Κυβέρνηση - διαχειριστής μιας μνημονιακής φρίκης χωρίς τέλος

Ξεκίνησε για πιο «εύκολη» από την προηγούμενη και καταλήγει πιο δύσκολη μετά από εκείνη του... Αυγούστου του 2015.

 

Ο λόγος για τη διαπραγμάτευση κυβέρνησης - δανειστών για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης του Μνημονιακού προγράμματος προσαρμογής. Σύμφωνα με όσα έλεγαν κυβερνητικά στελέχη μέχρι πρότινος η επικείμενη αξιολόγηση που περιλαμβάνει ανατροπές σε εργασιακά, πρόνοιακά επιδόματα, κόκκινα δάνεια (δηλαδή τη διαχείριση του ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους προς τις τράπεζες) θα ήταν πιο εύκολη σε σχέση με την 1η που περιελάμβανε περικοπές στις συντάξεις και αύξηση φόρων και η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2016.

 

Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει καθώς η 2η αξιολόγηση τελικώς φαίνεται πως συνδέται αφενός με χειρότερα -εκ των αναμενομένων- μέτρα λόγω εμπλοκής του μετώπου του χρέους, αλλά και με πολιτικές εξελίξεις. Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος παραδέχθηκε την περασμένη εβδομάδα δύο πολύ σημαντικά πράγματα. Συγκεκριμένα, πως :

Οι διαπραγματεύσεις για τη 2η αξιολόγηση του Μνημονίου είναι τόσο δύσκολες όσο εκείνες για το ίδιο το Μνημόνιο τον Αύγουστο του 2015. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τα μέτρα της 2ης αξιολόγησης με κάποια παρέμβαση απομείωσης του δημοσίου χρέους (για πρώτη φορά μετά το 2012).

Καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να δεχθεί -ιδίως από σήμερα- (προκειμένου να κλείσει η 2η αξιολόγηση με μέτρα για το 2017) ένα πακέτο μέτρων 4,2 δισ. ευρώ μετά τα μέσα του 2018, οπότε τελειώνει το τρέχον Μνημόνιο. Έτσι, ο Τσακαλώτος παραδέχεται πως η λήψη ενός τέτοιου πακέτου απαιτεί -το λιγότερο- κήρυξη πρόωρων εκλογών και ανάδειξη κάποιας άλλης κυβέρνησης.

Υπενθυμίζεται, η «Νέα Προοπτική» προειδοποιούσε δεκαπέντες μέρες νωρίτερα πριν τις αποκαλυπτικές δηλώσεις Τσακαλώτου (φύλλο 632, Σαββάτο 12/11/2016), αναφερόμενη στο πραγματικό περιεχόμενο της 2ης αξιολόγησης του μνημονίου πως «οποιοδήποτε νέο “κούρεμα” του Δημοσίου και Ιδιωτικού Χρέους σε συνθήκες καπιταλισμού θα γίνει και πάλι στις πλάτες των μισθών και των ζωών των εργατών» και πως «το κόστος το οποίο θα επωμιστούν οι εργάτες θα είναι ουσιαστικά διπλό, δηλαδή μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο υπέστησαν το 2012, ακριβώς γιατί είναι διπλό το μη βιώσιμο Καπιταλιστικό Χρέος (Δημόσιο και Ιδιωτικό)».

 

Γι’ αυτό, επισημαίνονταν στο ίδιο φύλλο της «ΝΠ» πως «η επικείμενη επίθεση(σ.σ. αυτή που φέρνει η 2η αξιολόγηση) στους εργάτες δεν είναι “άλλη μία επίθεση” που απλώς θα μειώσει “λίγο ακόμα” τις αμοιβές και τα δικαιώματά τους (...) Πρόκειται για μία ριζικά νέα και χειρότερη επίθεση σε συνθήκες μάλιστα πολιτικής χρεοκοπίας της εναλλακτικής κυβέρνησης που οι ίδιες οι λαϊκές μάζες ανέδειξαν προκειμένου να τη σταματήσουν».

Στην πραγματικότητα, οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης του Μνημονίου (οι οποίες ήδη «μετράνε» τέσσερις μήνες) είναι σαφώς δυσκολότερες από τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή του ίδιου του Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015. Και αυτό για τρεις λόγους :

 

* Σχετίζονται με τις διαπραγμάτευσεις για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

 

Το Μνημόνιο του Αυγούστου του 2015 δεν καταπιάστηκε καθόλου με το θέμα αυτό, γι’ αυτό στην πραγματικότητα δεν ήταν το Μνημόνιο Νο3, αλλά το Μνημόνιο Νο... 2 1/2, δηλαδή μια «γέφυρα» μεταξύ του 2ου που είχε αποτύχει και ενός 3ου που δεν ήταν πολιτικά έτοιμη να το υπογράψει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που μόλις είχε καταπατήσει το «όχι» του λαού στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου.  Όπως έχει δείξει η εμπειρία των Μνημονίων του 2010 και του 2012 (τα οποία καταπιάστηκαν με το χρέος), κάθε διαπραγμάτευση για το χρέος καταλήγει να είναι ασύγκριτα πιο τραυματική για το λαό σε σχέση με τη διαπραγμάτευση για οποιαδήποτε επικαιροποίηση ενός Μνημονίου. Το ΔΝΤ ήδη ζητά ευθέως περικοπές έως 30% στις μισές κύριες συντάξεις από 1.1.2019 προκειμένου να εξοκοικονομηθεί 1 δισ. ευρώ στα πλαίσια ενός πακέτου μέτρου ύψους 4,2 δισ. ευρώ από το 2019 και έπειτα !

 

* Γίνεται σε ένα δραματικά επιδεινωμένο διεθνές πολιτικό περιβάλλον για την Ελλάδα.

 

Αυτό είναι σαφές μετά την αποτυχία του Ρέντσι να περάσει τη συνταγματική «μεταρρύθμιση» στην Ιταλία, την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, τα γεγονότα στην Τουρκία και το «ναι» στο Brexit. Όλα αυτά τα γεγονότα ενισχύουν την ακραία πτέρυγα εντός του κυβερνώντος κόμματος στη Γερμανία, της CDU, η οποία εκφράζεται από τον Σόιμπλε που τάσσεται υπέρ της διάσπασης της ευρωζώνης σε δύο «ζώνες», με την Ελλάδα να βρίσκεται στη δεύτερη, υποδιέστερη ζώνη, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο για «έντιμους συμβιβασμούς» μεταξύ της κυβέρνησης και των θεσμών.

 

* Αναλαμβάνεται από μία κυβέρνηση που φαίνεται να έχει χάσει πάνω από το μισό της λαϊκής υποστήριξης την οποία είχε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2016, οπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις.

 

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ζει και την αποτυχία και της τρίτης «στρατηγικής» επιβίωσης μέσω της λήψης αντισταθμιστικών μέτρων έναντι των σκληρών μνημονιακών παρεμβάσεων τις οποίες ψήφισε τον Μάιο του 2016 και εφάρμοσε αμέσως μετά.

 

Δύσκολα, θα βρεθεί μια κυβέρνηση για να εφαρμόσει το πακέτο μέτρων που ζητάνε οι δανειστές. Ωστόσο, τελικά, θα βρεθεί αν η εργατική τάξη δεν εμποδίσει το σχηματισμό της, ανοίγοντας το δρόμο για τη δική της κυβέρνηση και τη δική της εξουσία.

 

Ο ταξικός μας αντίπαλος και η ψευτο-αριστερή κυβέρνηση μας πετούν το «γάντι». Ας το σηκώσουμε. Ας πιάσουμε ξανά το «νήμα» του ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015, έξω -όμως- από κάθε κοινοβουλευτική (εκλογές) ή κοινοβουλευτικού τύπου ( Δημοψήφισμα) «παγίδα», οργανώντας τις δυνάμεις στην προοπτική μιας εργατικής και σοσιαλιστικής διεξόδου από την καπιταλιστική χρεοκοπία.

 

Δ.Κ.