To επεισόδιο στον Έβρο με τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς «ΣΚΕΛΕΤΟI» ΚΡΥΜΜΕΝΟI ΣΤΗ ΝΤΟΥΛΑΠΑ

To επεισόδιο στον Έβρο με τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς    

«ΣΚΕΛΕΤΟI» ΚΡΥΜΜΕΝΟI ΣΤΗ ΝΤΟΥΛΑΠΑ 

Το επεισόδιο της 1ης Μαρτίου, της παράνομης εισόδου σε τουρκικό έδαφος και της σύλληψης και κράτησης των δύο Ελλήνων επαγγελματιών στρατιωτικών, στην μεθόριο των Καστανιών του Έβρου, ήρθε να προστεθεί σε ένα ήδη τεταμένο κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των γεωπολιτικών αναταράξεων της περιοχής. Είναι απόλυτα σαφές και ξεκάθαρο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαμε όχι απλά ένα μικρό και τοπικό μεθοριακό επεισόδιο από αυτά που παραδοσιακά συμβαίνουν κατά κόρον σε χερσαία σύνορα χωρίς εμφανή διαχωριστικά, αλλά ένα επεισόδιο που ακόμη και αν σκεφτούμε ότι ξεκίνησε αρχικά ως τέτοιο, πήρε σύντομα ευρύτερες διαστάσεις και ανοίγει δύο τουλάχιστον μεγάλα θέματα στις Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις.

Το ένα έχει να κάνει με την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό που έκλεισε αυτές τις μέρες τα δύο χρόνια.

Με δεδομένο ότι η προπαγάνδα και ο πόλεμος των εντυπώσεων και από τις δύο μεριές κρατάει, θα αρκεστούμε απλά χωρίς διάθεση να προκαταβάλουμε, να υιοθετήσουμε προς χάριν της συζήτησης τους ισχυρισμούς των ίδιων των συλληφθέντων έμπειρων επαγγελματιών στρατιωτικών, ότι στην πραγματικότητα αποπροσανατολίστηκαν και όντως πέρασαν τα σύνορα κατά λάθος ακολουθώντας ίχνη στο χιόνι από πιθανή παράνομη διέλευση προσφύγων. Αυτό είπαν στις καταθέσεις τους ενώπιον του εισαγγελέα στην Αδριανούπολη της Τουρκίας την μέρα που παρουσιάστηκαν σε αυτόν για να απολογηθούν. Δηλαδή οι ίδιοι δέχονται ότι όντως πέρασαν παράνομα στο Τουρκικό έδαφος επικαλούμενοι υπερβάλλοντα ζήλο στην πρόθεσή τους να συλλάβουν πρόσφυγες. Διαβάζουμε από το ρεπορτάζ:

«Ακολουθήσαμε τα ίχνη παπουτσιών νομίζοντας ότι είναι παράνομοι μετανάστες. Πήγα πίσω από τα ίχνη παπουτσιών και τράβηξα τις εικόνες με το τηλέφωνο που μας έδωσε ο στρατός. Σκοπός μου ήταν να το δείξω στους ανώτερους μου. Εμείς όταν είδαμε τα ίχνη παπουτσιών ακριβώς στον διπλανό δρόμο από όπου κάναμε περιπολία καταλάβαμε ότι δύο άτομα πατούσαν στα ίδια ίχνη... Μετά αντιληφθήκαμε ότι τα ίχνη παπουτσιών πήραν διαφορετική πορεία. Όταν μετά είδαμε λεκέδες από κίτρινα ούρα προσπαθήσαμε να κινηθούμε γρήγορα. Για να τους συλλάβουμε γρήγορα ακολουθήσαμε τα ίχνη παπουτσιών. Επειδή τα ίχνη παπουτσιών ήταν πέραν του δρόμου που κάναμε περιπολία και επειδή τα δέντρα είχαν ανατραπεί και περάσαμε ανάμεσά τους γρήγορα δεν καταλάβαμε πως περάσαμε στην τουρκική πλευρά. Δεν είδαμε τη γραμμή και μάλιστα δεν συναντήσαμε κανένα σημάδι που να ανήκει στην τουρκική πλευρά. Πότε συναντήσαμε άλλωστε Τούρκο στρατιώτη; … Τότε καταλάβαμε την κατάσταση και για να μην δημιουργηθεί οποιοδήποτε επεισόδιο αδειάσαμε τα όπλα μας και παραδοθήκαμε στους Τούρκους στρατιώτες. Περιμέναμε να έρθουν οι ανώτεροί τους. Εγώ δεν ήρθα με κανένα άλλο σκοπό. Οπωσδήποτε περάσαμε τα τουρκικά σύνορα κατά λάθος, εγώ οπωσδήποτε απορρίπτω με επιμονή της κατηγορίες εναντίον μου… Τράβηξα βίντεο για να εμποδίσω την λαθρομετανάστευση. Αυτός που κάνει κατασκοπεία επιλέγει χιονισμένο καιρό; Άλλωστε ενώ περπατάμε φαίνονται τα ίχνη μας στο χιόνι… Δεν ήρθαμε εδώ έχοντας κακό σκοπό. Δεν δέχομαι επ’ ουδενί τις κατηγορίες που μου προσάπτονται. Περάσαμε κατά λάθος τα σύνορα. Δηλώνω κατηγορηματικά ότι περάσαμε τα σύνορα κατά λάθος και ότι δεν είχαμε κανέναν κακό σκοπό»…

 

Από αυτήν την στιγμή και μετά και ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά μπήκαν στο Τουρκικό έδαφος (τα ρεπορτάζ των τουρκικών εφημερίδων που αναπαράγουν οι ελληνικές μιλάνε για την σύλληψή τους σε σημείο που βρίσκεται 254 μέτρα μέσα στο Τουρκικό έδαφος και κοντά στο Τουρκικό φυλάκιο, σε σημείο που ο Τουρκικός στρατός έχει στημένη μόνιμη «ενέδρα»), το θέμα πήρε διαστάσεις αμφισβήτησης της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό.

Ανεξάρτητα απ’ το εάν οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί μπήκαν κατά λάθος ή όχι στο τουρκικό έδαφος και μόνο ο ισχυρισμός τους ενώπιον του τουρκικού δικαστηρίου ότι αυτό έγινε για αυτόν τον σκοπό, δίνει ένα νομικό προηγούμενο στην Τουρκία για να ανοίξει επίσημα την συζήτηση για την αναθεώρηση της συγκεκριμένης συμφωνίας.

Τα δεδομένα καταρρίπτουν καταρχάς τους ισχυρισμούς της Ελληνικής εθνικιστικής αφήγησης περί «απαγωγής» δήθεν σε Ελληνικό έδαφος.

Αλήθεια, πως θα μπορούσαν να απαχθούν χωρίς αντίσταση δύο επαγγελματίες στρατιωτικοί των ειδικών δυνάμεων σε Ελληνικό έδαφος χωρίς να αντισταθούν; Χωρίς να πυροβολήσουν τουλάχιστον στο αέρα για εκφοβισμό και να ενημερώσουν την φρουρά του φυλακίου των Καστανιών που απείχε μόλις λίγες δεκάδες μέτρα;

Επιπλέον, πώς είναι δυνατόν να μην έγινε ορατή με γυμνό μάτι η υποτιθέμενη εισβολή τουλάχιστον δέκα Τούρκων στρατιωτών στο συγκεκριμένο σημείο της ελληνικής επικράτειας λιγότερο από 100 μέτρα μακριά από το φυλάκιο του Ελληνικού στρατού; Δεν είδαν και δεν άκουσαν τίποτα οι εκπαιδευμένοι στρατιωτικοί των Ελληνικών Ειδικών Δυνάμεων;

Μια απλή ανάγνωση του χάρτη της περιοχής δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Ομοίως και μια σειρά αναγνώσματα σχετικά με το θέμα που ξεκινάνε με την συνθήκη της Λωζάνης και την μέριμνα ορισμού από αυτήν της επιτροπής διευθέτησης των συνόρων. 

Στη Συνθήκη (άρθρο 2) αναφέρεται, ότι ο ρους του ποταμού Έβρου καθορίζει την ελληνοτουρκική μεθόριο, από το τριεθνές (Βουλγαρία- Ελλάδα- Τουρκία) μέχρι το Αιγαίο, εκτός από το τμήμα της περιοχής του Καραγάτς, του προαστίου δηλαδή της Αδριανούπολης που βρίσκεται στη δυτική όχθη. Το τμήμα αυτό που κατοικούνταν από πλειοψηφικά Τουρκικό πληθυσμό παραχωρήθηκε από την Ελλάδα στην Τουρκία, και η Τουρκία ως αντάλλαγμα δέχτηκε να παραχωρήσει στην Ελλάδα όλο το δέλτα του Έβρου και τις περισσότερες και μεγαλύτερες από τις νησίδες του ποταμού.

Για το τμήμα αυτό καθορίζεται ότι τα ελληνοτουρκικά σύνορα θα ορίζονταν αργότερα από κοινή επιτροπή που θα συστήνονταν για αυτό ακριβώς το λόγο. Στα άρθρα 5 και 6 της συνθήκης καθορίζεται η συγκρότηση επιτροπής (1 Έλληνας, 1 Τούρκος και Πρόεδρος κοινής αποδοχής).

Η επιτροπή συγκροτήθηκε υπό την προεδρία του Ολλανδού συνταγματάρχη Backer το 1926 και ολοκλήρωσε τις εργασίες της το ίδιο έτος. Το πρακτικό τής επιτροπής προέβλεπε την τοποθέτηση τσιμεντένιων μεθοριακών πυραμίδων σε όλο το μήκος των χερσαίων συνόρων. Στο πρωτόκολλο της επιτροπής καθοριζόταν ότι «η όριος γραμμή στην περιοχή του δάσους των Καστανιών καθορίζεται ως εξής: “από του σημείου συναντήσεως του Άρδα και του Έβρου, η οριοθετική γραμμή ακολουθεί τη μέση γραμμή με κατεύθυνση βόρεια έναντι Άρδα ποταμού μέχρι το ύψος της πυραμίδας με αριθμό 2”». Επιπλέον στους χάρτες της εποχής εκείνης, η μέση γραμμή του Άρδα περνούσε σε απόσταση 215 μέτρα βόρεια της πυραμίδας 2.

Λόγω των διαφοροποιήσεων της κοίτης του Έβρου εξαιτίας της παρόδου του χρόνου, σε σχέση με εκείνη του 1926, εδάφη προσκολλήθηκαν στις όχθες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη σήμανσης στο έδαφος δημιούργησε τις λεγόμενες «επίμαχες περιοχές». Η  Ελλάδα και η Τουρκία διαχρονικά επιχειρούν να επωφεληθούν από τις υφιστάμενες ασάφειες, με σκοπό να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο των περιοχών αυτών που μεταβάλλονται από την ορμή του νερού.

Διαβάζουμε στην κατατοπιστική δημόσια διατριβή του έτους 1986 του επαγγελματία διπλωμάτη του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, Ηλία Δημητρακόπουλου: «…Ένα από τα σοβαρότερα στοιχεία που συνθέτουν το πολύπλοκο πρόβλημα της ελληνοτουρκικής μεθορίου στον Έβρο, είναι το γεγονός της μη σταθερής κοίτης του ποταμού... Η μετατόπιση του ποταμού προκαλεί την εξαφάνιση ή την εμφάνιση νέων νησίδων μέσα στην κοίτη, την ένωση νησίδων με τη μία ή την άλλη πλευρά, ακόμη και την προσκόλληση εδαφών της μιας χώρας στην όχθη της άλλης…»(βλ. «Τα χερσαία σύνορα της Ελλάδας» σελ. 144, Ηλία Δημητρακόπουλου, http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/1199#page/1/mode/2up )

Ειδικά για το δάσος Καστανιών η Τουρκία και η Ελλάδα ερίζουν για να αποκτήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχο επί της χερσαίας περιοχής που έχει προσκολληθεί εξαιτίας των μεταβολών της κοίτης του Άρδα.

Συνεχίζοντας την ανάγνωση της ανωτέρω εργασίας διαβάζουμε: «…Τον Σεπτέμβριο του 1960 συνήλθε και πάλι επιτροπή και έκανε προσωρινή σήμανση σε ορισμένα σημεία της μεθορίου με πασσάλους, οι οποίοι όμωςπαρασύρθηκαν λίγο αργότερα από τις πλημμύρες, συνεχίζοντας έτσι, την αμφισβήτηση ως προς την ακριβή θέση της μεθοριακής γραμμής. Αμφιβολίες δεν υπάρχουν για την περιοχή του δάσους των Καστανεών, όπου η ζώνη αποψιλώθηκε και η ύπαρξη της υπ’ αριθμ 2 πυραμίδας δεν επιτρέπει την αμφισβήτηση για την περιοχή αυτή…» (ο.π., σελ. 146)

Επιπλέον, πιο πρόσφατα, το καλοκαίρι του 2006 ο τότε Διοικητής της 16ης Μεραρχίας Υποστράτηγος, ο διαβόητος Φραγκούλης Φράγκος έλαβε την απόφαση να προχωρήσει με μπουλντόζες του Μηχανικού στη διάνοιξη και διευθέτηση του δρομολογίου εντός του Δάσους Καστανεών, μέχρι το βάθος των 215 μέτρων.

Η μεθόριος στο συγκεκριμένο σημείο έρχεται από ανατολικά προς δυτικά με τον περίφημο φράχτη που ύψωσαν οι Ελληνικές αρχές πριν από 6 χρόνια για την παρεμπόδιση της εισόδου των προσφύγων. Διασχίζει τον διεθνή δρόμο που συνδέει τις Καστανιές με την Αδριανούπολη στο ύψος του ελληνικού φυλακίου και συνεχίζει προς δυτικά μέχρι τις όχθες του Άρδα. Στο συγκεκριμένο σημείο περνάει μέσα από το μικρό δάσος το οποίο για μερικά μέτρα όπως είδαμε βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος και το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται σε Τουρκικό. Στην ελληνική μεριά υπάρχει το αποψιλωμένο ξέφωτο που δίνει απόλυτη οπτική επαφή από το φυλάκιο και ελέγχει την περιοχή μέχρι τον Άρδα. Επειδή το συγκεκριμένο σημείο δεν διαθέτει τον φράχτη, οι πυραμίδες που ορίζουν την μεθόριο γραμμή, έχουν επισημανθεί επιπλέον με την φύτευση από Ελληνικής μεριάς μιας συστάδας από λεύκες που είναι αδύνατον να μην μπορεί να τις ξεχωρίσει ένας έμπειρος επαγγελματίας στρατιωτικός που κάνει σχεδόν καθημερινά περιπολία στην περιοχή. Εκτός αν δεχτούμε ότι η χιονόπτωση την συγκεκριμένη μέρα είχε καλύψει εντελώς τα δέντρα πράγμα εντελώς παράλογο.

Συνεπώς το θέμα του επεισοδίου στον Έβρο συνδέεται τελικά και με την προοπτική της ανακίνησης ενός θέματος διευθέτησης της μεθορίου γραμμής που αν και έχει ελάχιστη σημασία ακόμη και για την τοπική οικονομία μερικών ψαράδων και μερικών ακτημόνων και κανονικά δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί, στην πραγματικότητα συνδέεται με αρμοδιότητες οριοθέτησης που ανέθεσε η Συνθήκη της Λωζάνης προς οριστική επίλυση. Yπό αυτήν την έννοια αποκτάει μείζονα πολιτική σημασία καθώς δημιουργεί ένα κλίμα επαναδιαπραγμάτευσης της Συνθήκης πράγμα που επιθυμεί μεν η κυβέρνηση Ερντογάν επίσημα αλλά έχει αρνηθεί να συζητήσει η Ελλάδα.

Συνεπώς η υπόθεση των δύο στρατιωτικών έχει σημασία τόσο από την αναδιατύπωση των όρων της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό και τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων των συνοριακών περιπόλων, αλλά και από την σκοπιά του ελληνο-τουρκικού ανταγωνισμού στο περιθώριο της ευρύτερης μετατόπισης της γεωπολιτικής τεκτονικής πλάκας των Συμφωνιών της Λωζάνης – που ας μην το ξεχνάμε, καταρχάς αφορά τα προς ανατολάς σύνορα της Τουρκίας και δευτερευόντως τα ελληνο-τουρκικά.

Για αυτό και η επίσημη Ελληνική γραμμή του Κοτζιά, είναι η διατήρηση «χαμηλών τόνων» στην υπόθεση της δίκης των δύο στρατιωτικών που έχει προσδιοριστεί για τις 30 Μαρτίου στην Αδριανούπολη. Μια γραμμή που την συμμερίζεται και η «πονηρή αλεπού» της παραδοσιακής δεξιάς Ντόρα Μπακογιάννη με δηλώσεις της στις 18 Μαρτίου. Όταν κάπου έχεις «λερωμένη την φωλιά σου» αυτό φαντάζει πιο σώφρον. Κάτι που αδυνατεί να κάνει όμως ο πάντα επικίνδυνος προβοκατόρικος και «μπουνταλάδικος» ελληνικός εθνικισμός της επίσημης ΝΔ, των ΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής, που σηκώνει τους τόνους.

 

Ένας βασικός τρόπος για να περάσει στο «ντούκου» η υπόθεση από ελληνικής μεριάς, είναι και να διασκεδαστούν οι υποθέσεις επισήμων και διεθνών καταγγελιών από την Διεθνή Αμνηστία και τον ΟΗΕ, που έγιναν λίγες μέρες πριν το επεισόδιο, για παράνομες και εκτεταμένες επαναπροωθήσεις από ελληνικής μεριάς, προσφύγων στα σύνορα, ακριβώς στα συγκεκριμένα σημεία που συνέβη το επεισόδιο αυτό. Στο ίδιο σημείο που μόλις λίγες μέρες πιο πριν ξεβράστηκαν τα κουφάρια Τούρκων αντικαθεστωτικών προσφύγων. Έχει επίσης την σημασία του το γεγονός ότι ανεξάρτητα από την εμπλοκή ή μη των συγκεκριμένων στρατιωτικών ή του συγκεκριμένου ελληνικού φυλακίου σε παράνομες επαναπροωθήσεις, την επαύριον της σύλληψής τους σε τουρκικό έδαφος, ξηλώθηκαν και μετατέθηκαν οι δύο ανώτεροί τους στην Μεραρχία. Η επίσημη δικαιολογία για τακτικές και προγραμματισμένες κρίσεις στους κόλπους των Ενόπλων Δυνάμεων δεν πείθουν, καθώς θα περίμενε κανείς τουλάχιστον να παγώσουν την στιγμή που ξέσπασε το επεισόδιο αυτό.

Γ. Χλ.

 

πηγές: