Πού πάει η Ευρώπη; Κρίση, ταξική πάλη και η άνοδος της Άκρας Δεξιάς

[Ένα σημαντικό διήμερο για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Kαρλ Mαρξ, οργάνωσε η επαναστατική Mαρξιστική Eπιθεώρηση, η Nέα Προοπτική και το διεθνές θεωρητικό περιοδικό Critique. Tο γενικό θέμα του διημέρου ήταν η Κρίση και "Κεφάλαιο" του Mάρξ.
Στις 22 και 23 Oκτωβρίου μαρξιστές από την Eλλάδα και άλλες χώρες έδωσαν διαλέξεις επιχειρώντας, με όπλο τις θεωρητικές αναλύσεις του Mαρξ στο Kεφάλαιο, να διεισδύσουν στους νόμους της παρούσας κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Σε προηγούμενα φύλλα της Nέας Προοπτικής παρουσιάσαμε την εισήγηση του Γιάννη Mηλιού. Στο παρόν φύλλο δημοσιεύουμε το πρώτο τμήμα της εισήγησης του Σάββα Mιχαήλ, γενικού γραμματέα του EEK.]

Σάββας Μιχαήλ
Πού πάει η Ευρώπη;
Κρίση, ταξική πάλη και η άνοδος της Άκρας Δεξιάς

Μια δεκαετία μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, την παγκόσμια χρηματιστική διάλυση που ακολούθησε και ό,τι αποκαλείται, σωστά, Τρίτη Μεγάλη Ύφεση στην ιστορία του καπιταλισμού, το ερώτημα τίθεται: που πηγαίνει η Ευρώπη και ιδιαίτερα η Ευρωπαϊκή Ένωση;
Είναι περισσότερο από εμφανές ότι τα δομικά ελαττώματα της Ε.Ε. και της ευρωζώνης που αποκαλύφθηκαν την τελευταία δεκαετία και οι ζημιές που υπέστησαν, καθόλου δεν έχουν ξεπεραστεί. Αλλά είναι σίγουρο ότι η πορεία της οικοδόμησης (ή καλύτερα της αποδόμησης) της Ε.Ε. θα καθοριστεί όχι μόνο από τις εσωτερικές της ανισορροπίες, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις συμφερόντων των κρατών- μελών, περιλαμβανομένης και της σχέσης τους με την ηγεμονική χώρα, την Γερμανία, αλλά, πάνω από όλα, από την ανάπτυξη και όξυνση των άλυτων παγκόσμιων αντιφάσεων που κινούν την κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.
Οι ισχυρισμοί, που έγιναν το 2017 ότι υπάρχουν σημάδια μιας ασθενικής ανάκαμψης, ή ακόμα για μια «επιστροφή στην κανονικότητα» -αν και στην Ε.Ε. με χαμηλότερη ταχύτητα από ό,τι στην οικονομία των ΗΠΑ- δεν είναι μόνον πρόωρες. Θα πρέπει να θεωρηθούν είτε σαν ευχολόγια, είτε σαν σκόπιμα fake news. Τώρα το σήμα συναγερμού εκπέμπεται από τους κύριους διεθνείς θεσμούς: τον Οκτώβρη του 2018 στην Αναφορά της Παγκόσμιας Χρηματιστικής Σταθερότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στις αποφάσεις της ετήσιας συνάντησης του ΔΝΤ-Παγκόσμιας Τράπεζας στο Μπαλί τον Οκτώβριο του 2018, ή και στις ανακοινώσεις της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), της «κεντρικής τράπεζας των κεντρικών τραπεζών».
Η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού, οι εμπορικοί πόλεμοι και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θεωρούνται σαν οι κύριες αιτίες μιας νέας διεθνούς χρηματιστικής αναταραχής και παγκόσμιας κάμψης της οικονομίας.
Αυτές οι προειδοποιήσεις, σύμφωνα με τον αναλυτή των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς Μάρτιν Γουλφ είναι μετριοπαθείς εκτιμήσεις καθώς τα μέτρα της συγκράτησης της καταστροφής που χρησιμοποιήθηκαν έχουν προ πολλού εξαντληθεί. «Η ανοιχτή παγκόσμια οικονομία ίσως καταρρεύσει» γράφει ο Γουλφ. «Αυτοί είναι επικίνδυνοι καιροί- πολύ περισσότερο από όσο κάποιοι τώρα το αναγνωρίζουν. Οι προειδοποιήσεις του ΔΝΤ είναι έγκυρες αλλά προβλέψιμα μετριοπαθείς. Ο κόσμος μας είναι αναποδογυρισμένος. Η ιδέα ότι η οικονομία θα δουλέψει ασχέτως του τι συμβαίνει τώρα είναι μια φαντασίωση ».
H «Ομαλοποίηση» ως αποσταθεροποίηση
Αυτό που ονομάστηκε «επιστροφή στην κανονικότητα» -αρχίζοντας από τις ΗΠΑ με την αντιστροφή της νομισματικής πολιτικής της Fed, την μετάβαση από την «ποσοτική χαλάρωση» στην «ποσοτική σύσφιξη» και την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού από τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας- δείχνει, από την μια, την αποτυχία των ακραίων ετερόδοξων μέτρων που πάρθηκαν στην μετά την Lehman Brothers περίοδο για να παράσχουν μια βραχυπρόθεσμη έξοδο από την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, και από την άλλη, σημαδεύουν την είσοδο σε μια νέα της φάση.
Οι κλιμακούμενοι διεθνείς εμπορικοί πόλεμοι που εξαπολύθηκαν από την κυβέςρνηση Τραμπ ενάντια στην Κίνα και τον υπόλοιπο κόσμο και τα δραματικά σημάδια που έρχονται από την Αργεντινή, την Τουρκία και άλλες «αναδυόμενες χώρες» όπως η Νότια Αφρική, η Ινδία, η Ινδονησία, η Βραζιλία κ.τ.λ. (νομισματική κατάρρευση, φυγή κεφαλαίου, επιβράδυνση, κίνδυνοι χρεοκοπίας κ.τ.λ.) είναι μόνο το προανάκρουσμα όχι μιας επιστροφής στην κανονικότητα αλλά μιας επιστροφής ενός τσουνάμι, πιθανόν χειρότερου από τον αρχικό οικονομικό σεισμό του 2007-2008 και τις επί μια δεκαετία συνέπειές του .
Είναι μια νέα φάση της εξελισσόμενης παγκόσμιας κρίσης, όχι μια «νέα κρίση» που ακολουθεί την υποτιθέμενη ανάκαμψη από το κραχ του 2008 και την «βελτίωση» (κυρίως στις ΗΠΑ). Η τρέχουσα κρίση είναι μια έκρηξη των ακόμα άλυτων παγκόσμιων αντιφάσεων και κινείται με ζιγκ-ζαγκ, ανισομερώς, όχι με έναν ευθύγραμμο τρόπο.
Τα πακέτα ενίσχυσης μετά το 2008, η Ποσοτική Χαλάρωση, τα χαμηλά ή ακόμα και αρνητικά επιτόκια δανεισμού κ.τ.λ., όλα συνδυάστηκαν με δρακόντεια μέτρα «λιτότητας», προκαλώντας, μαζί με κοινωνικές καταστροφές, την δημιουργία ακόμα μεγαλύτερων όγκων χρέους, κρατικού και ιδιωτικού, ακόμα πιο γιγάντιες φούσκες από εκείνες που έσκασαν το 2007-2008. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Χρηματοδότησης (IIF), το παγκόσμιο χρέος είναι πάνω από 247 τρις δολάρια, 318% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Αυταπάτες για μια επιστροφή στην προ του 2008 κατάσταση πραγμάτων ακόμα καλλιεργούνται - παρόμοιες με τις αυταπάτες που υπήρχαν στην δεκαετία του 1920 για μια επιστροφή σε μια προ του 1914 κατάσταση. Η κατάληξη ήταν το κραχ του 1929 και η Μεγάλη Ύφεση, όπως ο Μάρτιν Γουλφ σωστά παρατήρησε . Παρόλα αυτά και παρ' όλους τους ισχυρισμούς ή αυταπάτες, η «πιστωτική σύσφιξη», που ξεκίνησε από την Fed των ΗΠΑ για να ακολουθηθεί, με κάποια καθυστέρηση, από άλλες κεντρικές τράπεζες, περιλαμβάνοντας την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), είναι μια τακτική (αλλά μάταιη) προσπάθεια να διαχειριστούν τα καταστροφικά αποτελέσματα της επερχόμενης καταιγίδας.
Είναι μάταιη γιατί δεν μπορεί να αποφύγει την καταστροφή. Αντίθετα, η πιστωτική ασφυξία θα επιταχύνει και θα επιδεινώσει την παγκόσμια ύφεση.
Είναι επίσης βραχυπρόθεσμη τακτική χωρίς μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η Τζίλλιαν Τεττ στην απάντησή της στο ερώτημα που τέθηκε στην έρευνα των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς «Έχουμε πάρει τα μαθήματα της χρηματιστικής κρίσης;»κατέληξε με ένα άλλο οξύτερο ερώτημα : «Μπορούμε να μάθουμε;»
Αυτή η «ανικανότητα να βγουν τα μαθήματα της κρίσης», όπως προηγουμένως η αποτυχία να την προβλέψουν είναι πρώτα από όλα εκδήλωση της ανικανότητας της αστικής πολιτικής οικονομίας να διακρίνει «την εξωτερική εμφάνιση από την ουσία των πραγμάτων », όπως απέδειξε εδώ και καιρό ο Μαρξ στο μέγα έργο του Το Κεφάλαιο. Η αστική οικονομική "επιστήμη" είναι ανίκανη να αποκαλύψει και να συλλάβει σαν κινητήριες δυνάμεις τις εσωτερικές αντιφάσεις στον «μαγικό, αντεστραμμένο, αναποδογυρισμένο κόσμο» (Μαρξ) που κυριαρχείται από το κεφάλαιο και τον φετιχισμό του εμπορεύματος και στις μέρες μας, από το πλασματικό κεφάλαιο, «το απόλυτο φετίχ».
Αυτά τα επιστημολογικά εμπόδια, ριζωμένα στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, εμποδίζουν να ιδωθεί, ότι για παράδειγμα το αυξανόμενο χρέος δεν είναι απλώς και μόνο ένα βουνό δανεικού χρήματος και μη εξυπηρετούμενων δανείων, ή μόνον ένα προϊόν καθαρής κερδοσκοπίας, η οποία θα μπορούσε να μειωθεί από «καλύτερους κανόνες ρύθμισης της χρηματιστικής σφαίρας». Ο Μαρξ δεν σταματάει εκεί, διεισδύει κάτω από την επιφάνεια, στην εσωτερική ιστορική δυναμική, στην αντιφατική φύση της πίστης: «Τα δύο εγγενή στο πιστωτικό σύστημα χαρακτηριστικά είναι, από την μία να αναπτύξει το κίνητρο της καπιταλιστικής παραγωγής, τον πλουτισμό διαμέσου της εκμετάλλευσης της εργασίας των άλλων, στην πιο καθαρή και κολοσσιαία μορφή τζόγου και εξαπάτησης μειώνοντας όλο και περισσότερο τον αριθμό των λίγων που εκμεταλλεύονται τον κοινωνικό πλούτο· από την άλλη, να συγκροτήσει την μορφή της μετάβασης σε έναν νέο τρόπο παραγωγής»
Η παρούσα κρίση καθεαυτή είναι μια βίαιη, επίμονη εκδήλωση της μεταβατικής μας εποχής στο πολύ προχωρημένο της στάδιο. Ουσιαστικά, η αξιακή μορφή ως ρυθμιστική αρχή όλων των ανταλλαγών αποδείχτηκε ιστορικά εξαντλημένη.
Η τυπική σκέψη δεν μπορεί να συλλάβει ή να μελετήσει την μετάβαση. Σε εκρηκτικές στιγμές ιστορικών μεταβάσεων, όπως αυτή στην οποία ζούμε, παραλύει εντελώς και κατακρημνίζεται.
Την παραμονή της κατάρρευσης του 2008, όλο και περισσότεροι αστοί οικονομολόγοι, μετά τον Νουριέλ Ρουμπίνι, είναι υποχρεωμένοι να διαπιστώσουν την επικαιρότητα του Μαρξ και την επικαιρότητα της ανάλυσής του στο Κεφάλαιο για την ενδογενή τάση του καπιταλισμού προς την αυτοκαταστροφή του.
Η σοβαρότητα, η ειδική φύση και βαρύτητα της εξελισσόμενης παγκόσμιας κρίσης κάνει να εκδηλωθεί σήμερα όχι μόνο η αποτυχία της επίσημης αστικής οικονομίας, αλλά επίσης η ανικανότητα να επεξεργαστεί μια μακροπρόθεσμη επαρκή στρατηγική για μια διέξοδο από το αδιέξοδο.
Σαν συνέπεια, από μια ιστορική σκοπιά, όλες οι επίσημες στρατηγικές του κεφαλαίου που αναπτύχθηκαν από την Μεγάλη Ύφεση ως τώρα, για να αποφύγουν μια επανάληψη της καταστροφής (Κεϋνσιανισμός, μετά- ή νέο-Κεϋνσιανισμός, ή νέο-φιλελευθερισμός, ή οποιαδήποτε εκλεκτική μίξη ή εκδοχή τους) τελικά έχουν αποτύχει· είτε τη δεκαετία του 1970, με την κατάρρευση της μεταπολεμικής Κεϋνσιανής Συμφωνίας του Μπρέτον Γούντς ή με την ενδόρρηξη της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στο Κραχ του 2007-2008 και την αποτυχία της «αντίστροφης πορείας Μίνσκυ » και μετά. Αυτό το στρατηγικό κενό είναι η εκδήλωση όχι μόνο των επιστημολογικών περιορισμών της αστικής οικονομικής σκέψης αλλά πρώτα από όλα της παρακμής του καπιταλιστικού κοινωνικού οικονομικού συστήματος καθεαυτού που αυτή η σκέψη εκφράζει και υπερασπίζεται.
Στις παρούσες συγκεκριμένες συνθήκες, ιδιαίτερα καθώς η «λιτότητα» σαν τεχνολογία εξουσίας και κοινωνικού ελέγχου συγκρούεται με κοινωνικά όρια και την λαϊκή εξέγερση, μαζικές παραχωρήσεις Κεϋνσιανού τύπου από την άρχουσα τάξη δεν είναι δυνατές για να συγκρατήσουν την λαϊκή οργή.
Σε μια πολύ περιορισμένη κλίμακα και βραχυπρόθεσμα, ίσως είναι δυνατές. Το 1974, στην Ελλάδα, στο αδιέξοδο της κατάρρευσης του Κεϋνσιανού πλαισίου του Μπρέτον Γούντς -ένα γεγονός-κλειδί για την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας- ένας βραχύβιος, περιορισμένος Κεϋνσιανισμός χρησιμοποιήθηκε από κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις τόσο της δεξιάς Νέας Δημοκρατίας και ιδιαίτερα μετά το 1981 από το ΠΑΣΟΚ για να εκτονώσουν την εκρηκτική πολιτική κρίση και τις πιο πιεστικές κοινωνικές ανάγκες. Το ίδιο συνέβη με τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν από την νεο-εκλεγείσα Κυβέρνηση του Μιτεράν στη Γαλλία το 1981. Αλλά, πολύ σύντομα, αμφότερες οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα και την Γαλλία ήταν υποχρεωμένες από διεθνείς παράγοντες και κυρίαρχες τάσεις στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία να κάνουν μια δραματική στροφή 180 μοιρών σε νεοφιλελεύθερα μέτρα. Και ο σημερινός κόσμος δεν είναι ο ίδιος με αυτόν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ή του '80.
Η έλλειψη μιας αποτελεσματικής στρατηγικής δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη, ιδιαίτερα στα μητροπολιτικά κέντρα του παγκόσμιου συστήματος, με την τεράστια ιστορικά συσσωρευμένη εμπειρία των πιο ποικίλων μορφών πολιτικών καθεστώτων, καταπίεσης και ελέγχου, είναι ανίκανη να επεξεργαστεί μια πολιτική αντεπαναστατική στρατηγική, η οποία αλληλεπιδρώντας πάντοτε με τις κοινωνικές οικονομικές εξελίξεις, θα προσπαθήσει να νικήσει τις επαναστατικές απειλές ενάντια στην κυριαρχία της με κάθε μέσο, με την δημαγωγία, με την χρήση αποδιοπομπαίων τράγων, με την βία, με τον ταξικό πόλεμο και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Όπως ο Λέων Τρότσκι προειδοποίησε στο Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1921 ενάντια σε οποιονδήποτε αναγωγικό οικονομισμό και μηχανικό ντετερμινισμό, είναι ακριβώς στις στιγμές του θανάσιμου κινδύνου για την καπιταλιστική τάξη και της αποσύνθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, που υπάρχει επίσης «η υψηλότερη άνθηση της αντεπαναστατικής στρατηγικής της μπουρζουαζίας ».
Ολόκληρη η τραγική εμπειρία του τελευταίου αιώνα επιβεβαιώνει αυτήν την δήλωση - μια προειδοποίηση πιο επίκαιρη παρά ποτέ σήμερα. Ο Τραμπ, το Brexit, η άνοδος της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη και διεθνώς πρέπει να συλληφθούν και να παλευτούν από αυτήν την σκοπιά των αντιφατικών τάσεων που αναδύονται από την προχωρημένη κρίση του παρακμάζοντος, γηραλέου, παγκόσμιου καπιταλισμού.
Η επιστροφή ενός νέου τσουνάμι της παγκόσμιας κρίσης θα χτυπήσει και ήδη το κάνει, ανισομερώς αλλά αναπόφευκτα, με διάφορες μορφές και σε διαφορετικούς ρυθμούς, όλες τις ηπείρους και χώρες, θέτοντας ένα νέο στάδιο οξύτατων κοινωνικών αναμετρήσεων και πολιτικών εκρήξεων.
Η Γηραιά Ήπειρος, η Ευρώπη, δεν θα είναι μια εξαίρεση. Γίνεται χωνευτήρι τόσο παγκόσμιων όσο και εσωτερικών αντιφάσεων, που θα την μεταμορφώσουν ξανά σε ένα κεντρικό πεδίο μάχης των συγκρουόμενων διεθνών και εθνικών δυνάμεων.

συνεχίζεται