ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΜΕ ΤΑ ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΑ


Πατριδοκαπηλεία και εθνικισμός με το… αζημίωτο!

Ήταν το εξοπλιστικό πρόγραμμα του αιώνα. Πανηγυρίστηκε δεόντως από τον αστικό πολιτικό κόσμο, περίπου 15 χρόνια πριν.
Σήμερα, μετά τις καταθέσεις Κάντα και Ευσταθίου, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα του ελληνικού καπιταλισμού, με ευρύτερες πολιτικές συνέπειες για το ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα, αλλά και διεθνείς προεκτάσεις.
Όλα τα αστικά ΜΜΕ, ακόμα και αντιπολιτευόμενες αριστερές εφημερίδες, επιχειρούν να «στενέψουν» το σκάνδαλο. Αφορά, για αυτούς, κάποιους στρατιωτικούς, κάποιους πολιτικούς, κάποιες εταιρείες. Άλλωστε όπως συλλήβδην γράφουν και μεταδίδουν, κάθε επάγγελμα, κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής έχει και τους «ασυνείδητους». Η αυτορρύθμιση του συστήματος, είναι τελικά εφικτή, είτε με δεξιές είτε με αριστερές εναλλακτικές προτάσεις.
Στην πραγματικότητα το εξοπλιστικό πρόγραμμα του αιώνα, αποτέλεσε, όπως και κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα, οποιασδήποτε αστικής τάξης σε όλο τον κόσμο, εργαλείο ανακατανομής συμφερόντων εντός του κεφαλαίου, αλλά και άξονα άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον γερμανικό καπιταλισμό. Και όσο και αν το αστικό αντιμνημονιακό μπλοκ, στέκεται ιδιαίτερα πάνω στο σημείο των προνομιακών εμπορικών σχέσεων με τη Γερμανία, από την πλευρά του ελληνικού καπιταλισμού, για να συσκοτίσει τη βαθύτερη φύση των οπλικών παραγγελιών, μια μικρή άσκηση μνήμης θα δώσει αρκετές απαντήσεις, που κονιορτοποιούν την αυστηρά αντιγερμανική αντιπολιτευτική διάθεση. Μαζικές παραγγελίες F-16 όταν ταυτόχρονα υποτίθεται πως έφευγαν οι αμερικανικές βάσεις από την Ελλάδα, αεροπλάνα Ραφάλ όταν χτιζόταν το Ελλάδα-Γαλλία συμμαχία, Τορ Μ1, όταν επιχειρούνταν τα πρώτα ανοίγματα προς τη Ρωσία, τα οποία είχε επιχειρήσει να αναθερμάνει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από το 2005 έως την πτώση της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η στροφή προς τη Γερμανία, και το άνοιγμα ιδιαίτερων οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, αφορούσε την εκδούλευση που πούλησε η κυβέρνηση Σρέντερ στην κυβέρνηση Σημίτη, για την εισδοχή της Ελλάδας στο ευρώ, με τη δημιουργική λογιστική, και την επικράτηση πολιτικών υπολογισμών από τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Με το αζημίωτο φυσικά για το ελληνικό κεφάλαιο που με το ευρώ αναβαθμίζει την επίθεσή του στο εργατικό εισόδημα και τα εργατικά δικαιώματα.
Με την ιδιαίτερη πτυχή φυσικά, και της επίθεσης συνολικά στον εσωτερικό εχθρό, μια που τα εξοπλιστικά προγράμματα της περιόδου 1997-2003, στόχευαν και στην αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, απέναντι στις εργατικές αντιστάσεις, τις διεκδικήσεις, ακόμα και τις πορείες. Για αυτό και το σκάνδαλο των εξοπλιστικών, φέρει ως «δίδυμο αδερφό» του, και το σκάνδαλο της Siemens. Οι κάννες και τα ακουστικά, τα όπλα και οι τηλεπικοινωνίες μαζί για την παρακολούθηση των αγωνιστών του εργατικού κινήματος, για το φίμωμα συνολικά των εργαζομένων.
Άρα, το εξοπλιστικό σκάνδαλο δεν είναι ένα φαινόμενο στο περιθώριο της καπιταλιστικής οικονομίας και πολιτικής. Αποτελεί συστατικό στοιχείο, οργανικά ενταγμένο στον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της αστικής τάξης, είναι όρος ύπαρξης του ίδιου του στρατεύματος στο έδαφος του καπιταλισμού. Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της ιστορικής κρίσης του ίδιου του συστήματος της εκμετάλλευσης, που από κάθε πόρο του αποπνέει δυσωδία που απειλεί να μολύνει όλη την κοινωνία.
Υπάρχει όμως και μια άλλη κρίσιμη πλευρά. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα ανδρώθηκε στο έδαφος των γεγονότων των Ιμίων, της διοχέτευσης από την αστική τάξη προς τους εργαζόμενους και τους καταπιεσμένους, τόνων του δηλητήριου που λέγεται εθνικισμός, πατριδολατρεία, «άμυνα της πατρίδας». Στον καιρό της ειρήνης, της αστικής ειρήνης, μια από τις επικερδέστερες επιχειρήσεις είναι ο ίδιος ο πόλεμος, η προπαρασκευή του, ή με βάση την αστική γλώσσα η αποσόβησή του. Πάνω στο εθνικιστικό μίσος γενικά, στην αντιπαράθεση ή την υποτιθέμενη ανωτερότητα έναντι των γειτονικών λαών ειδικά, του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού ιδιαίτερα, δε χτίζονται μόνο περιουσίες. Διαμορφώνονται πολιτικές στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, χτίζονται τρομονόμοι και αντιδραστικότερα νομικά πλαίσια.
Η υφή του ίδιου του σκανδάλου, αποδεικνύει τα έωλα επιχειρήματα περί ελληνικής ιδιαιτερότητας, ελληνικής λαμογιάς. Στο εξοπλιστικό του αιώνα φαίνεται πως εμπλέκονται έλληνες πολιτικοί, ανώτατοι στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι που όλο το προηγούμενο διάστημα έφτιαχναν περιοδικά ενισχύοντας αυτά ή κάποια άλλα όπλα, off shore εταιρείες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα από την Ελβετία μέχρι τη Σιγκαπούρη. Όλοι οι βασικοί αρμοί του ίδιου του καπιταλισμού είναι παρόντες, εδώ και στο εξωτερικό. Μέσα σε αυτόν τον τρελό χορό εθνικισμού, πλουτισμού, πατριδολατρίας, το παρόν έδιναν, φυσικά, και οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής, που επικροτούσαν τις πλέον φιλοπόλεμες εκδηλώσεις του πολιτικού συστήματος.
Είναι προφανές λοιπόν, πως οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές εξυγίανσης των ενόπλων δυνάμεων, που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, και έσπευσε να ενσωματώσει η κυβέρνηση δεν είναι λύση. Για την ακρίβεια είναι αποπροσανατολιστική πολιτική επιλογή για το σύνολο των εργαζομένων.
Ο διεθνισμός, το κάλεσμα στους στρατευμένους να βρίσκονται κοντά στους εργαζόμενους, η πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης, ο κοινός διεθνιστικός βηματισμός με τους αγώνες των βαλκανικών λαών, ιδιαίτερα με τους τούρκους αγωνιστές, είναι στοιχειώδεις πλευρές μιας αντιπολεμικής επαναστατικής πάλης για την εργατική εξουσία σε όλη την περιοχή. Για να σταματήσει η «διπλωματία» των εξοπλισμών μεταξύ των αστικών τάξεων, που προετοιμάζει σε κάθε περίπτωση την όξυνση της επίθεσης στους εργαζόμενους, είτε με πολέμους, είτε χωρίς αυτούς.
Νίκος Πελεκούδας