Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα βασικό κοινό σημείο και τρία βασικά διαφορετικά στοιχεία σε σχέση με όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις από το 2009 μέχρι και σήμερα.

Το βασικό κοινό σημείο της είναι πως έπεσε, όπως όλες κυβερνήσεις που ψήφισαν Μνημόνια.

Τα τρία βασικά σημεία που τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις είναι τα εξής :

Ήλθε σε αντίθεση με μια απολύτως δημοκρατικά εκφρασμένη πολιτική βούληση του λαού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήλθε σε αντίθεση και με το 36% που τον ψήφισε για να «τερματίσει τα Μνημόνια» τον Ιανουάριο του 2015 και προπαντός με το 62% που ψήφισε «όχι στα μέτρα λιτότητας» στο Δημοψήφισμα του 2015. Καταρρέει, έτσι, ο χρόνιος «μύθος» της καθεστωτικής αριστεράς ότι οι όποιες ριζοσπαστικές αλλαγές χρειάζονται «νομιμοποίηση» από τα όργανα της -αστικής- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αποδείχτηκε πως ακόμα και αν υπάρχει και η πιο τυπική και πλέρια «δημοκρατική νομιμοποίηση», δεν αρκεί, αν δεν υπάρχει πολιτική βούληση για να τη χρησιμοποιήσει ένα κόμμα για τους δικούς του σκοπούς.

Έπεσε πριν εφαρμόσει το Μνημόνιο που ψήφισε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε στις 13 Αυγούστου και, αμέσως μετά, παραιτήθηκε οδηγώντας τη χώρα σε πρόωρες εθνικές εκλογές για τις 20 Σεπτεμβρίου. Ο Παπανδρέου ανήλθε στην εξουσία τον Οκτώβριο του 2009, υπέγραψε το 1ο Μνημόνιο τον Μάιο του 2010 και έπεσε ουσιαστικά τον Ιούνιο του 2012.

Ο Σαμαράς ήλθε αμέσως μετά, υπέγραψε το 2ο Μνημόνιο τον Νοέμβριο του 2012 και έπεσε τον Ιανουάριο του 2015. Οι ιμπεριαλιστές της ΕΕ και των ΗΠΑ κατάφεραν να γονατίσουν την «πρώτη κυβέρνηση της αριστεράς» μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά δεν έχουν καταφέρει, όμως, να βρουν... μία κυβέρνηση για να εκδώσει τουλάχιστον εφαρμοστικές εγκυκλίους για τους νόμους του Μνημονίου.

Θέσπισε άλλο ένα αδιέξοδο Μνημόνιο χάρη στην ψήφο των αστικών κομμάτων (δηλαδή της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού).

Έτσι προχώρησε ένα βήμα πριν τη σύσταση κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ, μετά τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου. Αποδεικνύεται πως χωρίς ταξική εργατική πολιτική ανεξαρτησία, ένα αριστερό κόμμα καταλήγει στη δηλητηριώδη και αγκαλιά της αστικής τάξης.

Πόσο «άρχουσα» είναι πλέον η ελληνική αστική τάξη ;

Τα ελληνικά αστικά κόμματα και προπαντός η ΝΔ, όμως, εκπροσωπούν μια τάξη που ειδικά στην Ελλάδα είναι οικονομικά και ιστορικά χρεοκοπημένη.

Από το 2010 και έπειτα οι Έλληνες μεγαλοβιομήχανοι έχουν στηρίξει το τζίρο τους -χωρίς όμως να τον αυξάνουν- στη στροφή τους προς τις εξωτερικές αγορές.

Συνολικά οι μεγαλοεπιχειρηματίες έχουν μεταφέρει τις καταθέσεις τους σε «ασφαλείς» χρηματοπιστωτικές θέσεις εκτός Ελλάδας αδειάζοντας τις ελληνικές τράπεζες από ρευστό.

Οι μικρομεσαίοι, χωρίς καμία απολύτως εθνική τραπεζική στήριξη, ανακυκλώνονται αποκλειστικά γύρω από το χώρο της εστίασης ο οποίος βασίζεται σε μία ολοένα μικρότερη εσωτερική αλλά και εξωτερική ζήτηση.

Η ελληνική αστική τάξη γενικότερα, δεν έχει ενισχύσει την οικονομική επιρροή της μέσα στην ελληνική κοινωνία, μιας και καμία επένδυση δεν έκανε που θα φέρει νέες θέσεις εργασίας, παρά τη δραματική πτώση του «μοναδιαίου κόστους εργασίας» κατά σχεδόν 20% μέχρι τώρα.
Παράλληλα, κανένα χρηματοδοτικό πρότζεκτ σε διεθνή ή έστω ευρωπαϊκή κλίμακα δεν φαίνεται στον ορίζοντα.

Η ελληνική αστική τάξη στερείται πλέον των βασικών οικονομικών και, έτσι, των πολιτικών όρων της διαιώνισης της κυριαρχίας της πάνω στην εργατική τάξη και το λαό σ' αυτή τη χώρα.

Μια ιστορική αναλογία από το 1945 στο 1990 και το 2015

Σε δύο προηγούμενες περιπτώσεις όπου συστάθηκε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», η ελληνική αστική τάξη, αν και οικονομικά καθημαγμένη, είχε ισχυρή διεθνή αστική υποστήριξη.

Το 1945 είχε την οικονομική στήριξη της Μ. Βρετανίας και μετέπειτα των ΗΠΑ και του Σχεδίου Μάρσαλ και όχι μόνο τα όπλα τους με τα οποία σφαγιάστηκε το αντάρτικο του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ.

Το 1990 είχε τη στήριξη της τότε ΕΟΚ που ετοιμαζόταν να εισβάλλει στην καταρρέουσα ανατολική Ευρώπη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη Ρωσία.

Τίποτα παρόμοια δεν υπάρχει σήμερα σε διεθνή κλίμακα για να στηρίξει την ελληνική αστική τάξη.

Ο μόνος δρόμος της είναι να «βαλκανοποιηθεί» παραπέρα, να ξεπουληθεί και να επιβάλλει όρους εργασίας σαν και εκείνους που έχουν διαμορφωθεί στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Με δύο, όμως, διαφορές. Η Ελλάδα κάθε άλλο παρά έχει βιομηχανική «κουλτούρα», ενώ ο λαός της δεν είναι ακόμα απελπισμένος. Γι' αυτό χρειάζεται ένα αριστερό «μαξιλάρι».

Δύο αποτυχίες και μια επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ

Το πρώτο, όμως, αριστερό «μαξιλάρι» που χρησιμοποιήθηκε, ο ΣΥΡΙΖΑ, κατέπεσε μέσα σε 6 μήνες.

Και μόνο η ψήφιση του Μνημονίου προκάλεσε όχι μόνο την πτώση του από την κυβέρνηση αλλά και την εξ αριστερών διάλυσή του σαν μια χαλαρή αριστερή ρεφορμιστική ομοσπονδία που ήταν κατά τα τελευταία δέκα χρόνια.

Πιο πριν, ο ΣΥΡΙΖΑ, ξεφτίλισε με το πιο επαίσχυντο τρόπο το έσχατο μέσο λαϊκής έκφρασης στα πλαίσια μιας αστικής κοινοβουλευτικής, δηλαδή το δημοψήφισμα, μιας και έπραξε το ακριβώς αντίθετο από εκείνο το οποίο ψήφισε ο λαός.

Το μόνο που κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν να χειριστεί, χωρίς να προκληθεί λαϊκή εξέγερση, (όπως π.χ. στην Αργεντινή το 2001) μία ιστορική τομή στη μεταπολεμική ιστορία της καπιταλιστικής δυτικής Ευρώπης και όχι μόνο της Ελλάδας, την επιβολή των ελέγχων κίνησης κεφαλαίων (capital controls) από τις 29 Ιουνίου.

Το προλεταριάτο πρέπει πάση θυσία να κατακτήσει την πολιτική εξουσία

Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, ήταν εντελώς πολιτικά ανέτοιμος και ανίκανος να διαχειριστεί την επόμενη φάση της καπιταλιστικής χρεοκοπίας που θα σηματοδοτούνταν από την έλλειψη προϊόντων και την κατάρρευση της παραγωγής και των επικοινωνιών.

Τα δύο φαινόμενα τα οποία παραμονεύουν στη... γωνία της κρίσης που κάθε άλλο παρά θα ξεπεραστεί μετά τις εκλογές.

Η αντιμετώπισή τους προς όφελος της εργατικής τάξης απαιτεί αποκλειστικά και μόνο την επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο. Αυτό είναι πρώτο καθήκον του εργατικού κινήματος. Είναι ρεφορμιστική η άποψη περί «επιβολής» μιας τέτοιας κυβέρνησης. Η επαναστατική εργατική κυβέρνηση μπορεί να επιβληθεί στα άλλα στρώματα, μόνο αφού κατακτηθεί με τη συντριβή του αστικού κράτους. Μόνο με την πολιτική εξουσία στα χέρια του -όπως αναλύει διεξοδικά ο Λέον Τρότσκι στο αξεπέραστο βιβλίο του «Τρομοκρατία και Κομμουνισμός» (εκδόσεις Αλλαγή), το προλεταριάτο θα μπορέσει να επιβάλει τον έλεγχο στην παραγωγή και τη διανομή του προϊόντος της χώρας με βάση ένα δημοκρατικά επεξεργασμένο σχέδιο αναδιοργάνωσης όλη της οικονομίας στηριγμένο σε εθνικοποιήσεις των βασικών πυλώνων της. Επίσης ρεφορμιστική είναι η άποψη που θέλει την «εργατική εξουσία» να έρχεται σαν αποτέλεσμα ενός αναπτυγμένου «εργατικού ελέγχου» στην παραγωγή. Τέλος, μέρος αυτής της αναδιαργάνωσης της οικονομικής ζωής από το πολιτικά κυρίαρχο προλεταριάτο είναι και η ρήξη και έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, η μονομερής διαγραφή του δημοσίου χρέους και όχι το αντίστροφο. Για όλα αυτά, το προλεταριάτο, πρέπει να έχει ένα «όπλο»: ένα επαναστατικό Κόμμα.

Δ.Κ.