Ιταλικό δημοψήφισμα: H ειρωνία της ιστορίας απεναντι στο “ευρω-εγχείρημα”

Τον Μάρτιο του 2017, τον ίδιο μήνα που η βρετανική κυβέρνηση της κας Μέι θα καταθέσει το επίσημο αίτημα αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ενωση υλοποιώντας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που αποφάσισε το Brexit, στη Ρώμη θα ξεκινήσουν οι “γιορτές” για την 60ή επέτειο από την Συμφωνία της Ρώμης.

 

Αυτή που δρομολόγησε το εγχείρημα για την ενοποίηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού με την Συμφωνία του Μάαστριχτ το 1992 και το ευρώ οκτώ χρόνια αργότερα, το 2000.

 

Αυτή η “γιορτή” που ήδη ορισμένοι αστοί αναλυτές έχουν αρχίσει να την προ-χαρακτηρίζουν “μνημόσυνο” της Συμφωνίας της Ρώμης θα γίνεται -τον ερχόμενο Μάρτιο- στην πρωτεύουσα της χώρας που μόλις προχθές με μία πρωτοφανή πλειοψηφία απέρριψε το αίτημα του ευρωπαϊστή και κεντρικού παράγοντα της Ε.Ε. Ρέντσι για συνταγματική αναθεώρηση.

 

Πολλοί αναλυτές -και ειδικά οι κοινοτικοί- προσπαθούν να διαχωρίσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος σαν μία καθαρά εσωτερική υπόθεση της Ιταλίας που καμμία σχέση δεν έχει με τις κινητήριες αντιφάσεις που οδήγησαν στο Brexit ή στο κλίμα πολιτικής και οικονομικής αποσάθρωσης που διαχέεται στην Ε.Ε.

Η αλήθεια είναι το απολύτως αντίθετο.

 

Τι έβαλε σε δημοψήφισμα ο Ρέντσι

 

Το ερώτημα που έθεσε σε δημοψήφισμα ο Ρέντσι αφορούσε σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση η οποία καταργούσε στην ουσία σημαντικό κομμάτι των εξουσιών σε διοικητικά σώματα κεντρικής και περιφερειακής εξουσίας, όπως η γερουσία και οι περιφερειακές κυβερνήσεις, έτσι όπως αυτή - η εξουσία- είχε προκύψει από τον ταξικό συμβιβασμό του KK με τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλιστές, μετά την πτώση του Μουσολίνι και την επικράτηση των “συμμάχων” μετά την απόβαση στην Ιταλία.

 

Αυτός ο ταξικός “συμβιβασμός” είχε αποτυπωθεί στο σύνταγμα που ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός θέλησε με το δημοψήφισμα του Ρέντσι να... αλλάξει περιορίζοντας τις εξουσίες της Γερουσίας και των περιφερειακών κυβερνήσεων έναντι της κυβέρνησης.

 

Οι εξουσίες αυτές είναι απολύτως αναγκαίες στον Ρέντσι και σε όποιον τον διαδεχθεί, για να προχωρήσει σε αλλαγές που αφορούν τόσο στα επίπεδα κοινωνικής και δημοσιονομικής πολιτικής, όσο –κυρίως- στις αλλαγές που χρειάζεται η κεντρική εξουσία για να “σώσει” το ιταλικό τραπεζικό σύστημα που κλωνίζεται εδώ και μερικά χρόνια με την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, την ιστορική Monde dei Paschi di Siena, να είναι χρεοκοπημένη.

 

Πώς να το σώσει; Με ένα μείγμα μέτρων που στην ουσία θα φορτώσουν το κόστος διάσωσης στο δημόσιο χρέος (που ήδη έχει ξεπεράσει το 132% του ΑΕΠ) και στη συνέχεια για να διασωθεί το δημόσιο από χρεοστάσιο, να ενταχθεί η χώρα σε “μνημόνια” επιβίωσης...

 

Με άλλα λόγια χρειάζεται τις εξουσίες εκείνες που θα επιτρέψουν στην κυβέρνηση να μετακινήσει το ιδιωτικό τραπεζικό χρέος στο δημόσιο και έτσι σε φόρους και δραματικές περικοπές δαπανών σε υγεία, παιδεία, κ.λπ.

 

Γιατί είναι απαραίτητο αυτό για τους κ.κ. Γιουνκέρ, Σόιμπλε  και σία; Γιατί ένα μεγάλο μέρος του χρέους αυτού βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια (με την μορφή ομολόγων, μετοχών) των γερμανικών, γαλλικών, ολλανδικών και άλλων τραπεζών.  Μας θυμίζει κάτι;

 

Αυτός ο σχεδιασμός, μετά το 60% του “όχι” των Ιταλών, δέχθηκε ένα πολύ σοβαρό και αποφασιστικό χτύπημα, χωρίς βέβαια να έχει ανατροπεί σαν ζωτική ανάγκη για το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο.

 

Και για τον λόγο αυτό όπως φαίνεται θα επιχειρηθεί να συγκροτηθεί μία κυβέρνηση συνεργασίας αποφεύγοντας τις εκλογές αν αυτό γίνει δυνατό, βάζοντας επικεφαλής τον ευρωπαϊστή Κάρλο Παντοάν, νυν υπουργό οικονομικών της κυβέρνησης Ρέντσι ή κάποιον ανάλογης προέλευσης εκπρόσωπο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

 

Ποιοί είπαν το “όχι”

 

Οι αριθμοί δείχνουν ότι στο δημοψήφισμα αυτό υπηρξε μία πρωτοφανής κοσμοσυρροή για τα δεδομένα της Ιταλίας η οποία σάρωσε κυριολεκτικά τον Ρέντσι με ποσοστά σχεδόν ανάλογα εκείνων του περσινού δημοψηφίσματος στην Ελλάδα όπου ο Τσίπρας πήρε το “Οχι” και το μετέτρεψε σε “Ναι” στο τρίτο μνημόνιο.

 

Η ανάλυση των στοιχείων της επικράτησης του ιταλικού “Οχι” αποδεικνύει ότι η κοινωνική δυσφορία απέναντι στην πρωτοφανή επιδείνωση της ζωής των εργαζόμενων και ανέργων, συνταξιούχων και νεολαίας απέναντι στην πολιτική των κυβερνήσεων Ρέντσι και των πριν από αυτόν, εκφράσθηκε με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο σπάζοντας κάθε προηγούμενο δημοψηφισματικής έκφρασης μέχρι τώρα.

 

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι μόνο ένα μικρό μέρος των ψηφοφόρων του “Οχι” ψήφισαν για να αποτρέψουν τις συνταγματικές ανατροπές που ήθελε το Ρέντσι. Στο “όχι” εκφράσθηκε, κυρίως, η κοινωνική δυσφορία απέναντι στην κυβέρνηση και την ασφυκτική πολιτική λιτότητας, την αποβιομηχάνηση της χώρας (έχει βάσει το 25% της βιομηχανικής της παραγωγής), την ανεργία που έχει χτυπήσει το 50% της νεολαίας και την κοινωνική εξαθλίωση.  Αυτή είναι η αλήθεια.

 

Αλλά αυτή η “αλήθεια” εκφράσθηκε μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η έκφραση των εργαζόμενων, της νεολαίας, των ανέργων “καπελώθηκε” από την καμπάνια του κινήματος των πέντε αστέρων, της ξενοφοβικής Λέγκας, του Μπερλουσκόνι  και μέρους του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς στη συγκεκριμένη φάση της πολιτικής ζωής στην Ιταλία δεν μπορούσαν να βάλουν την δική τους πολιτική σφραγίδα στο “όχι” των μαζών.

 

Στην Ιταλία όμως –ευτυχώς- σε διαφορά με ό,τι έχει προηγθεί στη Βρετανία με το Brexit, ορισμένα μεγάλα συνδικάτα με παραδοσιακή σχέση με την “θεσμική” αριστερά, όπως και μεγάλες ομοσπονδίες τόσο από τον τομέα της βιομηχανίας όσο και των υπηρεσιών, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, έριξαν το βάρος τους υπέρ του “όχι” δίνοντας σε αρκετές περιπτώσεις -κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και της νότιας Ιταλίας- το δικό τους χρώμα στην εργατική ψήφο.     

 

Το ιταλικό “αγκάθι” στο ευρώ

 

Το “οχι” των Iταλών έχει προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς στο οικοδόμημα της Ευρωζώνης και στο Ευρώ. Από μία άποψη είναι ισχυρότερος ο κλωνισμός από τις επιπτώσεις του ιταλικού δημοψηφίσματος από εκείνον της Βρετανίας καθώς το Brexit αφορούσε την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

 

Ενώ η δυναμική μιας εξόδου της Ιταλίας που αναπτύσσεται πίσω από το ιταλικό “όχι”, αφορά την καρδιά του καπιταλιστικού οικοδομήματος, το ευρώ και μια οικονομία, την ιταλική που είναι η τρίτη ισχυρότερη στην Ευρώπη και η οποία είναι η μία από τις έξι χώρες που υπέγραψαν την Συνθήκη της Ρώμης το 1957.

 

Η πολιτική σκηνή της Ιταλίας στη μετά το δημοψήφισμα “εικόνα” της, περιλαμβάνει κόμματα (μαζί και το χαοτικό ακροδεξιό του Μπέπε Γκρίλο που “μετριέται” στο 25% - 28%) στα οποία κυριαρχεί η πρόταση για έξοδο από το ευρώ. Και με το βιομηχανικό κομμάτι της άρχουσας τάξης να ασφυκτικά στον γερμανικό “ζυγό” της Ευρωζώνης σε σημείο τέτοιο που να εκφράζεται πλέον επώνυμα υπέρ της εξόδου. Θα μπορέσει η παρούσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία να διατηρήσει τους ευρωπαϊστές στην κυβέρνηση έστω και με “τεχνοκράτη” πρωθυπουργό ή θα υποχρεωθεί σε εκλογές με απολύτως άγνωστο αποτέλεσμα; Η απάντηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την τροπή που θα πάρουν όχι μόνο οι πολιτικές αντιδράσεις, αλλά και η τραπεζική κρίση τις επόμενες εβδομάδες και μήνες, σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα θα διαπερνά μέσα στο 2017 τα εκλογικά αποτελέσματα και  τις κοινωνικές αντιδράσεις.

 

Είναι κατανοητό μετά από όλα αυτά γιατί η Κομισιόν και το Eurogroup της Δευτέρας έσπευσαν να δρομολογήσουν τα αποκαλούμενα “βραχθυπρόθεσμης εφαρμογής” μέτρα για το ελληνικό χρέος, χωρίς ταυτόχρονα να ελαφρύνουν στο ελάχιστο τις εφιαλτικές μνημονιακές απαιτήσεις της Β’ αξιολογησης του ελληνικού προγράμματος.            

 

Γ. Αγγέλης