα χαράματα της 20ης Μαρτίου όσο και όσους ήρθαν μετά. Όλοι μαζί εγκλωβίστηκαν στα κολαστήρια της ΒΙΑΛ αρχικά και μετά με την εξέγερση τους στην Σούδα.

Θυμίζουμε λίγο ξανά το στάτους της οικογένειας στις 20 Μαρτίου 2016:

-Η Ζάχρα, η κόρη της η Φατιμέ και ο άρρωστος πεθερός της Γιουσέφ στα καμπ της Χίου.

-Ο σύζυγος της με τις άλλες δύο κόρες πίσω στην Τουρκία.

-Η κουνιάδα της εγκλωβισμένη στην Αθήνα στο καμπ του Ελαιώνα

-Η ηλικιωμένη μητέρα της και οι αδερφές της στο Λουξεμβούργο.

Από εδώ ξεκινάει ένα δεύτερο παράλληλο δράμα που διαλύει την οικογένεια με ευθύνη της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Και αυτό διότι η  συμφωνία αυτή εκτός όλων των άλλων αθλιοτήτων της  διαμορφώνει ένα νέο καταναγκαστικό οικογενειακό και αστικό δίκαιο με ανυπολόγιστες συνέπειες στις σχέσεις των ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα αναγνωρίζει επανένωση χωρισμένων οικογενειών μόνο για τις περιπτώσεις  συγγένειας πρώτου βαθμού, που αφορούν ζευγάρια   και  επανένωση παιδιών με γονείς, μόνο αν τα παιδιά είναι ανήλικα.

Συνεπώς, η Ζάχρα και η κόρη της δεν πήρε το δικαίωμα να ταξιδεύσει προς το Λουξεμβούργο και να βρει την ετοιμοθάνατη πλέον μητέρα της και τις αδερφές της. Η σχέση μητέρας και 35χρονης κόρης δεν αναγνωρίζεται ως πρώτου βαθμού αφού η Ζάχρα δεν είναι ανήλικη  και δεν έχει δικαίωμα ένωσης με την μητέρα και τις αδερφές της.

Η Ζάχρα, αντί αυτού, στην πρώτη συνέντευξή της «συσχετίζεται» από τους υπαλλήλους της υπηρεσίας ασύλου, με τον άρρωστο και υπερήλικα πεθερό της και δεσμεύεται  να τον «προστατεύει» και να τον φροντίζει υποχρεωτικά. Αυτός ζητάει να πάει στην Αθήνα και να συναντήσει την εγκλωβισμένη εκεί κόρη του, την κουνιάδα της Ζάχρα που επίσης είναι ενήλικη. Aλλά, η επιτροπή ασύλου του το αρνείται διότι ανήκει σε νομικά διαφορετική περίπτωση πρόσφυγα από αυτήν της κόρης του, καθώς εκείνη πέρασε πριν την 20η Μαρτίου ενώ εκείνος καταγράφηκε μια μέρα μετά. Και αφού και οι δύο είναι ενήλικοι δεν έχουν δικαίωμα ένωσης. Έτσι, αφού του απαγορεύουν να πάει Αθήνα στην κόρη του, τον εγκλωβίζουν στην Χίο με την νύφη του.

Η Ζάχρα αντιλαμβάνεται ότι ο μόνος τρόπος για να πάει ο πεθερός της στην κόρη του, και έτσι να απεγκλωβιστεί κι εκείνη από την υποχρέωση να τον φροντίζει εγκλωβισμένη στην Χίο, είναι να φύγει παράτυπα και να τον αφήσει πίσω. Έτσι και κάνει σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια απεγκλωβισμού και έρχεται Αθήνα με την 11χρονη Φατιμέ.

Εκεί συμβαίνουν ταυτόχρονα πολλά τραγικά γεγονότα. Καταρχάς, η κουνιάδα της που είναι ήδη εγκλωβισμένη προ της 20ης Μαρτίου, φεύγει για την Γερμανία όπου έχει εγκριθεί εκεί το άσυλό της αλλά πρέπει να πάει αμέσως για να εγκατασταθεί. Ο πεθερός της, πίσω στη Χίο τα χάνει λόγω έλλειψης κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής και σωστής διατροφής για διαβητικούς. Ο σύζυγος της στην Τουρκία καθημερινά την μαλώνει τηλεφωνικά διότι θεωρεί ότι έφυγε από την Χίο και παράτησε τον πατέρα του. Και το κερασάκι στην τούρτα, πεθαίνει και η μητέρα της στο Λουξεμβούργο πριν προλάβει να την δει. Μόλις λίγους μήνες μετά την 20η Μαρτίου, τον χειμώνα του 2016 η κατάσταση έχει ως εξής:

-Η 36χρονη πλέον Ζάχρα και η 12χρονη Φατιμέ, μένουν σε κατάληψη στέγης προσφύγων περιμένοντας το άσυλο στην Ελλάδα και μετά τα ταξιδιωτικά έγγραφα για να φύγουν στο Λουξεμβούργο.

-Ο πεθερός της αφημένος μόνος πίσω στην Χίο με προβλήματα υγείας και με μια ΜΚΟ να έχει αναλάβει την φαρμακευτική αγωγή του μέχρι να εγκριθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ η προώθησή του στην ενδοχώρα ως εγκαταλελειμμένο ευάλωτο άτομο.

-Ο σύζυγός της με τις άλλες δύο κόρες πίσω στην Τουρκία και έξω φρενών μαζί της.

-H κουνιάδα της στη Γερμανία υποχρεωτικά για την δική της υπόθεση ασύλου.

-Oι αδερφές της παραμένουν μεν στο Λουξεμβούργο με άσυλο αλλά με την μητέρα νεκρή πλέον.

Σε λίγους μήνες, την άνοιξη του 2017, τα πράγματα αλλάζουν πάλι. Καταρχάς, ο πεθερός προωθείται στην Αθήνα αλλά η Ζάχρα για να μην εγκλωβιστεί  πάλι μαζί του και χάσει το δικαίωμα των ταξιδιωτικών εγγράφων τον αποφεύγει και εκείνος βρίσκει στέγη στον Ελαιώνα. Είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει στάτους «ευάλωτου προς επανένωση» καθώς έτσι μόνο έχει κάποιες ισχνές ελπίδες να φύγει από την Ελλάδα και να βρεθεί στη Γερμανία στην κόρη του. Αυτό μπορεί να το ορίζει μεν η κατάπτυστη συμφωνία αλλά όχι το εθιμικό δίκαιο της κοινωνίας των Κούρδων. Ο σύζυγος της διαμηνύει ότι έρχεται Αθήνα θυμωμένος με τις δύο κόρες για να «ξεκαθαρίσει τα πράγματα» με ό,τι κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει.

Η Ζάχρα, θα πάρει λοιπόν την μεγάλη απόφαση και θα κάνει την επόμενη απεγνωσμένη κίνηση. Θα φύγει από την Ελλάδα για να βρεθεί μακριά από τον εξαγριωμένο σύζυγό της και να επισκεφτεί τουλάχιστον τις αδερφές της στο Λουξεμβούργο και ενδεχομένως να μείνει παράτυπα ως φιλοξενούμενη εκεί, καθώς ναι μεν έχει ήδη πάρει άσυλο στην Ελλάδα αλλά δεν έχει πάρει τα ταξιδιωτικά έγγραφα που καθυστερούν επί μήνες. Θα βρεθεί λοιπόν μαζί με την κόρη της στην Ολλανδία αλλά εκεί μια νέα ατυχία θα την βρει. Πριν προλάβει καλά-καλά να πατήσει το πόδι της εκεί και να πάρει το πρώτο τρένο για το Λουξεμβούργο πράγμα που φάνταζε πολύ εύκολο, καθώς τα δύο κράτη δεν έχουν συνοριακούς ελέγχους, θα πέσει θύμα κλοπής και θα χάσει τα νόμιμα έγγραφα της Ελληνικής υπηρεσίας ασύλου.

Αναγκαστικά θα πάει να δηλώσει την κλοπή τους στην Ολλανδική αστυνομία αλλά έτσι θα βρεθεί πάλι εγκλωβισμένη σε καμπ καθώς πρέπει να ξεκινήσει την διαδικασία δήλωσης και ταυτοποίησης από την αρχή. Αντί να βρεθεί λοιπόν στο Λουξεμβούργο βρίσκεται στην Ολλανδία, υπό περιορισμό και με προοπτική διοικητικής απέλασης πίσω στην Ελλάδα καθώς εκεί ήταν η πρώτη χώρα εισόδου και εκεί πήρε άσυλο. Στην Ελλάδα λοιπόν, στην οποία στο μεταξύ ήρθε ο εξαγριωμένος σύζυγός της και την αναζητεί.

Μετά από λίγους μήνες εγκλωβισμού στην Ολλανδία, θα σταλθεί πάλι πίσω στην Αθήνα. Αυτήν την φορά στα τέλη του 2017 η κατάσταση έχει ως εξής:

-Η 37χρονη πλέον Ζάχρα με την 13χρονη πλέον Φατιμέ ξανά σε κατάληψη της Αθήνας αναμένουν τη νέα ταυτότητα ασύλου και αφού αυτή βγει, άγνωστο πότε, μετά από 10 μήνες με ένα χρόνο επιπλέον θα περιμένουν και το νέο διαβατήριο

-Ο σύζυγος και οι άλλες δύο κόρες στη Θεσσαλονίκη σε καμπ όπου τους μετέφεραν τελικά,  μετά από δύο χρόνια, και τον βαριά άρρωστο Γιουσέφ, τον πεθερό της Ζάχρα χωρίς να θέλει να τους δει

-η κουνιάδα της στη Γερμανία χωρίς να μπορεί ή και να θέλει να την δει

-οι αδερφές της στο Λουξεμβούργο χωρίς να μπορεί εκείνη να τις επισκεφτεί αν και αυτές μπόρεσαν να ταξιδέψουν και κατάφεραν να την δουν σε επισκεπτήρια στην Ολλανδία.

Το χειρότερο από όλα; Δεν ξέρει αν μπορεί και αν θέλει να πάει μπρος. Δεν ξέρει αν μπορεί και αν θέλει να κάτσει εκεί που είναι. Δεν μπορεί και δεν θέλει σίγουρα να γυρίσει πίσω.

Απλά περιμένει.... Στο μεταξύ το Εφρίν, το χωριό της και οι παιδικές και νεανικές αναμνήσεις της εδώ και 50 μέρες φλέγεται από τον πόλεμο και την γενοκτονία κατά των αμάχων συμπολιτών, γειτόνων, παιδικών φίλων και μακρινότερων συγγενών της…

X.-Γ.