«ΑΓΡΙΕΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ»

[Το κείμενο είχε γραφτεί πριν την αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου. Η αθωωτική όμως απόφαση  είχε μεθοδευτεί ήδη  από το κατηγορητήριο…]

Α) Πριν από αρκετά χρόνια, θάτανε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, σ’ ένα Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (Κακουργιοδικείο) ενός νησιωτικού Πρωτοδικείου, συνέβη τ’ ακόλουθο γεγονός: δικάζονταν κάποιος που, επί σειρά ετών, βίαζε την ανήλικη εξ αίματος θυγατέρα του. Οι κατηγορίες που τον βάρυναν ήσαν βιασμός, αποπλάνηση ανήλικης και αιμομειξία, σε  αληθή κατ’ ιδέαν συρροή, κατ’ εξακολούθηση και, φυσικά, σε βαθμό κακουργήματος. (Παρόμοια εγκληματική συμπεριφορά σε μερικά νησιά εμφανίζεται, κατά καιρούς). Τα υπερασπιστικά μέσα του κατηγορουμένου ήσαν πενιχρά, η ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας ήταν πρόδηλη. Τότε, λίγο πριν την απολογία του κατηγορουμένου, ο υπερασπιστής δικηγόρος του τελευταίου προσκόμισε στο δικαστήριο, κρατώντας την αναπεπταμένην, δίκην αναντίλεκτης Υπερκόσμιας Επιταγής, μιαν υπηρεσιακή βεβαίωση του ιερέα της ενορίας του κατηγορουμένου στην οποία βεβαιωνότανε πως ο κατηγορούμενος ήταν καλός ορθόδοξος χριστιανός, εκκλησιαζότανε καθ’ εκάστην Κυριακήν και εκτελούσε προσηκόντως άπαντα τα υπό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβαλλόμενα χριστιανικά του καθήκοντα! Το κλίμα της δίκης άλλαξε ευθύς αμέσως, βελτιώθηκε σημαντικά υπέρ του κατηγορουμένου ενώ, ταυτοχρόνως, η κατάθεση της μαρτυρικής θυγατέρας του άρχισε να καλύπτεται από μιαν αδιόρατη μεν, αλλά πάντως αισθητή, λαμπυρίζουσα αχλύν αμφιβολίας. Και ευλόγως: η αναβάθμιση ενός νικητή συνεπάγεται αναπόφευκτα την υποβάθμιση ενός ηττημένου! Όσοι σπεύσουν να χαρακτηρίσουν το πιο πάνω ιστορικό παράδειγμά μας ως σύμπτωμα παραληρητικής φρενοπάθειας και αυτόδηλης νομικής ανεπάρκειας του συγκεκριμένου υπερασπιστή δικηγόρου, εκφέρουν λόγο επιπόλαιο και αβασάνιστο. Περιοριζόμαστε στο να αναφέρουμε τούτο το εξόχως σημαντικό: στην μεγάλη πλειοψηφία των δικών με κατηγορουμένους αποπλανητές ανηλίκων (παιδόφιλους), παρόμοιας φύσης «υπερασπιστικά», «αποδεικτικά» μέσα είναι συνηθέστατα.

Αυτή η αξιοσημείωτη μονοτονία τέτοιων «υπερασπιστικών ευρημάτων» κάνει να παγώσουν τα χαμόγελα οίκτου στα χείλη των σκεπτικιστών, εκείνων δηλαδή που αδυνατούν να βρουν κάποιο στοιχειώδη νομικό και λογικό σύνδεσμο μεταξύ της εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη-εγκληματία και τέτοιας υφής καταγέλαστων «υπερασπιστικών ευρημάτων».

Αν θελήσουμε να εμβαθύνουμε στην προπεριγραφείσα δικηγορική «υπερασπιστική» συμπεριφορά, αναποδράστως θα διαπιστώσουμε τούτο το σημαντικό: Αντικείμενο της δικαστικής διερεύνησης δεν είναι τελικώς η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος στην ολότητά του, στην βαθύτερη ουσία του. Με απλούστερα λόγια: ο δράστης μιας αξιόποινης πράξης προεχόντως  κρίνεται όχι με βάση «το εάν και τί έπραξε» αλλά με βάση «το ποιός είναι», ή, με βάση «το ποιός εμφανίζεται πως είναι»! Τούτο, όμως, σημαίνει πως με παρόμοιες ευμήχανες και αντιδικονομικές μεθοδεύσεις, αντικαθίσταται η «κατηγορητική δίκη» που εισήγαγε παγκοσμίως η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση και επανερχόμαστε, δολίως και τεχνηέντως, στην καταργηθείσα «μεσαιωνική εξεταστική δίκη» του ancien régime (γαλλικού προεπαναστατικού καθεστώτος) με τα απολύτως αποκρουστέα αποτελέσματά της. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων (εκούσιων, ως επί το πλείστον!), τονίζουμε και τούτο: το λεγόμενον «ο δράστης δεν τιμωρείται μόνον δια το τί έπραξεν, αλλά και δια το τί είναι» σημαίνει αποκλειστικώς πως εάν ο δράστης κηρυχθεί ένοχος δια το τί έπραξεν, ΜΟΝΟΝ τότε θα ληφθεί υπόψη το ποιός είναι προκειμένου να του επιμετρηθεί η επιβληθησόμενη ποινή. ΟΧΙ ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ. Δεν θα κηρυχθεί δηλαδή αθώος ή ένοχος μιας συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης με βάση του «ποιός είναι» ανεξαρτήτως της ουσιαστικής διερεύνησης της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξης!

Β) Τα προαναφερόμενα ελάχιστα ψήγματα γνώσεων ποινικού δικαίου, δεν προπαρατέθησαν εική και ως έτυχεν. Παρακολουθώντας, απ’ τις σελίδες  του αριστερού Τύπου, την δίκη στην Πάτρα των κατηγορουμένων για σκοπούμενες βαριές σωματικές βλάβες κατά αλλοδαπών εργατών γης, μας ήλθαν συνειρμικά στον νου. Οι υπερασπιστές δικηγόροι των κατηγορουμένων δεν εστιάζουν στο «εάν και τί έπραξαν» οι κατηγορούμενοι εντολείς τους, αλλά στο «ποιοί είναι» οι αλλοδαποί μάρτυρες κατηγορίας, τα θύματά τους που δέχτηκαν τους πυροβολισμούς των δραστών στα ανυπεράσπιστα, άοπλα κορμιά τους. Μεταξύ των άλλων, έξοχης αποδεικτικής σπουδαιότητας, ερωτήσεων, τους ρωτούν εάν είναι λαθρομετανάστες, εάν είναι δουλέμποροι, εάν στην πατρίδα τους (Μπαγκλαντές) «τρώνε σκύλους» κ.λ.π. Αυτές οι «ερωτήσεις», πέρα από υπερχειλή χλευαστικό κυνισμό, καταδεικνύουν και τον βαθύτερο στόχο των κατηγορουμένων: Να τονώσουν το αίσθημα του «πολιτισμικού σωβινισμού» των παραγόντων της δίκης, πρωτίστως των πλειοψηφούντων «λαϊκών δικαστών» (ενόρκων), να προκαλέσουν, στα μυαλά και στον ψυχισμό των τελευταίων (και ουχί μόνον!) έναν αρνητικό συνειρμό για την ανθρώπινη ποιότητα των θυμάτων μια και η κυνοφαγία (πραγματική ή εικαζόμενη ελάχιστη σημασία έχει) εμπεριέχει αρνητική συνεκδοχή που δεν αποκλείεται στο να φθάσει μέχρι του σημείου του αισθητικού αποτροπιασμού (Παρεμπιπτόντως: οι διαιτητικές συνήθειες μιας πλειάδας βουλευτών της «Ν.Δ», καθ’ ομολογίαν του εκ Πέλλας ορμωμένου νεοδημοκράτη βουλευτή Τζαμτζή, έστω και συνεπεία υπερτέρας εθνικής ανάγκης επιβληθείσες, είναι καταφανώς χείρονες, από αισθητική και υγιεινή άποψη, εκείνης (της κυνοφαγίας) των άμοιρων Μπαγκλαντεσιανών θυμάτων).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση «λησμονείται» πως τα αλλοδαπά θύματα των κουμπουροφόρων κατηγορουμένων είναι ΑΝΘΡΩΠΟΙ (και εν τη εννοία του Νόμου), δηλαδή μοναδικές, μη εναλλάξιμες, ανεπανάληπτες οντότητες και, ως ανθρώπινες υπάρξεις, αποτελούν ΑΥΤΟΣΚΟΠΟ που δεν αναιρείται από την όποια Alteritas (Ετερότητά) τους. Το σκουρόχρωμο του δέρματός τους, η πολιτισμική συγκρότησή τους ως και αυτές οι διαιτητικές τους συνήθειες (σε κάθε περίπτωση λιγώτερο δύσοσμες απ’ τις αντίστοιχες των βουλευτών της «Ν.Δ»), ΔΕΝ τους αποστερούν από κάθε αξίωση μεταχείρισής τους ως ανθρώπων, ως υπορρήτως υπολαμβάνει ο κάθε βραχύσωμος δικηγόρος που διακρίνεται από λαμπρές επιδόσεις στο Εισπρακτικό Δίκαιο και από παντελή απουσία ηθικών αναστολών.

Οι σουβλιές της πείνας στα στομάχια των Μπαγκλαντεσιανών εργατών γης στα ματωμένα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας, είναι βέβαια υποκειμενικές. Και ο πόνος απ’ τα, συνεπεία των πυροβολισμών, τραύματά τους, επίσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αμφότερα είναι πιο πραγματικά απ’ την ρυπαρή ματαιοδοξία του πρώτου τυχόντος παράγοντα της δίκης.

Γ)  Αν όλα τα προαναφερόμενα ελάμβαναν χώρα σε κάποιο συνοικιακό καφενείο αμβλυνόων Χρυσαυγιτών, θα τα συνεκτιμούσαμε ως ένδειξη υβριστικής αυθάδειας, αντιληπτικής βραδύτητας και πολιτικού νηπιασμού. Το ότι, όμως, πραγματοποιούνται στο ακροατήριο ενός ποινικού δικαστηρίου ενόψει διεξαγομένης δίκης για κακουργηματικές πράξεις, το φαινόμενο λαμβάνει άλλες διαστάσεις και συνδηλώνει άλλα συμφραζόμενα. Βρισκόμαστε στο μέσον μιας αντιδραστικής παλινδρόμησης, ενός επελαύνοντος ανορθολογισμού που μας ωθεί βίαια προς τα πίσω, στο δίκαιο της αυτοκρατορικής Ρώμης όπου η δίκη και η ποινή είχε διαφορετική λειτουργία, υφή και αποστολή ανάλογα με την κοινωνική τάξη του δράστη (και του θύματος). Εάν ο δράστης ήταν δούλος, τότε το κράτος (έννομη τάξη) δεν έκρινε καν σκόπιμο και αναγκαίο να αυτοδεσμευτεί με ειδική πρόβλεψη ποινής. Αρκούνταν στον χαώδους αοριστίας αφορισμό «εν τοις εγκλήμασιν πικρότερον οι δούλοι και οι άτιμοι τιμωρούνται», κατά την ελληνική διατύπωση των Βασιλικών. Εάν ήσαν θύματα, δεν νοούνταν καν ως τέτοια. Ο δούλος, και στην αρχαία Ελλάδα, βρισκότανε εκτός της σφαίρας του δικαίου, υπέκειτο στην εξουσία του κυρίου του. [Η δίκαιη μεταχείριση των δούλων που συμβουλεύει ο Πλάτων στους Νόμους του, ΛΙΓΟ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Δεν συνιστάται από σεβασμό προς τους δούλους αλλά περισσότερο από αυτοσεβασμό του ατόμου].

Το ότι χλευάζονται οι μάρτυρες κατηγορίας-θύματα, το ότι προπηλακίζονται σκαιώς, εκτός αλλά και εντός του ακροατηρίου του δικαστηρίου, το ότι λοιδωρούνται για το χρώμα του δέρματός τους, το θρήσκευμά τους (είναι μουσουλμάνοι), την πολιτισμική τους ταυτότητα, ακόμα και για τις διαιτητικές τους συνήθειες και τα ανεπαρκή ελληνικά τους, σημαίνει πως τον εργάτη γης απ’ το Μπαγκλαντές τον θεωρούν, οι ιδιοκτήτες των φραουλοχώραφων, ως ικανό και επιθυμητό animal laborans (ον που ΜΟΧΘΕΙ σε απόλυτη μοναξιά) αλλά μόλις απαιτήσει τα δεδουλευμένα του, τον αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο εξοβελιστέο που δέχεται, προς τούτο, τους πυροβολισμούς τους. Εάν φθάσουμε στο σημείο να αντικαθίστανται στην πράξη οι σαφείς και δοκιμασμένοι στον χρόνο κανόνες της Ποινικής Δικονομίας απ’ τους κανόνες συμπεριφοράς που εγκαθιδρύονται σ’ ένα ματωμένο φραουλοχώραφο, τότε η δίκη, η οποιαδήποτε δίκη, κινδυνεύει να προσλάβει χαρακτηριστικά παρωδίας επί προφανή ζημία του νομικού μας πολιτισμού (όσου μας απέμεινε) και της ανθρωπιάς μας.

17 – VII – 2014

Πέτρος Πέτκας

Σημείωση: Οι πυροβολισμοί του δράστη εναντίον πλήθους ανθρώπων αδιακρίτως («στον σωρό») οίκοθεν προϋποθέτει την ύπαρξη σ’ αυτόν ανθρωποκτόνας πρόθεσης. Αν ο δράστης αυτός τραυμάτισε ανθρώπους με τους πυροβολισμούς του, κατά την πάγια νομολογία του ακυρωτικού μας (Αρείου Πάγου) θα διωχθεί και θα δικασθεί ΟΧΙ για τις τετελεσμένες σωματικές βλάβες των θυμάτων του, αλλά για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, διότι οι επενεχθείσες σωματικές βλάβες απορροφώνται απ’ την απόπειρα ανθρωποκτονίας – η οποία δεν είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, εν αντιθέσει με τις σωματικές βλάβες. Η νομική συνέπεια είναι σπουδαία: στην απόπειρα ανθρωποκτονίας ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 20 χρόνια, ενώ στην σκοπούμενη βαρειά σωματική βλάβη, μέχρι 10 χρόνια. Η παραπομπή των κατηγορουμένων με την συγκεκριμένη κατηγορία, μάλλον ήταν άστοχη. Τουλάχιστον!