ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΗΜΕΡΟ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΦΥΣΣΑ

Ένα χρόνο μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, και σχεδόν όλη η ηγεσία της ναζιστικής Χρυσής Αυγής βρίσκεται στην φυλακή. Σαφές αποτέλεσμα του αντιφασιστικού ξεσηκωμού όλου του λαού, των διεθνών πιέσεων αλλά και της ανάγκης της απαξιωμένης κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, να εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά την υπόθεση, επιδεικνύοντας και προς «τους μέσα» και προς «τους έξω» τις «αντιφασιστικές» της προθέσεις.

Βέβαια, όχι απλά τα παραπάνω δεν αρκούν για να «καθαριστούν» ή να «εκδημοκρατιστούν» τα σώματα ασφαλείας κι ο «βαθύς» κρατικός μηχανισμός, με τις οργανικές σχέσεις με τον παρακρατικό βραχίονα της Χρυσής Αυγής, αλλά είναι και οι ίδιες οι πράξεις της κυβέρνησης που την διαψεύδουν ολοκληρωτικά.

Ανήμερα της επετείου της δολοφονίας του Φύσσα στις 18/9, είδε το φως δημοσίευμα της «Εφ. Συν.», που εμφανίζει τον Μπαλτάκο, όχι απλά να συνομιλεί με την Χρυσή Αυγή, αλλά να δίνει γραμμή για κρίσιμες ψηφοφορίες μέσα στη Βουλή. Ο Μπαλτάκος επιβεβαίωσε χωρίς αιδώ το δημοσίευμα παραδεχόμενος τις καθημερινές του επαφές με τον Κασιδιάρη κι άλλους ναζιστές. Ας το ξαναπούμε: o (πρώην) σύμβουλος του μνημονιακού πρωθυπουργού, καθορίζει την κοινοβουλευτική πολιτική στάση της «αντισυστημικής» και «αντιμνημονιακής» Χρυσής Αυγής…

Τις ίδιες ημέρες, κι ενόψει της μεγάλης διαδήλωσης, ο νέος υπουργός Δημ. Τάξης Κικίλιας, φρόντισε να στείλει το μήνυμα προς όλους όσοι ετοιμάζονταν να κατέβουν στους δρόμους για να διαδηλώσουν ενάντια στους φασίστες, δηλώνοντας αποφασισμένος να δράσει αναλόγως για «να μην μετατραπεί η ελληνική δημοκρατία σε δημοκρατία της Βαϊμάρης». Μια αποστροφή με διττή σημασία: «δημοκρατία της Βαϊμάρης» ως προθάλαμος του φασισμού, αλλά επίσης, και ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στα… «δύο άκρα». Για αυτό τον λόγο, κινητοποίησε περί τους 4000 αστυνομικούς, όχι φυσικά ενάντια στους άφαντους φασίστες, αλλά σε όσους τους εναντιώνονται έμπρακτα.

Ξεδιπλώθηκε ένα πρωτοφανές σχέδιο κατατεμαχισμού της διαδήλωσης, που ισοδυναμούσε με ουσιαστική απαγόρευση συγκρότησής της, αφού τα πολλά μικρά κομμάτια κυνηγήθηκαν επί ώρες μέσα στα στενά της Αμφιάλης, προς διάφορες κατευθύνσεις, για να μην ενωθούν με τα υπόλοιπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πλαγιοκοπήθηκε και χτυπήθηκε βάναυσα το μπλοκ του ΕΕΚ από άνδρες της ΔΕΛΤΑ, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του σ. Φώντα Παπαδημητρίου με χτυπήματα στο κεφάλι και  στο χέρι. Ήταν τόση η μανία των Δελτάδων που έσπασαν τα κοντάρια του πανό και έσχισαν το πανί! Αντίστοιχες επιθέσεις, ακόμα και με διεμβολισμό ανθρώπων με τις μηχανές (όπως το… «τροχαίο» του οποίου έπεσε θύμα η Αγγ. Κουτσουμπού στις 6/12/2009), σημειώθηκαν σε πολλά σημεία, ενώ ο γενικός απολογισμός των συλληφθέντων ανέρχεται στους 61. Πλειοψηφικά, τους αποδόθηκαν πολύ σοβαρές αλλά ανυπόστατες κατηγορίες. Όπως καταγγέλλουν οι σύντροφοι του αυτοοργανωμένου χώρου ΡΕΣΑΛΤΟ, η αστυνομία συνέλαβε κατά δεκάδες τους διαδηλωτές μέσα από το σωρό, για να τους μεταφέρει στην εκκλησία της Υπαπαντής, κι εκεί να… αποφασίσει τι έχουν κάνει. Χωρίζοντας τους τυχαία ανά πέντε ή έξι, τους ενέταξε σε διαφορετικά γκρουπ «αδικημάτων» για τα οποία τελικά θα κατηγορούνταν…

Είναι προφανές ότι αυτού του μεγέθους η καταστολή και το λυσσασμένο χτύπημα μιας μεγαλειώδους διαδήλωσης, δεν είναι απλά η πρωτοβουλία κάποιων φασιζόντων αστυνομικών αλλά κεντρική πολιτική επιλογή και σχέδιο μιας κυβέρνησης ενός κράτους σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Οι άνομες σχέσεις που εμφανίζονται στα επεισόδια της Μπαλτακειάδας που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, έχουν την πρακτική καθημερινή τους εφαρμογή, στην ανοιχτή συνεργασία ΕΛΑΣ-Χ.Α. στο δρόμο και στην καταστολή. Εξάλλου, η ΕΛΑΣ, όπως και πέρσι τέτοια ημέρα, δεν κόπιασε για να κρύψει τις κοινές επιχειρήσεις καταστολής αντιφασιστών μετά το τέλος της πορείας, μαζί με φουσκωτούς Χρυσαυγίτες, με αναφορές για γεμάτα με φασίστες αμάξια και μηχανές, που πήγαιναν πλάι πλάι με τις διμοιρίες της ΔΕΛΤΑ, πλήρως ενταγμένων στο επιχειρησιακό σχέδιο, ακολουθώντας τους ακόμα και στην παραβίαση των κόκκινων σηματοδοτών…

Μια συναυλία κι ο πασιφισμός ως συνταγή της ήττας

Γίνεται ξεκάθαρο, πως ο σφιχτός εναγκαλισμός κράτους - φασιστικού παρακράτους, αλλά και η σταθερή αντιδημοκρατική διολίσθηση μιας απονομιμοποιημένης και μειοψηφικής κυβέρνησης, είναι σημάδια ενός εν εξελίξει κοινωνικού πολέμου. Και στους πολέμους, όσοι πάνε με λουλούδια, επιστρέφουν σε φέρετρα.

Αν και είναι σεβαστές οι απόψεις των «φίλων του Παύλου Φύσσα» γύρω από τον αντιφασισμό, γεγονός είναι πως επιχειρούν όχι απλά να αποπολιτικοποιήσουν την υπόθεση της δολοφονίας, αλλά, άθελα τους, να αποκοιμίσουν τον λαό για τους κινδύνους που διατρέχει και πώς θα τους αντιμετωπίσει. Ακόμα περισσότερο γίνεται προβληματικό, όταν αυτές οι απόψεις επιβάλλονται ετσιθελικά στους δεκάδες χιλιάδες των αγωνιστών που εδώ κι ένα χρόνο τιμούν τον Παύλο Φύσσα, παλεύοντας έμπρακτα ενάντια στους δολοφόνους του και στα αφεντικά τους.

Πώς αλλιώς μπορεί να εκληφθεί η απαίτηση από μικροφώνου, μία μόλις ημέρα μετά από την «πολεμική σύρραξη» της 18/9, όταν ακόμα η αναπνοή δεν είχε ηρεμήσει από τα χημικά, και τα κεφάλια ακόμα αιμορραγούσαν, να μην φωνάζονται «βίαια» συνθήματα κατά τη διάρκεια της αντιφασιστικής συναυλίας στο Σύνταγμα; Η απαίτηση το σύνθημα «τσακίστε τους ναζί» να αντικατασταθεί με το «μορφώστε» ή «ξυπνήστε τους ναζί»;! Eνώ επί ώρες αντιμετωπίστηκαν οι παραπάνω απαιτήσεις απλά με χλεύη, προς το τέλος της συναυλίας τα αίματα άναψαν από τις συνεχείς… απαγορεύσεις, με αποτέλεσμα να λήξει κακήν κακώς η διοργάνωση με σπασμένα μηχανήματα.

Όμως, οι ευθύνες δεν είναι ισάξιες για όλους. Δεν είναι το ίδιο να ακούγονται τα παραπάνω από μερικούς απολίτικους ράπερ που βρέθηκαν στα γεγονότα λόγω της προσωπικής / καλλιτεχνικής τους σχέσης με τον Παύλο Φύσσα, και από οργανωμένα κομμάτια του κινήματος, τα οποία διεκδικούν μάλιστα, σταθερά την πρωτοκαθεδρία στους αντιφασιστικούς αγώνες. Γιατί πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η στάση του ΣΕΚ/ΚΕΕΡΦΑ (οργάνωσης του ΑΝΤΑΡΣΥΑ), που φιλοδόξησε να εμφανιστεί δίπλα στο «Δεν ξεχνάμε» ως συνδιοργανωτής των εκδηλώσεων του διημέρου, κι οι οποίοι έδωσαν πλήρη πολιτική κάλυψη στην… αποπολιτικοποίηση της επετείου. Όχι απλά ακολούθησαν παθητικά οτιδήποτε αποφάσισαν οι «φίλοι και συγγενείς του Παύλου Φύσσα» (μπαλόνια, κατεύθυνση πορείας, συνθήματα κ.α.) αλλά φρόντισαν να δικαιώσουν και κατόπιν εορτής τα κακώς κείμενα. Σε ανακοίνωσή της η ΚΕΕΡΦΑ την επομένη της συναυλίας, γράφοντας διθυράμβους για την διοργάνωση, χωρίς κουβέντα ούτε για τη λογοκρισία των συνθημάτων, ούτε για το πώς έληξε η συναυλία, περιορίζεται σε μια μικρή αναφορά: «Αποδοκιμάζουμε την ομάδα που στο τέλος της συναυλίας επιτέθηκαν σε καλλιτέχνες προκαλώντας επεισόδιο με δικαιολογίες ότι είναι πιο “αντιφασίστες” από τους φίλους του Παύλου».

Το πρωτεύον όμως εδώ, δεν είναι αν μια οργάνωση της Αριστεράς αποδοκιμάζει ή επιδοκιμάζει τα μπουκάλια ενάντια στους καλλιτέχνες, αλλά τί στάση κρατά ενάντια στην προσπάθεια μετατροπής του αντιφασιστικού κινήματος σε μια πασιφιστική καρικατούρα «αγάπης και ειρήνης», που μας οδηγεί κατευθείαν στο στόμα του λύκου. Διότι, όσο οι φασίστες εξοπλίζονται, με νέα βίντεο να βγαίνουν διαρκώς από την παραστρατιωτική τους εκπαίδευση, είναι αντιδραστικό να αφαιρείς το δικαίωμα της αντι-βίας από τα θύματα της φασιστικής βίας. Πόσο μάλλον, να το κάνεις αυτό σε εκδήλωση στη μνήμη δολοφονημένου από τους φασίστες! Κι αν μη τι άλλο, τουλάχιστον ασυνεπές, να «αυτολογοκρίνεσαι» σε συνθήματα που κι εσύ χρησιμοποιείς, για να μην απολέσεις τον ρόλο του συνδιοργανωτή του διημέρου….

Δεν μας χωρίζει η μόρφωση από τους φασίστες. Μας χωρίζει μια ταξική άβυσσος, γεμάτη με αίμα κι ιστορία. Μας χωρίζουν οι στόχοι: χειραφέτηση ή εκβαρβάρωση;

Ζούμε σε ένα κόσμο βίας, που μόνο με βία αλλάζει. Όσοι δεν είναι αποφασισμένοι γι’ αυτό, ας κατέβουν από το τρένο όσο είναι καιρός, με την ελπίδα η Ιστορία να τους αφήσει στην ησυχία τους…

Κ. Αποστολόπουλος