ΜΠΡΟΣ ΓΚΡΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΩ... ΡΕΜΑ ΓΙΑ ΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ

Aντιμέτωπη με τις προσδοκίες σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων ψηφοφόρων της -στο μεγαλύτερο μέρος τους, εργαζόμενοι, άνεργοι και φτωχοί μικροαστοί- βρίσκεται η κυβέρνηση που σχηματίστηκε υπό το ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη Τρίτη.

Το πρώτο, όμως, που έκανε ο νέος Πρωθυπουργός της Ελλάδας και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας - αφού πήρε την “ευχή” του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδας Ιερώνυμου (αν και έκανε πολιτικό όρκο), τοποθέτησε το δεξιό εθνικιστή πρόεδρο των ΑΝΕΛ, Πάνο Καμμένο, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας αλλά και τον πολέμιο της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 πρώην ΔΗΜΑΡίτη, Γιάννη Πανούση, στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξης-  ήταν να υποδεχτεί στην Αθήνα τους εκπροσώπους εκείνων που έφτασαν όχι μόνο τα 2,5 εκατομμύρια των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ αλλά τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού αυτής της χώρας στα σημερινά χάλια του.

Ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, Γερμανός Σοσιαλδημοκράτης Σουλτζ, και ο πρόεδρος του Eurogroup, Ολλανδός, επίσης Σοσιαλδημοκράτης, Ντάιζελμπλουμ, έγιναν εγκαρδίως δεχτοί από τη νέα ελληνική κυβέρνηση για να λάβουν πάνω – κάτω τη διαβεβαίωση πως η Ελλάδα αφενός θα τηρήσει τις διεθνείς δεσμεύσεις της για την αποπληρωμή του ελληνικού κρατικού χρέους, αφετέρου  θα εφαρμόσει τη δική της πολιτικής στα εσωτερικά μέτωπά της, όπως το ασφαλιστικό και το εργασιακό στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Μ΄ άλλα λόγια, η κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου σκοπεύει να διατηρήσει ουσιαστικά ανέπαφες τις εξωτερικές σχέσεις της καπιταλιστικής Ελλάδας με την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά να αμφισβητήσει τις ... εσωτερικές σχέσεις των Ελλήνων καπιταλιστών με το λαό.

Από τη μια μεριά, δηλαδή, υποτίθεται η Ελλάδα θα συνεχίσει σε γενικές γραμμές να πληρώνει το χρέος της προς τους διεθνείς πιστωτές και να τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ε.Ε. και από την άλλη θα τα «σπάσει» με το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο αυξάνοντας τη φορολογία σε βάρος του, επαναφέροντας την προ – μνημονιακή εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία.

«Ξεχνά» προφανώς ο ΣΥΡΙΖΑ πως οι σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και της ΕΕ δεν είναι τόσο «εξωτερικές» δηλαδή δεν καθορίζονται απλά από κάποιες κοινά αποδεκτές ευρωπαϊκές συνθήκες, όσο «εσωτερικές», μιας και την Ελλάδα και την ΕΕ τους ενώνει το κοινό καπιταλιστικό έδαφος, το οποίο –μάλιστα- βρίσκεται σε  μια νέα φάση ταυτόχρονης κατάρρευσης.  Γι’ αυτό, όποιο «μίγμα» πολιτικής και αν επιλέξει η νέα κυβέρνηση είναι καταδικασμένο να αποτύχει υπό το βάρος της καπιταλιστικής χρεοκοπίας.

Συγκεκριμένα :
Αν η κυβέρνηση επιχειρήσει να κάνει μια, έστω και εν μέρει, στάση πληρωμών προς τους διεθνείς δανειστές που δεν είναι άλλοι από τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης και του ΔΝΤ, τότε θα πρέπει να βρει ένα τρόπο εσωτερικού δανεισμού, μιας και κανένας ξένος επενδυτής δεν πρόκειται να δανείσει την Ελλάδα για να χρηματοδοτήσει το χρέος της και προπαντός τις ανάγκες του προϋπολογισμού για την κάλυψη μισθών, συντάξεων κλπ.

Ήδη οι αποδόσεις των 3ετών κρατικών ομολόγων έχουν εκτοξευτεί στο 17%, ενώ ο δείκτης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών κατρακυλά χωρίς φραγμό. Σύμφωνα το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το βάρος του «εσωτερικού δανεισμού» θα πέσει πάνω στο μεσαίους και μεγάλους κεφαλαιούχους. Αυτός ο «δανεισμός» θα μπορούσε να πάρει τη μορφή της φορολογίας καταθέσεων και γενικότερα χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή/και της ακίνητης περιουσίας. Το πρόβλημα, όμως, πάντα με τους φόρους είναι πως ένα πράγμα είναι να επιβάλλονται και ένα άλλο να… εισπράττονται. Εξάλλου, και μόνο η υπόνοια φορολόγησης καταθέσεων θα εγείρει ένα ακόμα κύμα φυγής κεφαλαίων από τους παχυλούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Έτσι, η συνέχεια αυτού του σεναρίου θα ήταν η κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών, το κλείσιμο επιχειρήσεων λόγω απόλυτης πιστωτικής ασφυξίας και μία απότομη βουτιά της οικονομικής δραστηριότητας χωρίς προηγούμενο. Αυτό σημαίνει πως καμία φορολόγηση του μεγάλου πλούτου δεν θα φέρει κανένα αποτέλεσμα χωρίς δύο αλληλένδετα μέτρα : Την απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων από τη χώρα και την άμεση κρατικοποίηση των ελληνικών τραπεζών χωρίς καμία αποζημίωση στους μεγαλομετόχους της (σ.σ τα ¾ των μετοχών των τραπεζών ανήκουν ήδη στο κράτος). Με το πρώτο μέτρο θα διατηρηθεί το ρευστό εντός της Ελλάδας και με το δεύτερο θα διοχετευθεί ως πίστωση αυτό το ρευστό στις ανάγκες αναζωπύρωσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Αν  η κυβέρνηση  επιλέξει να συνεχίζει να πληρώνει, έστω και με λιγότερα ποσά, το ελληνικό δημόσιο χρέος με ή «χωρίς» Μνημόνιο, τότε θα έλθει σε ρήξη με τις μάζες τις οποίες την ανέδειξαν. Από τα μέσα κιόλας του 2014 είχε σημειωθεί μία επιδείνωση των ρυθμών είσπραξης των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών.

Αυτή η επιδείνωση έγινε μεγαλύτερη κατά το Δεκέμβριο του 2014 λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας που έφερε η επίσπευση της διαδικασίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και, έπειτα, των Εθνικών Εκλογών. Το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία με τα βίας πλήρωσαν κανονικά μισθούς δημοσίων υπαλλήλων και τις συντάξεις στο τέλος του 2014 και αναμένεται να ενταθούν οι δυσκολίες προς τα τέλη Μαρτίου 2015.  Η πίεση θα γίνει ακόμα μεγαλύτερη, αν η κυβέρνηση πληρώσει τα τοκοχρεολύσια του ελληνικού κρατικού χρέους.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ τάζει επαναφορά του εθνικού κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ (αφού πρώτα δοθεί ξανά η δυνατότητα στους κοινωνικούς εταίρους για να αποφασίσουν γι’ αυτό) και της 13ης σύνταξης στους χαμηλοσυνταξιούχους και γενικότερα την κατάργησης όλης της μνημονιακής εργασιακής, ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής νομοθεσίας.

Χωρίς να διαφωνεί κανείς σε μία τέτοιες κινήσεις, πρόκειται για… νόμους -  σκελετούς καθώς υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορούν να φέρουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας είχαν περισσότερη αξία σε καιρούς που η ανεργία ήταν στο 8% του εργατικού δυναμικού και λιγότερη τώρα που η ανεργία έχει σκαρφαλώσει στο 25%. Για την επαναφορά της 13ης σύνταξης η οποία αφορά με τα βίας το 1/3 των συνταξιούχων θα πρέπει να εξασφαλιστούν επιπλέον πόροι για το ασφαλιστικό σύστημα, τη στιγμή που τα ελλείμματα των ταμείων αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς.

Μόνο ένας άμεσος τρόπος υπάρχει για να κλείσουν οι «τρύπες» των ασφαλιστικών ταμείων, η απαλλοτρίωση των περιουσίων των μεγαλο-οφειλετών. Πάνω από 2 δις ευρώ χρωστάνε στο ΙΚΑ μόλις 800 επιχειρηματίες ! Με τα λεφτά αυτά θα μπορούσαν να πληρωθούν οι συντάξεις του ΙΚΑ για δύο μήνες. Η «επιβολή» ενός υψηλότερου κατώτατου μισθού σε 450.000 μισθωτούς (30% εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα) θα ωθούσε στην απόλυση πολλών απ’ αυτούς ή ακόμα και στο κλείσιμο κάποιων επιχειρήσεων. Λύση σ’ αυτό θα ήταν ο έλεγχος των επιχειρήσεων αυτών, που πρέπει να κρατικοποιηθούν, και  η αυτοδιαχείρισή τους από τους εργάτες.

Δ.Κ.