Ο ΝΥΝ ΚΑΙΡΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

του Σάββα Μιχαήλ

 

Σκέψεις πάνω στο μυθιστόρημα Η Άκρα Ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη

Παρέμβαση στην εκδήλωση για την Ρέα Γαλανάκη, τμήμα επικοινωνίας και MME, EKΠA, 23 Νοεμβρίου 2015

Χρόνος, μυθιστορία, παραμυθία

“Στο κάτω-κάτω, τι είναι αυτό τον καιρό το πέρασμα του χρόνου, αν όχι μια βαθιά ανάγκη για παρηγοριά ;”

Με το αίτημα παρα-μυθίας αρχίζει η μυθι-στορία της Ρέας Γαλανάκη. Με την ανάγκη για παρηγοριά όχι να ακολουθεί αλλά να συμφύεται με τον ίδιο το χρόνο και το πέρασμά του στην καθημαγμένη Ελλάδα των Μνημονίων, να ταυτίζεται όχι απλώς με τις συνέπειες του καιρού της κρίσης αλλά με τον ίδιο “αυτό τον καιρό”, τον νυν καιρό της άκρας ταπείνωσης, όταν, σε ελάχιστο χρόνο, ένας ολόκληρος λαός μετατρέπεται σε έθνος απόκληρων.

Την Ιστορία του καιρού τούτου συμπυκνώνει η Ρέα Γαλανάκη μέσα από την ιστορία ενός μικρόκοσμου της σημερινής Ελλάδας, ενός ξενώνα της αποτυχημένης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης που κινδυνεύει κι αυτός από τα μνημόνια. Από κει δραπετεύουν δύο αλλοπαρμένες ηλικιωμένες τρόφιμοι για να πάρουν μέρος στον λαϊκό ξεσηκωμό της 12ης Φεβρουαρίου 2012 και να γνωρίσουν την δική τους οδύσσεια, χαμένες χωρίς μνήμη επιστροφής μέσα στην φλεγόμενη Αθήνα και, στη συνέχεια, στην Αθήνα των αστέγων – μέχρι το σωτήριο βλέμμα του Άλλου ν’ ανοίξει την οδό της επιστροφής. Η επιστροφή, όμως στον ξενώνα δεν είναι και επιστροφή στην Ιθάκη. Ιθάκη είναι η παραμυθία.

Στο κάτω-κάτω, τι είναι αυτό τον καιρό το πέρασμα του χρόνου, αν όχι μια βαθιά ανάγκη για παρηγοριά ;

Δεν υπάρχει παρηγοριά και δεν θα υπάρξει χωρίς να συλλάβει αυτός ο λαός ποια είναι ακριβώς η ανάγκη, ποια η παρηγοριά, το τι σημαίνει κλεμμένη ζωή δηλαδή κλεμμένος χρόνος και προπαντός, μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα του κλεμμένου αλλότριου χρόνου που καταρρέει στην κρίση, το τι σημαίνει Καιρός, ο νυν καιρός.

Ο πόνος του παρόντος   

“Ο πόνος του παρόντος είναι η μοναδική αλήθεια” θα πει ο “λεγόμενος Θανάσης”, η αινιγματική, ντοστογιεφσκική θα έλεγες φιγούρα του σωτήρα-δυνάστη στην πολιτεία των αστέγων. (Μια πολιτεία που διαρκώς γιγαντώνεται καθώς μάλιστα τώρα η υπόσχεση “κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη” μετατρέπεται κυνικά, στο όνομα της “ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών”, στο στυγνό “προαπαιτούμενο” “κάθε σπίτι φτωχού και χρεωμένου στα χέρια τραπεζίτη”)

Αναμφίβολα, ο πόνος του παρόντος είναι αληθινός. Είναι, όμως όλη η αλήθεια, η μοναδική αλήθεια; Ο ίδιος εξάγγελος του πόνου του παρόντος θα θυμηθεί το ερώτημα του Πιλάτου μπροστά στον σιωπηλό Ιησού της Άκρας Ταπείνωσης: τι έστιν η αλήθεια; Η εξουσία δεν στάθηκε, τότε, να ακούσει καν μια απάντηση. Ένιψε τας χείρας της και τον έστειλε να σταυρωθεί. Θα αρνηθούμε κι εμείς να ζητάμε, να περιμένουμε απάντηση;

Ποια είναι η αλήθεια του πόνου; Και ποια η αλήθεια του παρόντος;

Τί είναι ο πόνος των μνημονιακών καιρών μας; Είναι η Ταπείνωση των ανθρώπων μέχρι τα άκρα, μέχρι την εξαφάνιση του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο.

Το καθεστώς των μνημονίων είναι το κράτος της ντροπής. Η ταπείνωση ως όρος κοινωνικού ελέγχου πληθυσμών που στερούνται ξαφνικά τα πιο στοιχειώδη κοινά αγαθά.

Υπάρχει μια αρχιτεκτονική του καθεστώτος ντροπής, όπως παρατηρούσαμε άλλοτε, μιλώντας για το βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα Ταπείνωση και Ντροπή Γυναίκες Τοξικομανείς που γράφτηκε αμέσως μετά από δύο πράξεις της βιο-εξουσίας την επαύριον της 12ης Φεβρουαρίου 2012: την διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών από τον τότε υπουργό Λοβέρδο και την δίωξη του 18 Άνω από τον ίδιο διαπομπευτή. 

Την αρχιτεκτονική του καθεστώτος ντροπής την υπέδειξε ήδη έγκαιρα και προορατικά ο Καρλ Μαρξ όταν στη θέση της καντιανής ηθικής κατηγορικής προσταγής προτάσσει την επαναστατική κατηγορική προσταγή της “ανατροπής όλων των σχέσεων που κάνουν τον άνθρωπο ένα όν ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο” Υπάρχει μια ιεράρχηση και μια αρχιτεκτονική αυτών των σχέσεων: η ταπείνωση, η απαξίωση της αξιοπρέπειας ως το ίδιον του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο είναι προϋπόθεση για την υποδούλωση στις σχέσεις καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, οι οποίες με την σειρά τους απαιτούν τις δικές τους μορφές αποκλεισμού - εγκατάλειψης και περιφρόνησης -απόρριψης από το “κοινωνικό σώμα”. Ταπείνωση, υποδούλωση, εγκατάλειψη, περιφρόνηση δεν είναι απλώς συμπεριφορές και παθήματα. Είναι κατηγορίες μιας κοινωνικής οντολογίας - προπαντός μιας οντολογίας του παρόντος- μέσα από τις οποίες αναπαράγονται οι σχέσεις εξουσίας κι εκμετάλλευσης, οχυρωμένες πίσω τους απέναντι στη διαρκή απειλή μιας εξέγερσης ή και μιας κοινωνικής επανάστασης. Οντολογικές κατηγορίες που στηρίζουν την ιδεολογία της εξατομίκευσης, της εθελοτυφλίας, της εθελοδουλίας, της λογικής του “μικρότερου κακού”.

Ο Εξάγγελος της πολιτείας των αστέγων με το ψευδώνυμο Θανάσης το έχει προαισθανθεί και προαναγγείλει:

Όσοι έχουν στέγη δεν συλλαμβάνουν την ψυχή μας. Επειδή ξεκάθαρο αυτό, δεν θέλουν να ξέρουν για την αξιοπρέπεια και την περηφάνια ημών των τεταπεινωμένων, που πριν από λίγο καιρό ήμασταν σαν κι εκείνους ακριβώς. Δεν θέλουν να ξέρουν για τον θυμό που βράζει σαν καζάνι μέσα μας και ο ατμός του ζεσταίνει ευτυχώς τις παγωμένες νύχτες μας, ζεσταίνει και τα όνειρά μας, σε σημείο που μπορεί κάποια στιγμή να εκραγούν και να τα κάνουν όλα λίμπα. Ναι, οι διαθέτοντες σπίτι και αξιοπρέπεια θέλουν να ξεχάσουν ότι υπάρχει μια ζωή που συνεχίζει να είναι αξιοπρεπής φτύνοντας την ιδιοκτησία, την οικογένεια, και παραπέρα τους νόμους και το κράτος και όλα τα τοιαύτα. Οι άστεγοι της Αθήνας είναι κι αυτοί, με τον δικό τους τρόπο, των ημερών μας οι εξεγερμένοι.

Το Παρόν ως Πόνος

Ο πόνος του παρόντος δεν είναι απλώς ο πόνος που νοιώθεις στο παρόν. Είναι το ίδιο το Παρόν ως Πόνος και μάλιστα αφόρητος. Το παρόν του άστεγου, του άνεργου, του μετανάστη, του πρόσφυγα, της νέας γενιάς ή και του επισφαλούς πια εργαζόμενου είναι μετέωρο πάνω στη ζοφώδη άβυσσο, αποκομμένο όχι μόνο από το παρελθόν αλλά κι από το μέλλον. Ένα παρόν εκτός χρόνου και χωρίς παρηγοριά.

Τί έστιν η αλήθεια; Ποια η αλήθεια του παρόντος ως πόνου; Ποια η αλήθεια, πρώτα-πρώτα, του ίδιου του παρόντος ως παρόντος;

Ο Walter Benjamin, στις προφητικές Θέσεις για την Έννοια της Ιστορίας, επέμενε ότι ο ιστορικός υλιστής χρειάζεται μιαν άλλη έννοια του παρόντος που να βρίσκεται στον αντίποδα μιας αντίληψης του χρόνου ωσάν ενός ομοιογενούς και κενού continuum, ενός ομοιόμορφου συνεχούς. Γι’ αυτό και ανέδειξε την έννοια του Jetztzeit , του νυν καιρού, που εισβάλλει μέσα από την ανατίναξη του συνεχούς της Ιστορίας, αποκαλύπτει την ετερογένεια του ιστορικού χρόνου και σχηματίζει έναν αστερισμό γεμάτο εντάσεις με το παρελθόν που “αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου”.

Υπάρχει ένας υπόρρητος διάλογος ανάμεσα στις μπενγιαμινικές Θέσεις και στην Άκρα Ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη, μια αληθινή μυθιστορία του νυν καιρού, κι όχι της συχνά επίπλαστης “επικαιρότητας”.

Πρώτον ήταν κυριολεκτικά καίρια η επιλογή του πολυσήμαντου και βαρυσήμαντου Συμβάντος της 12ης Φεβρουαρίου 2012, για πολλούς και διάφορους λόγους.

Ήταν η μαζικότερη συγκέντρωση των μνημονιακών χρόνων στην Αθήνα, με χαρακτηριστικά εξέγερσης, συγκρίσιμη σε συμμετοχή λαού μόνον με την παλλαϊκή συγκέντρωση του ΟΧΙ στις 3 Ιουλίου 2015 - με την διαφορά ότι η τελευταία δεν γνώρισε φωτιές και καταστροφές, μόνον την επικείμενη πολιτική καταστροφή λίγες μέρες, αν όχι ώρες, μετά τον θρίαμβο του ΟΧΙ και την μετατροπή του στο Ναι της συνθηκολόγησης και της ντροπής.

Η κινητοποίηση της 12ης Φεβρουαρίου ήταν τομή. Παρόλο που δεν απέτρεψε τα νέα άγρια μέτρα λιτότητας που συνδέονταν με το περιβόητο PSI, το “κούρεμα του χρέους”, υπονόμευσε κι έδωσε τέρμα στα σενάρια για την αντισυνταγματική διαιώνιση της κυβέρνησης “εθνικής ενότητας” υπό τον “τεχνοκράτη” της Γκόλντμαν Ζακς και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Παπαδήμο “μέχρι την ολοκλήρωση του έργου” της. Άνοιξε τον δρόμο στις πρόωρες εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου 2012 που έφεραν δραματικά στο φως την διάλυση του μέχρι τότε πολιτικού σκηνικού : την κατάρρευση του δικομματικού μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ με την προοπτική μιας “κυβέρνησης της Αριστεράς” αλλά και την είσοδο των Ναζί της “Χρυσής Αυγής” στο Κοινοβούλιο.

Υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο, στο μισοσκόταδο της φλεγόμενης 12ης Φεβρουαρίου: το ίδιο το PSI. Προπαγανδίστηκε από τους κρατούντες κι όλους τους μηχανισμούς της τρόικας, όλα τα ντόπια και διεθνή ΜΜΕ, σαν “το μεγαλύτερο κούρεμα χρέους στην Ιστορία”. Δεν έλυσε αλλά επιδείνωσε αφάνταστα την κρίση και έκανε ασφυκτικότερο τον εφιαλτικό φαύλο κύκλο χρέους /λιτότητας, γιγαντώνοντας το χρέος και κλιμακώνοντας την λιτότητα. Σήμερα, αποτελεί ειρωνεία και κυνισμό να προσφέρεται σαν ψευτο-παρηγοριά για τα δεινά του τρίτου μνημονίου μια υπόσχεση διαπραγμάτευσης για “ μελλοντική απομείωση του χρέους”, με την επ’ αόριστον παράτασή του, γενεές γενεών. 

Τι γίνεται όμως με τις γενεές του παρόντος, προπαντός της νέας γενιάς που προεξοφλούν ότι είναι χαμένη;

Ποια απάντηση υπάρχει στο σιωπηλό ερώτημα που βάζει την ώρα της εξέγερσης ο Ορέστης της μυθιστορίας όταν βλέπει απέναντι την μάνα του, μαζί με την φίλη της, και τις δυο της γενιάς του Πολυτεχνείου να τα έχουν χαμένα μέσα στις φωτιές και τα δακρυγόνα; Ποιος απαντά σ’ αυτό που ο Ορέστης περιγράφει σιωπηλά στη μάνα του σαν “τον πόνο του δικού μου του καιρού”;  Αυτός ο φλεγόμενος πόνος του παρόντος δεν είναι που πυρπολεί την Αθήνα κι αυτοπυρπολείται μέσα στην άκρα απόγνωση;

Αστερισμός

Ο χαρακτήρας της μυθιστορίας Η Άκρα Ταπείνωση ως μυθιστορίας του νυν καιρού αναδεικνύεται ανάγλυφα στις σκηνές στην πλατεία Συντάγματος και προπαντός στην οδό Σταδίου όπου οι γενεές βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο, με την γενιά του Πολυτεχνείου, την Νύφη και την Τειρεσία μπροστά στον τόπο της δολοφονίας του Σωτήρη Πέτρουλα των Ιουλιανών του 1965, με τον Ορέστη να αναγνωρίζει την μάνα του και να της μιλάει σιωπηλά κι απελπισμένα, ενώ εκείνη μάταια τον ψάχνει ξετρελαμένη ανάμεσα στους μασκοφόρους χωρίς να τον βρίσκει.

Μόνο η σύλληψη του νυν καιρού μπορεί, μέσα στο ρήγμα του συνεχούς της Ιστορίας, σε μια στιγμή κινδύνου, να σχηματίσει έναν αστερισμό της εποχής μας με τις προηγούμενες εποχές, γεμάτο εντάσεις. Να αναζητήσει επιχειρώντας το “άλμα της τίγρης στο παρελθόν” να αναγνωρίσει τα ανεκπλήρωτα αιτήματά των προηγούμενων εξεγερμένων και ηττημένων γενεών και να τα εκπληρώσει - να λυτρώσει το παρελθόν, φέροντας το πλήρωμα του χρόνου.

Η μυθιστορία του νυν καιρού της Ρέας Γαλανάκη δείχνει στον ουρανό της Ιστορίας τον αστερισμό που συνδέει, μέσα από τα κενά και την ετερογένειά τους, παρά την συσκότιση και τη στρέβλωση, την Κατοχή, την αντιφασιστική Αντίσταση, τον Δεκέμβρη του 1944, τα Ιουλιανά του 1965, την χούντα, το Πολυτεχνείο του 1973, τον Δεκέμβρη του 2008, τις κινητοποιήσεις κι εξεγέρσεις των μνημονιακών χρόνων.

Ο Ορέστης και η μητέρα του (Θεο)Νύμφη, το 2012 και το 1973. Τι μπορεί να σημαίνει το σύνθημα των καιρών μας “η χούντα δεν τελείωσε το '73”; Φαίνεται σαν αναχρονισμός, μια και η χούντα έπεσε το 1974, κι ο ίδιος ο Ορέστης αναγνωρίζει ότι η ισχύουσα αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν είναι χούντα. Παραδόξως, όμως, είναι σ’ αυτό το σημείο που αναγνωρίζονται οι δυο γενιές. Η Τειρεσία θα πει:

Σε όλη την ζωή σου υποστήριζες με πάθος, όλοι οι παλιοί γνωστοί και φίλοι σου υποστήριζαν με πάθος μετά την δικτατορία, την ύπαρξη και τη λειτουργία μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ποιανής δημοκρατίας όμως, αυτής που σου λήστευε την σύνταξη, που μπορεί να σε ξανάκλεινε στο άσυλο, όπως άκουγες, χωρίς να έχεις φταίξει; Είχαν μπερδευτεί τα νήματα.

Κι ο Ορέστης στον σιωπηλό μονόλογο προς την μάνα του θα πει:

Πώς λοιπόν να μην ξεσηκωθεί ο κόσμος, μάνα, μέσα στην πρωτοφανέρωτη καταστροφή της χώρας; [...] Κι ας μην είναι στρατιωτική δικτατορία, που κι εγώ το πιστεύω ότι δεν είναι, όμως, σκέψου το λιγάκι, μάνα, γι’ 'αυτήν εδώ την δημοκρατία των ολίγων και των πλουσίων, γι’ αυτήν εδώ την παντοδυναμία του χρήματος, που καταστρέφει τους λαούς της Ευρώπης, που καταργεί όσα κερδήθηκαν σε μακρούς κοινωνικούς αγώνες με το αίμα - πες μου γι’ αυτά πνιγήκατε τότε στο αίμα;

Άλλοτε, προσπαθώντας να βρούμε πρώτα-πρώτα τα ερωτήματα που έβαζε η εξέγερση του Δεκέμβρη 2008, το προοίμιο των επερχομένων αναταραχών, την διαφοροποιούσαμε από το Πολυτεχνείο του 1973, τονίζαμε την εξής διαφορά: ενώ η το Πολυτεχνείο ήταν η τελευταία μάχη του εμφυλίου, με την σύγκρουση μιας νέας γενιάς με τα ένοπλα σώματα των νικητών του 1944 και του 1949 που κατευθείαν συνέχειά τους ήταν η χούντα, μετεξέλιξη του ΙΔΕΑ με επικεφαλής το μέλος της και στρατοδίκη στη δίκη Μπελογιάννη Παπαδόπουλο, η εξέγερση μετά τον φόνο του μικρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν η πρώτη μητροπολιτική εξέγερση στην αλλαγμένη Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης, της ΕΕ και της παγκόσμιας κρίσης που τότε ξέσπαγε.

Η διαφορά δεν πρέπει να κρύψει ένα γεγονός: το Πολυτεχνείο δεν ήταν μόνο ένα τέλος αλλά και μια αρχή. Είναι το ανεκπλήρωτο δυναμικό του που γεμίζει κάθε χρονιά, μαζί και το 2015, τους δρόμους της Αθήνας και μιας Ελλάδας καθημαγμένης, όχι μόνον από την επιδεινούμενη κρίση αλλά κι από τις διαψεύσεις των ελπίδων μιας διεξόδου.

Πάντως η διαφορά παραμένει διαφορά, διαφορετική η εξέγερση στην Αθήνα του 1973 κι άλλη στον 21ο αιώνα. Όπως έλεγε κι ο Ορέστης βουβά, στη μάνα του, “διαφορετική εξέγερση... διαφορετική καταστροφή”

Η Αθήνα του παρόντος

Η Ελλάδα, με την ένταξη στην ΕΕ και την ευρωζώνη, θεωρήθηκε ότι από περιφέρεια έγινε μητρόπολη κι άρα η Αθήνα μια μητροπολιτική πρωτεύουσα. Με το ξέσπασμα της κρίσης, υποβιβάστηκε ξανά σε περιφέρεια της μητροπολιτικής Ευρώπης, σε διφορούμενη περιφέρεια/ μητρόπολη, υπό την διαρκή απειλή ενός Grexit που θα την εξοβελίσει στο πυρ το εξώτερον, ενώ, εάν αποδεχτεί κι εφαρμόσει πιστά τα μνημόνια του κοινωνικού κανιβαλισμού τότε θα παραμείνει μέλος της μητρόπολης, μια προσομοίωση μητροπολιτική, στην πραγματικότητα ένα προτεκτοράτο χρέους sui generis, με διπλό και διφορούμενο χαρακτήρα.   

Η Ρέα Γαλανάκη κατορθώνει και αποκαλύπτει με μοναδικά εκφραστικό τρόπο τις διφορούμενες αλλαγές της Αθήνας, στις αρχές της νέας χιλιετίας, σαν την σκηνή μιας νέας τραγωδίας και της επιθανάτιας αγωνίας της δημοκρατίας μέσα στο κούφιο κέλυφος του Κοινοβουλίου, στον ίδιο τόπο, όπου κάτω από ριζικά διαφορετικούς ιστορικούς όρους γεννήθηκαν η αρχαία τραγωδία και η αρχαία δημοκρατία.

Το ερώτημα μπαίνει σκληρό και άμεσο αν υπάρχει ακόμα “η καρδιά”, το κέντρο μιας πόλης που έχει πια “ξεπουπουλιαστεί προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και πόσες καρδιές μπορεί να έχει μια πόλη; αναρωτήθηκες. Αν αυτό μετριέται με το μέτρο της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου, κι έτσι πρέπει, τότε μονάχα μία[...] αν όμως η πόλη γίνει ένα μεταλλαγμένο τέρας, μια Λερναία Ύδρα, όπως σήμερα, τότε ή θα πρέπει να έχει περισσότερες καρδιές, ή να μην έχει καμία.”

Μια απροσδόκητη απάντηση στο ερώτημα θα δοθεί στην ιστορική πράξη με την ανεξάρτητη πολιτική κίνηση των λαϊκών μαζών που αντιστέκονται στην βαρβαρότητα των Μητροπόλεων και που θα θέσει σε λειτουργία την καρδιά της πόλης ως κεντρικής πολιτικής λειτουργίας αντιπαράθεσης πολιτών και εξουσίας.

Με ό,τι γράφει κι όπως τα γράφει η Ρέα Γαλανάκη, για τις σκηνές των συγκρούσεων στην Πλατεία Συντάγματος, για το “κοινοβουλευτικό ανάκτορο”, “ολόφωτο, ένα κυβερνημένο και ταυτόχρονα ακυβέρνητο παλάτι” “ τριγυρισμένο από πελώρια κύματα θυμού, θυμού κάθε πολίτη”, για το διπλό και διφορούμενο νόημα της ίδιας της Πλατείας Συντάγματος, κατορθώνει να κάνει την λογοτεχνία να βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από πολλές περισπούδαστες πολιτικές αναλύσεις και μεταμοντέρνες ερμηνείες του “κινήματος των πλατειών”...

Γι’ αυτό, Η Άκρα Ταπείνωση -ένα σκληρό πολιτικό μυθιστόρημα γραμμένο με απίστευτη τρυφερότητα, θάλεγες γυναικεία τρυφερότητα-, υπερβαίνοντας όποιους περιορισμούς επιμέρους πολιτικών εκτιμήσεων, μπορεί να βρίσκει τον σφυγμό της ιστορικής στιγμής, εκεί που πάλλει ο νυν καιρός. Γιατί, ο ρόλος της τέχνης, όπως θα ανακαλύψει και η ζωγράφος Νύμφη μπροστά στην τοιχογραφία του Alex Martinez, στην οδό Σολωμού 18, στα Εξάρχεια, είναι “να μοιραστεί με γενναιοδωρία και χωρίς διακρίσεις” “ όχι μονάχα ένα ωραίο έργο” αλλά και μια πρόταση για  “μια βαθύτερη ανατροπή ζωής”. 

Έξοδος

Αυτή η ανατροπή ζωής θα μπορούσε να είναι αυτό που στην αρχαία τραγωδία ονομαζόταν κάθαρση και με βιβλικούς όρους Λύτρωση.
Κάθαρση και Λύτρωση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ανασύνθεση, με νέους όρους, του κοινωνικού δεσμού, του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο που διαλύει ο καπιταλισμός στην παρακμή και κρίση του.

Αυτή η ανασύνθεση ενός δεσμού χωρίς δεσμά, η αναγνώριση της προτεραιότητας του Προσώπου του Άλλου, όπως θα έλεγε ο Emanuel Levinas, προεικονίζεται στο βλέμμα ανθρώπου προς άνθρωπο που θα ρίξει η Τειρεσία, στον άστεγο απέναντι στον ξενώνα, καθώς μαζί με την Νύμφη δραπετεύουν προς την διαδήλωση. Αυτή η ματιά, “ένα μεγάλο τίποτα” θα γίνει ο δρόμος επιστροφής στον χαμένο ξενώνα.

Η ίδια η τελευταία φράση της μυθιστορίας θα προτείνει σαν αντίδοτο στον φόβο την αγάπη

Η Τειρεσία περίμενε  διαρκώς και ματαίως στο παράθυρο του ξενώνα να δει εάν έρχεται ο χαμένος πατέρας της - θα τον συναντήσει αργότερα, στο καμένο Αττικόν, σε όνειρο και θα πάψει να τον περιμένει. Την θέση της στο παράθυρο θα πάρει ο αγαπημένος της γάτος Βαλτάσαρ. Μήπως ο Βαλτάσαρ περιμένει να δει τον ερχομό του Μεσσία;

Μέσα στον νυν καιρό, έγραφε ο Μπένγιαμιν , λάμπουν μεσσιανικές σπίθες. Μπορούμε να δούμε στον νυν καιρό όχι μόνο την Στιγμή που χάνεται στο παρελθόν αλλά και την Στιγμή της ανάδυσης του Νέου. Προπαντός με την μορφή της νέας γενιάς. Αυτό που ανατέλλει -για να το πούμε με τα λόγια της Ρέας Γαλανάκη- είναι “η ψυχή των αναίτια βασανισμένων νέων. Μαζί και το δίκαιο ξίφος που έβλεπες να ξεμυτίζει από το θηκάρι της ψυχής τους, όρκος πεπρωμένου”

Εξάλλου, όπως μας θυμίζει ως παραμυθία η μυθιστορία Η Άκρα Ταπείνωση, η βυζαντινή εικόνα που της έδωσε το όνομα, μας δείχνει “την ταπείνωση του θείου μέσα από τον μαρτυρικό θάνατο ανθρώπου”. Την δείχνει, όμως, πάντα μαζί “με τον υπαινιγμό και την ελπίδα της ανάστασης.”

Μιας επανάστασης ζωής κι όχι θανάτου.

23 Νοεμβρίου 2017

    Ρέα Γαλανάκη, Η Άκρα Ταπείνωση, Καστανιώτης 2015, σελ. 13
    ό.π., σελ. 207
    Κ. Μάτσα, Ταπείνωση και Ντροπή Γυναίκες Τοξικομανείς, Άγρα 2013
    Κ. Marx, Εισαγωγή του 1844 στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου και του Κράτους, Παπαζήσης 1977
    Η Άκρα Ταπείνωση ό.π. σελ. 209
    Βλ. ιδιαίτερα τις Θέσεις XIV και XVIII - Addendum A
    Η Άκρα Ταπείνωση, σελ. 187
    ό. π., σελ. 107
    ό.π., σελ. 186
    Στο ίδιο
    ό.π., σελ. 96
     Στο ίδιο
    ό.π., σελ. 99
    ό.π., σελ. 235
    ό.π., σελ. 288-289
    ό.π., σελ. 321
     Θέση XVIII - Addendum A
     Η Άκρα Ταπείνωση ό.π., σελ. 320
    ό π., σελ. 323