ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΡΙΖΑ: Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ… ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ!

Φανταχτερό ευφυολόγημα ή θλιβερή παραχώρηση;

Α) Οι παλαιότεροι θα θυμούνται, με ανάμεικτα, έστω, αισθήματα ιλαρότητας και αποστροφής, τον αλήστου μνήμης Υπουργό Εργασίας της πρώτης μεταπολιτευτικής δεξιάς κυβέρνησης Λάσκαρη που, θεσμοθετώντας τον Ν.330\1976 διακήρυξε ότι «καταργεί την πάλη των τάξεων». Ίσως να εζήλωσεν την δόξα του γείτονά του Εμβέρ Χότζα που έξι (6) χρόνια ενωρίτερα (1970) ‘κατάργησε’ με νόμο την θρησκεία και ανακήρυξε την «Σ.Λ.Δ της Αλβανίας» «πρώτο αθεϊστικό κράτος του κόσμου». Αμφότεροι πίστευαν, προφανώς, πως «ο νομοθέτης έχει πάσαν εξουσίαν, ειμή μόνον να μεταβάλη τον άνδρα εις γυναίκα και τανάπαλιν» και έσπευσαν να το υλοποιήσουν εμπειρικά με τις προαναφερθείσες νομοθετικές πρωτοβουλίες τους.

Το ότι η όποια νομοθετική πρωτοβουλία που προσκρούει στο contra rerum naturam (ενάντια στην φύση των πραγμάτων) έχει αναιμικές ελπίδες επιτυχίας και μακροημέρευσης, το αντιπαρήλθαν με περιφρόνηση αμαθούς. Στο συγκεκριμένο σημείο ο Λάσκαρης (και ο Πρωθυπουργός του Κωνσταντίνος Καραμανλής) προηγήθηκαν (εννοιολογικώς) ως και του παλαιού Πρωσικού Ποινικού Κώδικα που με την παραγρ. 100 είχε τυποποιήσει σε αδίκημα και τιμωρούσε με ποινή φυλάκισης «την προτροπή σε ταξικό μίσος»

Β) Τα προεκτεθέντα τα ανασύραμε, εκόντες άκοντες, από την μνήμη μας όταν πληροφορηθήκαμε πως, εν όψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ, διατυπώθηκε η «άποψη» «… ότι ο ταξικός διαχωρισμός της κοινωνίας δεν είναι ο κυρίαρχος...» (βλ. εφημερίδα «Εργατική Αριστερά» της 18-12-2013 σελ. 14 όπου και αναφέρεται). Οι θιασώτες αυτής της άποψης, κάθε άλλο παρά περιθωριακής στο πλαίσιο της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, προφανώς αντιπαρέρχονται τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους Μαρξ και Ένγκελς διότι την ενασχόληση με το έργο εκείνων των μεγάλων διανοητών είτε την θεωρούν παρωχημένη εμμονή ιδεοληπτικού χαρακτήρα (ενδεχομένως κλινικότροπου), είτε την αξιολογούν ως ανυπόληπτη δραστηριότητα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων οι έννοιες «τάξη» και, πολλώ δε μάλλον, «ταξικός αγώνας», εκλαμβάνονται ως caput mortuum (άχρηστο απομεινάρι) γι’ αυτό κι’ όταν ακόμη ασχολούνται με το μαρξικό έργο καταλήγουν να μετατρέπουν συνταρακτικές ιδέες σε αποδεκτές (από την άρχουσα τάξη) κοινοτοπίες. (Συνέβη και εις την αλλοδαπήν: «Αριστεροί» συγγραφείς αφού απέκτησαν την πνευματική τους περιουσία δανειζόμενοι (ομολογημένα ή ανομολόγητα) απ’ τον απέραντο πλούτο των μαρξικών ιδεών και συλλήψεων, αποφάσισαν να γίνουν επαγγελματίες αντιμαρξιστές!) βλ. Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (VITA ACTIVA) εκδόσεις γνώση, σελ.113-. Και μια και κάτι τέτοιο έγινε εις την Εσπερίαν γιατί να μην επαναληφθεί και από τα ιθαγενή περιτρίμματα της καθ’ Ημάς Ανατολής;

Γ) Η τάξη δεν είναι η μόνη κατηγορία που χρειαζόμαστε για την ανάλυση της κοινωνίας γενικά και της σημερινής νεοελληνικής κοινωνίας ειδικότερα. Αποτελεί, όμως, την θεμελιακή κατηγορία, η οποία πάνω απ’ όλες (σε οποιανδήποτε εποχή) και σε τελική ανάλυση είναι η πιο σημαντική και η πιο χρήσιμη για την κατανόηση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Μας βοηθάει να αποκαλύψουμε τα ελατήρια και τις αιτίες της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνικών μεταβολών. Αν η «τάξη» είναι ένας όρος που μπορεί να χρησιμοποιεί ο καθένας «χωρίς να ντρέπεται», ο «ταξικός αγώνας ή ταξική πάλη» είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Δεν είναι κάτι σπασμωδικό ή ευκαιριακό ή διαλείπον, άλλα ένα μόνιμο γνώρισμα της ανθρώπινης κοινωνίας μετά τα πρωτόγονα στάδιά της. Τον ταξικό αγώνα δεν τον επινόησε ο Μαρξ, αλλά αυτός και ο Ένγκελς ήταν εκείνοι που τον έκαναν ένα κοφτερό αναλυτικό εργαλείο για να διευκολύνουν την ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, ένα ισχυρό όπλο για να το χρησιμοποιούν όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις.

Γι’ αυτό η ταξική θεώρηση της κοινωνίας ενέχει κάτι απειλητικό για την άρχουσα τάξη. Η τάξη είναι ο αληθινός πυρήνας μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Μαρξ κατέληξε στην περί «ταξικής πάλης» απόφανσή του αφού πρώτα διάβασε, στα φοιτητικά του χρόνια, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ένα έργο που παρουσιάζει χτυπητές αναλογίες με την μαρξική ανάλυση της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Το καλοκαίρι του 1843, όπως μας διαβεβαιώνει ο David ΜcLellan «το διάβασμα της ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης ήταν εκείνο που έδειξε στον Μαρξ τον ρόλο του ταξικού αγώνα στην κοινωνική εξέλιξη» (παρατίθεται στον G.E.M  DE STE CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική κατάκτηση, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ σελ. 72-87). Το καταστάλαγμα της μελέτης του ενισχύθηκε σημαντικά και απ’ την εμπειρική παρατήρηση του κινήματος της γαλλικής εργατικής τάξης στις συγκεντρώσεις της οποίας παραβρισκότανε και για τις οποίες μιλούσε επαινετικά (στο ίδιο πιο πάνω). Ο ταξικός αγώνας, λοιπόν, δεν είναι πλάσμα της μαρξικής φαντασίας, δεν είναι ένα αξιοθρήνητο και τυχαίο φαινόμενο που θα εξαφανιζόταν ασφαλώς από μόνο του, αν ο καθένας από εμάς απλώς συμφωνούσε με την ανυπαρξία του. Το να το αρνηθούμε συνιστά εσκεμμένη κακοπιστία! (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 89)

Δ) Ας εγκαταλείψουμε, προς στιγμήν, τον Μαρξ και το έργο του στην περιφρόνηση της αμαθούς ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και ας επικεντρωθούμε σε ψήγματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις και τον ταξικό τους αγώνα: Ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως η πολιτική συμπεριφορά ενός ανθρώπου εξαρτάται κανονικά απ’ την οικονομική του θέση (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 108, 109, 114, 115 και περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές). Υποστήριζε πως η φύση του Νόμου, εξαρτάται από τον τύπο του πολιτεύματος μέσα στο οποίο λειτουργεί (στο ίδιο σελ. 112). Η έννοια της οικονομικής τάξης, ως βασικού παράγοντα στην διαφοροποίηση της (αρχαίας) ελληνικής κοινωνίας και στον καθορισμό των πολιτικών διχασμών, όχι μόνο δεν παρίσταται ως αναχρονιστική τρέλα του Μαρξ και των οπαδών του αλλά ανταποκρίνεται θαυμάσια και στην άποψη που υιοθέτησαν οι ίδιοι οι Έλληνες για τον εαυτό τους. Αναφερθήκαμε ήδη στον Αριστοτέλη, στον μεγάλο ειδήμονα της κοινωνιολογίας και της πολιτικής της (αρχαίας) ελληνικής πόλης που ξεκινούσε πάντα από μιαν ανάλυση των τάξεων και θεωρούσε αυταπόδεικτο ότι οι άνθρωποι δρουν, πολιτικά ή με άλλο τρόπο, πάνω απ’ όλα σύμφωνα με την οικονομική τους θέση. Ο «μαρξιστικός χαρακτήρας» της κοινωνιολογίας του Αριστοτέλη δεν διέλαθε της προσοχής ορισμένων μελετητών του: Ήδη το 1936 ο J.L. Stocks παρατηρούσε, σχετικά με μιαν διατύπωση στο Βιβλίο ΙV των Πολιτικών, ότι «θα μπορούσε να είναι απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο»! (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 115). Οι αριστοτελικές αναλύσεις χαρακτηρίστηκαν –κυρίως στην άλλη όχθη του Ατλαντικού!– ως «επικίνδυνα μαρξιστικές» ο δε D.J. McCargat χρησιμοποίησε την έκφραση «Αριστοτελικο -μαρξιστικές ερμηνείες της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής εξέλιξης» sic! (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 116 με περαιτέρω παραπομπές). Πρέπει να τονισθεί ότι ο «μαρξιστής» Αριστοτέλης εκδήλωνε την πολύπλευρη αντίθεσή του προς την Δημοκρατία, ήταν κατά της αθηναϊκής δημοκρατικής διαδικασίας και όριζε την Δημοκρατία ως «κυριαρχία των απόρων»· την θεωρούσε άδικη εφόσον παραχωρούσε ένα αθέμιτο πλεονέκτημα στην απλή αριθμητική υπεροχή και όχι στην ποιότητα και στην αρετή (που κατείχαν, εννοείται, τα μέλη της αργόσχολης εκμεταλλεύτριας τάξης). Έκρινε την δημοκρατία ως μια πολιτική ακρότητα, ως το άλλο πρόσωπο της τυραννίδας (βλ. Josiah Ober, Μάζες και Ελίτ στη Δημοκρατική Αθήνα. Ρητορική, Ιδεολογία και η Ισχύς του Λαού, εκδόσεις Πολύτροπον, σελ. 57, 76, 300, 449, 168 σημείωση 105). Φυσικώ τω λόγω! Ο Δήμος της Αθήνας θεωρούσε ως κι’ αυτήν την εκλογή ως μη δημοκρατική διαδικασία, προτιμώντας την κλήρωση των αρχόντων (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 449).

Αυτά τα ολίγα για τον Αριστοτέλη που κατά τον Μαρξ ήταν ένας «ένας γίγαντας της σκέψης», «ο  μέγιστος στοχαστής της αρχαιότητας», «το κορύφωμα της αρχαίας φιλοσοφίας» (βλ. STE. CROIX, πιο πάνω σελ. 114).

Ο Πλάτων ήταν αντιδημοκράτης στον ύψιστο βαθμό (στο ίδιο πιο πάνω σελ.106), ήταν ένας από τους παράφορους και πιο επικίνδυνους εχθρούς που είχε ποτέ η ελευθερία (στο ίδιο σελ. 361), καίτοι άσπονδος εχθρός της δημοκρατίας (σελ. 551 στο ίδιο πιο πάνω), γνώριζε καλά τις πραγματικότητες του πολιτικού ταξικού αγώνα των ημερών του: ήξερε θαυμάσια (όπως λέει στην Πολιτεία, ΙV. 422e-3a) ότι υπήρχε σε κάθε ελληνική πόλη μια βασική διαίρεση σε δύο ομάδες, πολέμιες μεταξύ τους: η μία των φτωχών, η άλλη των πλουσίων. Οι δύο πολιτείες που περιγράφει στην Πολιτεία και στους Νόμους είχαν προορισμό και οι δύο, εκτός των άλλων, να υπερνικήσουν την θεμελιακή τούτη διάσταση (στο ίδιο σελ. 151)

Ο Ξενοφών (στον Ιέρωνα) διαπιστώνει με εντιμότητα ότι οι κύριοι δούλων ήσαν πάντοτε ενωμένοι και έτοιμοι να δράσουν «σαν απλήρωτοι σωματοφύλακες ο ένας του άλλου εναντίον των δούλων τους» (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 99 και 197. Με σύγχρονους όρους θα το αποκαλούσαμε «ταξική αλληλεγγύη». Ο ίδιος θεωρεί αυτονόητο πως όταν υπάρχει σε μια πόλη διχασμός σε ταξική βάση, οι πλούσιοι θα στραφούν φυσικώτατα προς την Σπάρτη και ο Δήμος προς την Αθήνα (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 374). Απτά παραδείγματα ενός ταξικού αγώνα για τον έλεγχο του κράτους (εξουσίας) έχουμε: το ολιγαρχικό πραξικόπημα των τετρακοσίων (400) στην Αθήνα το 411 π.Χ και την Ολιγαρχία των Τριάκοντα (30) πάλι στην Αθήνα το 404 π.Χ, την εμφύλια σύρραξη στην Κόρκυρα (Κέρκυρα) το 427 π.Χ., τον σκυταλισμό στο Άργος το 370 π.Χ, την «τυραννία» του Κλέαρχου στην Ηράκλεια την Ποντική (364/352-1) και τον Εύφρονα στην Σικυώνα το 367 π.Χ (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 369, 374, 375).

Η Κορινθιακή Συμπολιτεία, που την ανανέωσε ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου του Β΄, το 335 π.Χ., εγγυόταν το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς, «πάγωσε» τους θεσμούς των πόλεων και απαγόρευσε ρητά τον αναδασμό της γης και την διαγραφή των χρεών (χρεών αποκοπή) (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 378-9). Ξεκάθαρη ταξική ολιγαρχική πολιτική!
Ε) Σε μια ταξική κοινωνία πολλές απ’ τις «αξίες» της άρχουσας τάξης είναι συχνά αποδεκτές και στις χαμηλότερες βαθμίδες της κοινωνικής κλίμακας (στο ίδιο πιο πάνω σελ. 349). Συμβαίνει δηλαδή οι ιδέες μιας κυρίαρχης τάξης (τουλάχιστον αν δεν είναι μια κατακτητική, ξένη φυλή) να είναι πάντοτε αποδεκτές, ως ένα βαθμό, από εκείνους που βρίσκονται στο ψηλότερο επίπεδο των υφιστάμενων την εκμετάλλευση και βλέπουν τον εαυτό τους έτοιμο να ανέβουν στην άρχουσα τάξη (λ.χ η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που νομίζει πως βρίσκεται στο κατώφλι της κυβέρνησης). Έτσι, όπως το διατύπωσε ο Rodney Hilton, οι κυρίαρχες ιδέες των μεσαιωνικών χωρικών, φαίνονται να υπήρξαν οι ιδέες των κυρίαρχων της κοινωνίας τους (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ 170 και 509, αντίστοιχα). Στο αυτό συμπέρασμα κατέληξαν και σύγχρονοι διανοητές που εστίασαν την προσοχή τους στην σύγχρονη εργατική τάξη υποστηρίζοντας πως η καπιταλιστική κοινωνία (με την οικογένεια, την εκκλησία της, τα ΜΜΕ της, τα σχολεία της μέχρι και τα συνδικάτα της) συνωμοτεί για να επιβάλει την υπακοή, την ιεραρχία, την ηθική της και την πειθαρχία της, όχι μόνο στην εργατική τάξη ως σύνολο αλλά ακόμη και στα κινήματα για την χειραφέτησή της (βλ. Το εισαγωγικό δοκίμιο του ΜURRAY BOOKCHIN στο βιβλίο του SAM DOLGOFF, Αναρχικές κολλεκτίβες, Η εργατική αυτοδιεύθυνση στην ισπανική επανάσταση, Διεθνής Βιβλιοθήκη, σελ. 47-48). Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δυστυχώς δεν αποτελεί εξαίρεση. Στην διαδικασία της συστημικής ενσωμάτωσής της, δεν περιορίζεται μόνο στο να εναγκαλίζεται την Ε.Ε, την ΟΝΕ, εσχάτως δε και το ΝΑΤΟ (sic!), αλλά υιοθετεί και τα θεωρητικά εργαλεία της άρχουσας τάξης που κάποτε διακήρυξε ότι την αντιμάχεται. Στο πλαίσιο αυτής της συστημικής ενσωμάτωσής της, οι όροι «τάξη» και «ταξικός αγώνας» είναι ένα όπλο που της «καίει τα χέρια». Γι’ αυτό και σπεύδει να το πετάξει μακρυά της υποκλινόμενη στον «φονξιοναλισμό» [ που προσπαθεί να εξηγήσει τους κοινωνικούς θεσμούς πάνω απ’ όλα με βάση τον ρόλο τους στην διατήρηση και στην ενίσχυση της κοινωνικής δομής, που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με ορισμένα προβλήματα αλλαγής, μειώνει τις ταξικές συγκρούσεις στην κοινωνία, τις κρίνει ως λιγώτερο σημαντικές από τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να θεωρηθούν, με ή χωρίς διαστρεβλώσεις, ότι προάγουν την κοινωνική συνοχή και «ορθολογικότητα»] (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 119), ή στην «πολυσθένεια» (βλ. Θράσου Λεβαδίτη: Η επιστήμη του Κ. Τσουκαλά: Η χρεοκοπία της μπαρόκ κοινωνιολογίας, στο περιοδικό Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τεύχος 13, Φθινόπωρο 1993 σελ. 69-150, όπου ανηλεής, εξαιρετικά εύστοχη, αυστηρά τεκμηριωμένη και –τολμούμε να πούμε- σπαρταριστή κριτική των κοινωνιολογικών απόψεων του Κ. Τσουκαλά). Ὀταν η κοινοβουλευτική Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ απεμπολεί με περιφρόνηση αμαθούς, το κοφτερό εργαλείο του «ταξικού αγώνα» προκειμένου να ενσωματωθεί τάχιστα και επιτυχώς στο ταξικό εκμεταλλευτικό κοινωνικό-πολιτικό σύστημα, μέσα σε μια χειμαζόμενη κοινωνία που απώλεσε την ελπίδα της ανάκαμψής της και κατατρύχεται απ’ την ανάμνηση της καταναλωτικής χαύνωσης, αλληθωρίζει ακόμα προς την πελατειακή ανάθεση και κλείνεται μέσα στα ντουβάρια της παρακμιακής ιδιώτευσης, τότε, το κεντρί της Αριστερής μέλισσας θα μαραθεί και θα αντικατασταθεί από τον, κατά τον Πίνδαρο, «αμεμφή ιόν με λισσάν» (το αβλαβές δηλητήριο των μελισσών, δηλαδή το μέλι) με το οποίο θα σπεύσει  η αστική τάξη να αλείψει στο ψωμί της.

10-ΙΧ- 2014

Πέτρος Πέτκας