ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Πραγματοποιήθηκε το διήμερο 5 και 6 Μάρτη, η 3η πανελλαδική συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και ακολούθησε όπως ήταν φυσικό, η δημοσιοποίηση της πολιτικής απόφασής της. Στο προηγούμενο φύλλο μας, παρουσιάσαμε εκτενέστερα, τις πρώτες κριτικές παρατηρήσεις μας. Η πολιτική απόφαση που είδε το φως της δημοσιότητας, όχι μόνο δεν αναιρεί αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις, αλλά σε σημεία της, παρουσιάζει επιπρόσθετα προβλήματα, ενώ τα ανοιχτά ζητήματα που εντοπίσαμε στην εισήγηση, τα «επιλύει» εξαφανίζοντάς τα. Ας γίνουμε συνοπτικά συγκεκριμένοι.

Στο βασικότερο κατά την άποψή μας τμήμα της εισήγησης και της απόφασης, αυτό που αφορά το χαρακτήρα και την εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης, και το οποίο καθορίζει αποφασιστικά τις προγραμματικές προτάσεις αλλά και τα πολιτικά μέτωπα που προτείνει μια αριστερή δύναμη, έχουμε μια περεταίρω υποχώρηση σε διατυπώσεις του τύπου «η καπιταλιστική κρίση γνωρίζει νέες σοβαρές περιπλοκές», που είναι σαφές, ότι συνεχίζουν να αφήνουν σοβαρό κενό σε μια ακριβή μαρξιστική ανάλυση του φαινομένου. Η κρίση για την πολιτική απόφαση, αφορά το οικονομικό επίπεδο, με την παρουσίαση συνοπτικά ενός «φιλμ» από επεισόδια της κρίσης σε όλο τον κόσμο, τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τον πόλεμο, όπου έχουμε την εκτίμηση πως αναζητούν νέες αγορές, και το προσφυγικό ζήτημα. Κάθε μια διαπίστωση γεννά ένα ακόμα πρόβλημα. Για την απόφαση, για παράδειγμα, το προσφυγικό κύμα το δημιούργησε η Ευρωπαϊκή Ένωση, και όχι η συστημική παρακμή και η αποτυχία όλων των συνταγών που εφάρμοσαν οι ιμπεριαλιστές (και η Ε.Ε.) εδώ και τριάντα τουλάχιστον χρόνια. Μάλιστα διαβλέπει κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, μέσα στην Ε.Ε., για την οποία οι ίδιοι οι κυρίαρχοι κύκλοι εντός της, διαπιστώνουν ανοιχτά πλέον, πως τίθεται ζήτημα ύπαρξής της, και πως τα σοβαρότερα ζητήματα επιλύονται εκτός των οργάνων της, έστω και όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Η ομολογία του σαπίσματος της Ένωσης, αναποδογυρίζεται ως στοιχείο δύναμής της. Και η σύγχυση επιτείνεται, όταν στην επόμενη σελίδα διαπιστώνεται ότι «η ευρωπαϊκή καπιταλιστική ολοκλήρωση βρίσκεται σε διαδικασία φθοράς και κρίσης».

Έτσι, συνυπάρχει το αναγκαίο ερώτημα της εποχής «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», μαζί με το βασικό ερώτημα της περιόδου που είναι «συνέχιση του καπιταλιστικού δρόμου μέσα σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, ή χάραξη ενός δρόμου αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης, με ορίζοντα το σοσιαλισμό της εποχής μας;». Για άλλη μια φορά, το ζήτημα της κυβέρνησης και της εξουσίας, ζήτημα που θέτουν πλατιά λαϊκά στρώματα και οι εργαζόμενοι, μπαίνει στην άκρη. Για την πολιτική απόφαση, μπορεί να υπάρξει ανατροπή της επίθεσης, δηλαδή αυτής της φάσης της καπιταλιστικής κρίσης, αφήνοντας ανέπαφους τους διαχειριστές της. Η ταξική πάλη με τα κύρια ερωτήματα της εποχής μας, διαπερνάται και πάλι από στάδια και φάσεις. Με ορίζοντα το σοσιαλισμό…

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ίσως της απόφασης, είναι ότι το ζήτημα των προσφύγων και μεταναστών, το ζήτημα που συμπυκνώνει σε όλη την Ευρώπη όλες τις αντιθέσεις του συστήματος και καθορίζει την ταξική πάλη, καθορίζει εκλογικά αποτελέσματα, αναδιατάσσει την ίδια την επαναστατική αριστερά, γίνεται ένα σημείο στην απόφαση, το 17ο στη σειρά (!), ως επιμέρους ζήτημα της αντιρατσιστικής και αντιφασιστικής πάλης. Στην πραγματικότητα, η εκτίμηση της προσφυγικής ροής, τα αίτιά της, είναι που μπορεί να οδηγήσει σε μια καθαρότερη ανάλυση του καπιταλισμού, και να οδηγήσει στις αναγκαίες προγραμματικές επιλογές. Τι θα ήταν άραγε για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης στο συγκεκριμένο ζήτημα, μακριά από το ζήτημα της κυβέρνησης και της εξουσίας, την αναγκαία σοσιαλιστική κοινωνική οργάνωση, την επανάσταση; Χωρίς εξαρχής έναν διεθνιστικό ορίζοντα πάλης;

Έτσι, ο πολιτικός συντονισμός όλων των αντιΕΕ, αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων που υπήρχε στη συζήτηση, μετατρέπεται στη διαπίστωση πως δεν υπάρχουν τώρα δυνάμεις που να μπορούν άμεσα να συνεισφέρουν σε ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο, και αντί αυτού, προτείνεται και πάλι, η συμβολή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τη δημιουργία μιας πλατιάς αντιΕΕ κίνησης. Χωρίς φυσικά καμιά αποτίμηση για τα αδιέξοδα μιας γραμμής που έχει ξαναδοκιμαστεί.

Τέλος, η πολιτική αμηχανία, που είχε εμφανιστεί εισηγητικά με την μη αποτίμηση της εκλογικής συνεργασίας με το Ε.Ε.Κ., αντιμετωπίζεται στην απόφαση με την εξαφάνιση της θετικής αποτίμησης της εκλογικής συμμαχίας με τη ΜΑΡΣ. Η συγκεκριμένη αντιμετώπιση, αποτυπώνει μια αδυναμία εμφάνισης σταθερών κριτηρίων για το αναγκαίο Ενιαίο Μέτωπο στη δράση, και αφήνει ανοιχτούς δρόμους για την επανάληψη των σφαλμάτων του παρελθόντος. Είναι ενδεικτικό, ότι στην εκτίμηση που γίνεται για τη ΛΑΕ, ενώ υπάρχει σωστή κριτική για το συνδιαχειριστικό χαρακτήρα της, και τη συμπόρευσή της στο εργατικό κίνημα και την Τοπική Αυτοδιοίκηση με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, απουσιάζει παντελώς η υπόμνηση, τουλάχιστον, ότι αποτελεί δύναμη «πατριωτική», υπερασπιστής του εθνικού δρόμου αντιμετώπισης της κρίσης, και φυσικά, για να το μεταφράσουμε μαρξιστικά, υπερασπιστής των ταξικών συμβιβασμών.

Το Ε.Ε.Κ. θα συνεχίσει να επιμένει στον αναγκαίο θεωρητικό διάλογο και την ενιαιομετωπική δράση με τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και με τον κόσμο που μέσα στην αριστερά και την εργατική τάξη, θέτει το βασανιστικό ερώτημα, μετά την «προδοσία ΣΥΡΙΖΑ τι;».


Νίκος Πελεκούδας