"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ"

Ι) Στην «Νέα Προοπτική» της 29-8-2015 και στη σελ. 13, δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο: «ΣΚΟΥΡΙΕΣ. Αστυνομική βία με ΄΄αριστερό πρόσημο΄΄». Ενωρίτερα, στις 17-7-2015, δημοσιεύτηκε (παραδόξως!) άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τίτλο «Πρώτη φορά… αριστερή καταστολή». Στα προαναφερόμενα δημοσιεύματα περιγράφεται η βιαιότητα της αστυνομίας εναντίον άοπλων διαδηλωτών και στιγματίζεται η βαρβαρότητά της σε σύνδεση και με τους πολιτικούς της προϊσταμένους, την ήδη απελθούσα «αριστερή» κυβέρνηση των Αλέξη Τσίπρα-Γιάννη Πανούση. Οι κακοποιηθέντες διαδηλωτές δεν ένιωσαν καλύτερα επειδή κακοποιήθηκαν από «αριστερούς» αστυνομικούς· τουναντίον, στάθηκαν παγερά αδιάφοροι απέναντι στην ιδεολογική αμφίεση των αστυνομικών εμμένοντας αταλάντευτα στο γεγονός της κακοποίησης αυτής καθεαυτής. Παλιότερα εμφανιζόταν, όχι σπάνια, η άποψη ότι οι αστυνομικοί είναι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, με σπουδαίο κοινωνικό έργο αν και με αναντίστοιχη κοινωνική αποδοχή. Τα τελευταία χρόνια που οι απολαβές των αστυνομικών κατήντησαν γλίσχρες, η πιο πάνω άποψη εμφανίζεται συχνότερα με αποκορύφωμα την δήλωση του απελθόντος πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα ότι «η αστυνομία είναι η εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας». Παλιότερα, οι άνδρες της χωροφυλακής ήσαν, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, γόνοι φτωχών αγροτικών οικογενειών. Στις τελευταίες δεκαετίες στις τάξεις των αστυνομικών προστέθηκαν γόνοι εργαζόμενων οικογενειών των αστικών κέντρων. Στις τάξεις των παραγωγικών σχολών αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, δίπλα στα παιδιά αγροτών και εργαζομένων των πόλεων εισάγονται, σταθερά πλέον τα τελευταία χρόνια, γόνοι στρατιωτικών και αστυνομικών σε ποσοστό άνω του ενός τρίτου του συνόλου των εισαγομένων. Αν και η τελευταία ένδειξη δεν προσέχτηκε, όπως θάπρεπε τουλάχιστον, είναι, πάντως, γεγονός ότι στην αστυνομία (και στις ένοπλες δυνάμεις) δεν εισάγονται γόνοι αστικών, πολλώ δε μάλλον, μεγαλοαστικών οικογενειών ειμή μόνον κατ’ εξαίρεσιν και σε συχνότητα ανάξια λόγου. Το γεγονός, λοιπόν, της ως άνω δεδομένης κοινωνικής καταγωγής των αστυνομικών, σε συνδυασμό με τις γλίσχρες αποδοχές τους, ώθησαν αρκετούς, μεταξύ αυτών και αριστερούς, να θεωρήσουν τους αστυνομικούς ως δυσπραγούντες εργαζόμενους και δυνάμει ταξικούς συμμάχους και πολιτικούς φίλους της Αριστεράς. Θα χρειαστεί να υπομνήσουμε σ’ όλους αυτούς τους θιασώτες της Φιλοδέσποτης Αριστεράς τούτο το απλό που διδάσκει η ιστορική εμπειρία: Εάν τα βάσανα δημιουργούσαν έργα ιδιοφυή, ο κόσμος θάτανε γεμάτος αριστουργήματα. Αν η φτώχεια και οι σκληρές εργασιακές συνθήκες προκαλούσαν κοινωνικό μετασχηματισμό, ο παράδεισος θα είχε φθάσει προ πολλού. (Βλ. Ράσελ Τζάκομπι, Το τέλος της ουτοπίας, εκδόσεις Τροπή, σελ. 168). Μ’ άλλα λόγια, η ταπεινή, λαϊκή καταγωγή και οι γλίσχρες αποδοχές, δεν  συναποτελούν – και μάλιστα άνευ ετέρου τινός! – αναγκαία και ικανή συνθήκη μεταμόρφωσης των δυνάμεων κρατικής καταστολής (αστυνομίας, ενόπλων δυνάμεων) σε δύναμη κοινωνικής – πολιτικής αμφισβήτησης, πολλώ δε μάλλον, ανατροπής! Αυτό το ζήτημα ας το δούμε εκτενέστερα.

ΙΙ) Θα αξιοποιήσουμε συγκρίσιμα φαινόμενα άλλων προγενέστερων κοινωνιών, φυσικά με την συνάδουσα στην περίπτωση προσοχή. Υπομιμνήσκουμε, την σοφή παρατήρηση του E.J Bickermann στο άρθρο του «Some reflections on early Roman history» : «Η αξία των αναλογιών δεν είναι αποδεικτική, αλλά μόνο διαφωτιστική και, συνακόλουθα, ευρετική. Μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε πλευρές των γεγονότων οι οποίες διαφορετικά θα έμεναν κρυμμένες από μας» (παρατίθεται από τον G.E.M. DE. STE. CROIX στο Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, σελ. 719). Ο στρατός της Ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, της Ρωμαϊκής Ηγεμονίας και της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εστρατολογείτο κυρίως από τις γραμμές της ρωμαϊκής αγροτιάς που αποτελούσε τον κύριο όγκο του ρωμαϊκού πληθυσμού. Εκείνος ο στρατός ανέπτυξε στους κόλπους του μιαν αξιοσημείωτη πειθαρχία και συναδελφική αλληλεγγύη: οι απλοί στρατιώτες, εκείνοι οι πρώην αγρότες, αποκόπηκαν εντελώς από τις κοινωνικές τους ρίζες και ήσαν συνήθως, τα πειθήνια όργανα, αν όχι των αυτοκρατόρων τους, πάντως των αξιωματικών τους. Έτσι, συνηθέστατα όλοι οι στρατιώτες αποδέχονταν τις ιεραρχικές αρχές πάνω στις οποίες στηριζόταν η ρωμαϊκή κοινωνία και συχνά ακολουθούσαν με απόλυτη πίστη τους διοικητές τους στην ανταρσία και στον εμφύλιο πόλεμο, όταν τους το διέταζαν ακριβώς όπως γινόταν στους εξωτερικούς πολέμους. Οι πηγές της εποχής αποκαλύπτουν ότι εκείνοι οι πρώην αγρότες και ήδη στρατιώτες, όχι μόνο δεν θεωρούνται από τους αγρότες ως αντιπρόσωποί τους ή ακόμα ως σύμμαχοί τους, αλλά και ήταν ο διαρκής τρόμος τους. Εκείνοι οι στρατιώτες ήσαν τα όργανα καταπίεσης και βίαιης είσπραξης των φόρων! (βλ. G.E.M DE STE CROIX, στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 339, 571, 572).

Αρκετούς αιώνες αργότερα, κατά την επανάσταση του 1848 στο Παρίσι, ο Λαμαρτίνος, εκείνος ο κομψός αριστοκράτης και πάνω απ’ όλα καριερίστας, με την ιδιότητα του υπουργού Εσωτερικών παρατήρησε, με οξυδέρκεια και ταξική διορατικότητα, ότι στα οδοφράγματα του Φεβρουαρίου τα παιδιά και οι έφηβοι της εργατικής τάξης έπαιζαν σημαντικό ρόλο. Ήσαν οι πιο τολμηροί και ριψοκίνδυνοι μαχητές ανάμεσα στους εξεγερμένους. Έκρινε πως έπρεπε να τους εκμεταλλευθεί, να τους τιθασεύσει εντάσσοντάς τους σε μια ειδική δύναμη στην υπηρεσία της κυβέρνησης! Έτσι, μ’ ένα διάταγμά του ίδρυσε την Κινητή Φρουρά που θα την απάρτιζαν νέοι από 16 έως 30 ετών. Σχηματίσθηκαν 25 τάγματα με 25000 νέους, σχεδόν όλους από την εργατική τάξη και τέθηκαν στην διάθεση της κυβέρνησης. Τους έθεσαν υπό την διοίκηση αξιωματικών του τακτικού στρατού, τους στέγασαν υποχρεωτικά στους στρατώνες, τους φόρεσαν ειδικές στολές, τους όπλισαν, τους κολάκευσαν σαν πραιτοριανούς της κυβέρνησης, τους έδωσαν μια κάποια αντιμισθία και, εντός ολίγου, εκείνοι οι νεαροί ανύπαντροι εργάτες με μέσην ηλικία τα 21 έτη, εξαπέλυσαν μια φοβερή σφαγή εις βάρος των εξεγερμένων ταξικών αδελφών τους, των εργατών γονέων και αδελφών τους. Εκείνα «τα παιδιά της εργατικής τάξης» σκότωναν εργάτες με την ίδια απερισκεψία που διακινδύνευαν την ζωή τους στις μάχες. Σκότωναν εργάτες χωρίς τύψεις, σαν να βρίσκονταν σε πανηγύρι! Η εργατική τους ταυτότητα διαλύθηκε μέσα σε μια αυστηρά στρατιωτική ταυτότητα, ενισχυμένη από μιαν αρκετά καλή αμοιβή, την αυστηρή εκπαίδευση, την απομόνωση απ’ τον γενικό πληθυσμό και, πάνω απ’όλα, από ένα ισχυρό ésprit de corps – την αίσθηση ότι ανήκουν σ’ ένα στρατιωτικό σώμα. (Αυτό που με την σημερινή ορολογία θα τ’ αποκαλούσαμε «πνεύμα μονάδος»). Έτσι, μέσα μόλις σε τέσσερις μήνες, αυτοί οι νεαροί εργάτες ένιωθαν περισσότερο ότι ανήκουν στο στρατιωτικό σώμα παρά στην εργατική τάξη! (Βλ. αναλυτικά MURRAY BOOKCHIN, Η Τρίτη επανάσταση, λαϊκά κινήματα στην Επαναστατική Εποχή, τόμος 2, εκδόσεις Αλεξάνδρεια σελ. 149-150, 193). Μετά πάροδο 44 ετών, το 1892, ο αρχηγός της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας Αύγουστος Μπέμπελ, έχοντας μιαν ιδιαίτερη ικανότητα να κατανοεί το γερμανικό προλεταριάτο και να «διαβάζει» την σκέψη του, σχολίασε, με πικρή οξυδέρκεια, μια παρέλαση των Πρώσων Φρουρών γράφοντας: «Δείτε αυτούς τους τύπους· ογδόντα τοις εκατό από αυτούς είναι Βερολινέζοι και Σοσιαλδημοκράτες, αν όμως σημειώνονταν ταραχές, θα με πυροβολούσαν με μια μόνο διαταγή από τους ανωτέρους τους» (στο ίδιο, πιο πάνω σελ. 378 με περαιτέρω παραπομπή).

Τέλος, κατά την διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης η πολιτικά και στρατιωτικά πλέον αξιόπιστη μονάδα των φασιστών του Φράνκο ήσαν οι διαβόητοι requetés, οι εθελοντές της μοναρχικής πολιτοφυλακής με τους κόκκινους μπερέδες από την Ναβάρα, την «Βανδέα της Ισπανίας», με την αξιοθαύμαστη πειθαρχία τους, την βαθιά μεσαιωνική πίστη τους που τους έκανε ατρόμητους στην μάχη στην οποία εφορμούσαν με την πολεμική ιαχή «Viva Cristo Rey!» (Ζήτω ο Βασιλεύς Χριστός!) και την ανηλεή σκληρότητά τους απέναντι στους αιχμαλώτους τους! Όλοι αυτοί οι φασίστες εθελοντές μαχητές (υπερέβαιναν τις 60000 άνδρες) ήσαν αγροτοποιμένες με ροζιασμένα χέρια! Το γεγονός τούτο δεν τους εμπόδισε να χρησιμοποήσουν τις χελωνόδερμες παλάμες τους για να σφάξουν τα ταξικά τους αδέλφια. (Μάλιστα, πίστευαν πως με τον φόνο κάθε αντιπάλου μειώνεται ο χρόνος της αναμονής τους στο Καθαρτήριο. Βλ. Antony Beevor,  Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, εκδόσεις Γκοβόστη, σελ. 127-128, 312, 347).

ΙΙΙ) Σ’ έναν ένοπλο μηχανισμό κοινωνικής επιτήρησης και κρατικής καταστολής επικρατεί άτεγκτη ιεραρχική δομή και αυστηρή πειθαρχία. Στο πλαίσιό του ξεθωριάζουν οι προσωπικότητες των μελών του, εκφυλίζονται και, στο τέλος, αποκτηνώνονται! Όταν η δεσπόζουσα επαγγελματική ενασχόλησή τους εξαντλείται στην βίαιη αντιμετώπιση του «εχθρού λαού», τότε κάτι τέτοιο επιβεβλημένον είναι να μην το αντιμετωπίζουμε ως ένα είδος «εργασίας» αλλά ως ανεξάντλητη πηγή αντιλαϊκής νοοτροπίας και ενστικτώδους απέχθειας απέναντι σ’ οτιδήποτε προοδευτικό, πολλώ δε μάλλον, επαναστατικό. Εκείνο το ésprit de corps, για το οποίο έγινε λόγος ήδη πιο πάνω, ενισχύεται τα μέγιστα και αυτονομείται έναντι της οποιασδήποτε αγροτικής ή εργατικής συνείδησης ή ταυτότητας μέχρι του σημείου να την επικαλύπτει πλήρως. Είναι ένα σώμα θυτών ακόμη και στην περίπτωση που συναποτελείται από θήτες! Η πενία και η γενικότερη οικονομική τους δυσπραγία όχι μόνο δεν δρα ανασταλτικά στην επικάλυψη της εργατικής ή αγροτικής τους ταυτότητας από την ταυτότητα του επαγγελματία κοινωνικού διώκτη (αστυνομικού), αλλ’ ενισχύει και τείνει να παγιοποιήσει την δεύτερη διότι, με τον πολιτικό νηπιασμό που τους διακρίνει, τείνουν να θεωρούν τον «εχθρό λαό» ως υπαίτιο της συνολικής τους δυσπραγίας και όχι την κυρίαρχη κοινωνική τάξη έναντι της οποίας επιδεικνύουν φιλοδέσποτη συμπεριφορά. Κάτω από τέτοιες συνθήκες και ο πλέον επιδέξιος κομματικός χρωστήρας αδυνατεί να χρωματίσει, έστω με ακαλαίσθητο πληβειακό λούστρο, την πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά τέτοιου είδους «εργαζομένων». Το συνηθέστερο, να καταστεί αντικείμενο της χλεύης των τελευταίων που θα επιμένουν να ψηφίζουν την φασιστική «Χρυσή Αυγή» με την αυτάρεσκη οίηση του αμαθούς. Πρέπει να διαμεσολαβήσουν άλλες, εντελώς ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες που θα προκαλούν, μέσα σε λίγο χρόνο, την ανατροπή θεσμών μέχρι χθες ακλόνητων που συνιστούσαν την ουσία της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής ενός έθνους, την ανατροπή εδραιωμένων ιδεών και παραδεδεγμένων αντιλήψεων, για να λάβει χώρα μια ενδεχόμενη μεταμόρφωση της ταυτότητας-συνείδησης του αστυνομικού. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ακόμη και κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες. Η αστυνομία (και η χωροφυλακή) κατά την διάρκεια της κατοχής συναποτελούσαν οργανικούς συνεργάτες των αλλοεθνών φασιστών κατακτητών ενώ επίλεκτες υπηρεσίες τους όπως η αντικομμουνιστική «Ειδική Ασφάλεια» λειτουργούσε ως ελληνόφωνο παράρτημα της Μυστικής Πολιτικής Αστυνομίας (GE.STA.PO). Η φράση, λοιπόν, «αστυνομικοί εργαζόμενοι» γεννά, από πολιτική άποψη, άσχημες προσδοκίες: προυποθέτει ένα διανοητικό τσαλαπάτημα που συνδημιουργείται από παχύρρευστες λέξεις με κίβδηλο ηθικό ανάστημα και αρνητικό κοινωνικό φορτίο και ρηχές, ψηφοσυλλεκτικές κομματικές ρητορείες που καταλήγουν στον φενακισμό της λαϊκής συνείδησης. Πρέπει να εξαγάγουμε μαθήματα από το παρελθόν, είτε για να μας εμπνεύσουν είτε για να αποφύγουμε τα λάθη. Τα πράγματα αλλάζουν (Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει το αντίθετο). Και η «αστυνομία αλλάζει - μπορεί να αλλάξει» λένε κάποιοι Αριστεροί. Μόνο που το ρήμα «αλλάζω» ξεθωριάζει, ωχριά μπροστά στο ουσιαστικό «αστυνομία»!

6 – ΙΧ – 2015

Πέτρος Πέτκας