Πού πάει η Ευρώπη; Κρίση, ταξική πάλη και η άνοδος της Άκρας Δεξιάς Mέρος 3ο (τελευταίο)

Σάββας Μιχαήλ
Πού πάει η Ευρώπη;
Κρίση, ταξική πάλη και η άνοδος της Άκρας Δεξιάς

Mέρος 3ο (τελευταίο)

Παρακμή, Κρίση και η Άνοδος της Άκρας Δεξιάς
Καθώς η διεθνής και ευρωπαϊκή φιλελεύθερη καπιταλιστική τάξη αγωνιά, η άκρα δεξιά και ο φασισμός κάνουν την ζοφερή τους επιστροφή, από την χώρα του Τραμπ και την Βραζιλία του Μπολσονάρο, τόσο στον παγκόσμιο Βορρά όσο και στον παγκόσμιο Νότο: από την ρατσιστική ξενοφοβική κυβέρνηση του Σαλβίνι στην Ιταλία, τον «Εθνικό Συναγερμό» της Λεπέν στην Γαλλία, το AfD στη Γερμανία και την εν ενεργεία κυβέρνηση συνασπισμού της δεξιάς με τους απογόνους του ναζισμού στην Αυστρία, στη Δυτική Ευρώπη ως τους Ναζί της «Χρυσής Αυγής» στην Ελλάδα, κι από τον δεσποτισμό του Ερντογάν, στον Ντουτέρτε στις Φιλιππίνες, στην Ουγγαρία του Όρμπαν και τον κοινό τους φίλο Νετανιάχου στο Ισραήλ κι ολόκληρο τον πολυάριθμο χορό των τυράννων και δικτατόρων στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Οι περισσότεροι από τους φιλελεύθερους αναλυτές, κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς, ή ακόμα και ένα μέρος της αριστεράς, βλέπουν την άνοδο της άκρας δεξιάς ως το άμεσο, ευθύγραμμο αποτέλεσμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας, δίνοντας έμφαση ιδιαίτερα σαν αποφασιστικό παράγοντα στην μετανάστευση και την προσφάτως αποκαλούμενη «προσφυγική κρίση».
Ας κάνουμε μερικά σύντομα σχόλια σε σχέση με τους παραπάνω παράγοντες.
Πρώτα, για την κρίση και τον φασισμό. Βεβαίως υπάρχουν εμφανείς ομοιότητες με τη δεκαετία του '30: μια παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, Ύφεση, μαζική ανεργία, κοινωνική απελπισία και εξατομίκευση των εργατών, καταστροφή της μικροαστικής τάξης, εθνικιστική φρενίτιδα και επιστροφή στο ισχυρό Έθνος-Κράτος -αλλά επίσης και στις παραδοσιακές «αξίες» της «πατρίδας, οικογένειας, και θρησκείας»- σαν μια πλασματική γραμμή άμυνας από τις καταστροφές της κρίσης και συνάμα σαν μια επιθετική στρατηγική επιβίωσης της καπιταλιστικής τάξης. Ο φασισμός περιλαμβάνει πάντοτε, όπως ο Τρότσκυ έγραψε, «την δηλητηρίαση της οικονομικής ζωής από τον εθνικισμό», στην ιμπεριαλιστική εποχή όπου κυριαρχεί ο διεθνής χαρακτήρας των μοντέρνων παραγωγικών δυνάμεων και ένας παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας.
Παρά τις ομοιότητες, η τρέχουσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 21ου αιώνα έχει ουσιαστικές διαφορές όσον αφορά τις αιτίες, τη φύση και την εσώτερη δυναμική, με την μετά το κραχ του 1929 κρίση, στην περίοδο ανάμεσα στους δύο καταστροφικούς πολέμους.
• Υπάρχει ένας πολύ πιο προωθημένος βαθμός διεθνοποιημένης ολοκλήρωσης και αλληλεξάρτησης των οικονομικών σχέσεων, κάνοντας ακόμα πιο χιμαιρική και μάταιη την στροφή στον προστατευτισμό και τον οικονομικό εθνικισμό.
• Υπάρχει ένα εξ ολοκλήρου αλλαγμένο ιστορικό πλαίσιο, από εκείνο των χρόνων που ακολούθησαν την μαζική εξαγρίωση των ανθρώπινων σχέσεων κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Προπαντός, υπήρχε η πρόσφατη τότε ρήξη στην ιστορική συνέχεια από την Ρωσική επανάσταση, την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης, και τον γραφειοκρατικό της εκφυλισμό κάτω από τον σταλινισμό.
• Υπάρχει ένα διαφορετικό πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική.
• Υπάρχει ένα διαφορετικό πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στα μητροπολιτικά κέντρα και τις περιφερειακές χώρες.
• Υπάρχει ένας διαφορετικός αστερισμός συγκρουόμενων ταξικών δυνάμεων, με ορισμένα στρώματα να στρέφονται τώρα στην άκρα δεξιά σε σχετικά πιο ανθεκτικές αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ακόμα και στις προνομιούχες, μέχρι πρόσφατα, χώρες της Σκανδιναβίας ή την Ελβετία.
Σε σχέση με τις τελευταίες περιπτώσεις, έρευνες στη Σουηδία, ύστερα από την εκλογική νίκη του ακροδεξιού κόμματος «Σουηδοί Δημοκράτες»-SD, έδειξαν ότι η κύρια αιτία για αυτή τη στροφή στους ρατσιστές, αντι-μεταναστευτικούς φασιστοειδείς δημαγωγούς δεν ήταν ο αριθμός των μεταναστών αυτός καθαυτός αλλά η οικονομική ανασφάλεια όσων ζημιώθηκαν από τα νεοφιλελεύθερα μέτρα που πάρθηκαν από τις παραδοσιακές κεντροδεξιές και κεντροαριστερές αστικοδημοκρατικές κυβερνήσεις. Αν και οι μετανάστες μετατρέπονται στους παραδοσιακούς αποδιοπομπαίους τράγους και κατηγορούνται για την συρρικνωμένη ικανότητα του Κράτους να προστατέψει τους πολίτες του, η «δημοσιονομική ζημιά υπολογίζεται να μην είναι παραπάνω από 1% του ΑΕΠ. Αυτό πρέπει να συγκριθεί με το γεγονός ότι η Σουηδία έχει μειώσει τους φόρους κατά 6,5% του ΑΕΠ από το έτος του 2000»1.
Στη Γερμανία, η ακροδεξιά Εναλλακτική για την Γερμανία που τώρα έγινε το δεύτερο ισχυρότερο κόμμα με 92 βουλευτές, αρχικά ξεκίνησε σαν μια ομάδα ακραία συντηρητικών διανοουμένων, που αντιπάλευε βίαια την Ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και απαιτούσε, σε πρώτο πλάνο, ένα άμεσο Grexit, την βίαιη έξωση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και την Ε.Ε. για την υπεράσπιση των Γερμανών φορολογούμενων. Η μετανάστευση έγινε αργότερα ο κεντρικός στόχος προπαγάνδας. Το κύριο επιχείρημά τους είναι ότι το κόστος της μετανάστευσης είναι ασυμβίβαστο με το Γερμανικό Κράτος Πρόνοιας και θα καταστρέψει το βιοτικό επίπεδο των σκληρά εργαζομένων Γερμανών πολιτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτικά επικρατούσα πλειοψηφία των μελών είναι πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης, μικροαστοί, άνδρες, απασχολούμενοι στα λεγόμενα φιλελεύθερα επαγγέλματα (γιατροί, δικηγόροι, καθηγητές κτλ).2 Είναι διαφορετικοί κοινωνικά από τον λούμπεν υπόκοσμο που κυριαρχεί στους Ναζί της «Χρυσής Αυγής» στην Ελλάδα.
Στο ανατολικό τμήμα της χώρας, την πρώην DDR, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που δεν πρέπει να αγνοηθούν. Η άνοδος της Άκρας Δεξιάς είναι πιο εντυπωσιακή παρόλο που ο αριθμός των μεταναστών είναι πολύ πιο χαμηλός από εκείνον στις πιο ευημερούσες περιοχές του δυτικού τμήματος. Οι λόγοι πρέπει να εντοπιστούν στη μαζική αποβιομηχάνιση, την κοινωνική εξαθλίωση, ακόμα και την κοινωνική καταστροφή σε ορισμένα μέρη της περιοχής που ακολούθησαν την επανένωση της Γερμανίας, καθώς και το ισχυρό αίσθημα του πληθυσμού ότι θεωρούνται δεύτερης κατηγορίας πολίτες από την άρχουσα καπιταλιστική ελίτ και τα κυρίαρχα κοινοβουλευτικά κόμματα.
Ο Τίμοθι Γκάρτον Άς επισημαίνει την πολιτιστική διάσταση του επιθετικά αντι-μεταναστευτικού, ισλαμοφοβικού και αντισημιτικού χαρακτήρα του AfD.
Μία από τις ηγετικές φωνές αυτών των αρνητών της Σοά (Καταστροφή στα Εβραϊκά, η γενοκτονία των Εβραίων από τους Ναζί, Σ.τ.M.), η Άλις Βέιντελ, μια πρώην μάνατζερ της Goldman Sachs και της Allianz, έγινε περιβόητη με το κακόφημο ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε το 2013 και δημοσιοποιήθηκε αργότερα, την παραμονή των προηγούμενων εκλογών: «Ο λόγος που πλημμυριζόμαστε από πολιτιστικά ξένους [Kulturfremden] λαούς όπως οι Άραβες, οι Σίντι, οι Ρομά κ.ά. είναι η προσπάθεια συστηματικής καταστροφής της κοινωνίας των πολιτών ώστε να μην είναι πιθανό αντίβαρο στους εχθρούς του Συντάγματος, τους κυβερνώντες. Αυτά τα γουρούνια δεν είναι τίποτα άλλο παρά μαριονέτες των νικητριών δυνάμεων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου»3.
Ένας άλλος γνωστός ηγέτης του AfD, ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ έγινε διάσημος -ή, μάλλον κακόφημος- από την δήλωσή του ότι το Άουσβιτς ήταν «απλά μια κουτσουλιά στην 1000χρονη ένδοξη ιστορία της Γερμανίας». Ο ίδιος κατήγγειλε το Μουσείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο σαν «ένα μνημείο ντροπής»...
Είναι αλήθεια ότι κύριος στόχος είναι εκείνοι που λέγονται kulturfremden, οι πολιτιστικά ξένοι που απειλούν «να καταστρέψουν την Γερμανική Κουλτούρα», την εθνικο-πολιτιστική ταυτότητα του Γερμανικού Volk (λαός, αλλά λέξη με μια εθνοτική έννοια). Κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι η «Σύγκρουση των Πολιτισμών», η ψευτο-«θεωρία» που πρώτα προτάθηκε από τον Αμερικανό Σάμιουελ Χάντιγκτον για να δώσει νομιμοποίηση στην καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας και των λαών της τη δεκαετία του 1990, διεθνοποιείται τώρα, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με αρκετά αξιοσημείωτο τρόπο, στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Γερμανία, που σημαδεύτηκε σαν η πρωταγωνίστρια δύο παγκοσμίων πολέμων, που περιελάμβαναν και την γενοκτονία Εβραίων, Τσιγγάνων, ομοφυλοφίλων κ.ά. από τους Ναζί...
Το κάλεσμα για μια επιστροφή στις «παραδοσιακές αξίες της Πατρίδας, της Οικογένειας και της Θρησκείας» αποτελεί μια προσπάθεια χρήσης τους σαν πολεμικών χαρακωμάτων άμυνας και επίθεσης ενάντια στον Εχθρό, τον Άλλο, τον Ξένο, τον Μετανάστη, τον «μη-κανονικό» που απειλεί την «κανονική» οικογένεια, ενάντια, ιδιαίτερα, σε ένα δαιμονοποιημένο Ισλάμ που παρουσιάζεται ως ο υπ' αριθμόν 1 εχθρός του "Έθνους" και του "Ευρωπαϊκού Χριστιανικού Πολιτισμού".
Η καθοριστική μεσολάβηση ανάμεσα στις παραδοσιακές αξίες, ο ενοποιητικός δεσμός ανάμεσα στην "οικογένεια" και την "θρησκεία", είναι η "πατρίδα", για την ακρίβεια το Έθνος-Κράτος σαν εμπόδιο στις καταστροφές που εξαπλώνονται από την «παγκοσμιοποίηση». Αλλά καθώς το μοντέρνο Έθνος-Κράτος γίνεται αναχρονιστικό, ανίκανο να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των σημερινών συνθηκών της διεθνοποίησης της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής, αυτή η ηχώ προ-νεωτερικών λόγων και το κάλεσμα "επιστροφής στις παραδοσιακές αξίες" δεν εκφράζουν απλώς μια ρομαντική νοσταλγία. Φορτίζονται με ένα αντιδραστικό, αντεπαναστατικό περιεχόμενο. Γίνονται εργαλείο για μια επίθεση ενάντια σε όλες τις δυνάμεις που μπορούν να απελευθερώσουν τη νεωτερικότητα από τα καθηλωμένα καπιταλιστικά της εμπόδια, μια επίθεση πρώτα απ' όλα ενάντια στο προλεταριάτο και τους εν δυνάμει επαναστατικούς του συμμάχους.
Τον καιρό της ανόδου του Ναζισμού, ο μαρξιστής φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ είχε επισημάνει την σημασία της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις κυρίαρχες σύγχρονες αντιφάσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία με τις μη σύγχρονες αντιφάσεις που κληρονομούνται από το ιστορικό παρελθόν, που οξύνονται κατά τη διάρκεια περιόδων κρίσης και χρησιμοποιούνται από την κυρίαρχη τάξη, ενάντια στην εργατική τάξη και τον κίνδυνο μιας επανάστασης4. Και μόνο η επανάσταση μπορεί να σώσει ό,τι είναι αυθεντικό και χρειάζεται να σωθεί από την παράδοση για να αναπτυχθεί παραπέρα, σαν μια μεσολάβηση προς το μέλλον, κι όχι σαν παλινδρόμηση σε ένα μυθικό, ανύπαρκτο παρελθόν.
Ο Λέων Τρότσκυ, αναλύοντας την ίδια περίοδο τη φύση του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού στην Γερμανία, μίλησε με παρόμοιο πνεύμα για τον φασισμό σαν «τον εμετό όλων των βαρβαροτήτων που δεν χωνεύτηκαν στην παρελθούσα ιστορία5», σαν το τερατογόνο "απόσταγμα του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού πολιτισμού".
Η αμείλικτη παρακμή τόσο των παραδοσιακών αστικών και προ-αστικών αξιών δεν φωτίστηκε, ίσως τόσο άπλετα όσο από τον σπουδαίο, παρ' όλες του τις ασάφειες, λάθη και περιορισμούς, Γερμανό στοχαστή, τον Friedrich Nietzsche, που μίλησε, στην ιδιαίτερη ποιητική του γλώσσα, για την επείγουσα ανάγκη μιας «μετουσίωσης των αξιών».
Είναι αλήθεια ότι ο Νίτσε διαστρεβλώθηκε και το έργο του το σφετερίστηκαν οι Ναζί για να δικαιώσουν το καθεστώς τους της μαζικής καταστροφής, ενάντια στην σοσιαλιστική επανάσταση. Παρόλα αυτά, η επανάσταση πρέπει και μπορεί να κάνει αληθινή αυτήν την Νιτσεϊκή «μετουσίωση των αξιών». Τα πειράματα της πρωτοπορίας και της πολιτιστικής επανάστασης στα πρώτα επαναστατικά χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, μπορούν να ειδωθούν σαν το προανάκρουσμα αυτής της «μετουσίωσης» ως μιας πολυδιάστατης επαναστατικής μεταμόρφωσης της ζωής της ανθρωπότητας και της σχέσης της με την Φύση, σε οικουμενική-κοσμική κλίμακα.

«Λαϊκισμός», εθνικισμός και η Αριστερά

Η χρήση της ψευδο-αντίληψης του «λαϊκισμού» για να εξηγήσει τα τρέχοντα πολιτικά φαινόμενα δεν είναι μόνο ανεπαρκής αλλά μπορεί να οδηγήσει σε ένα επικίνδυνο αντιδραστικό βάλτο. Η κατάχρηση του σαθρού, ασαφούς όρου «λαϊκισμός» από την άρχουσα ιδεολογία, τα επίσημα μαζικά μέσα και τα καθεστωτικά κόμματα έχει ως στόχο να απαξιώσει τα γνήσια λαϊκά παράπονα και να ταυτίσει την άκρα δεξιά με την «άκρα» ή «ριζοσπαστική» ή επαναστατική αριστερά δυσφημίζοντας την δεύτερη. Ο πραγματικός φόβος από την κυρίαρχη τάξη είναι μια εργατική-λαϊκή εξέγερση από τα αριστερά και όχι από τα άκρα δεξιά, η οποία υπερασπίζεται τον καπιταλισμό και στις περισσότερες από τις περιπτώσεις, είναι υπέρ ακόμα χειρότερων νεο-φιλελεύθερων πολιτικών (για παράδειγμα, το AfD).
Το πολιτικό πρόβλημα μέσα στο εργατικό κίνημα και την Αριστερά είναι ότι οι πιέσεις από το κυρίαρχο αστικό καθεστώς και την άκρα δεξιά σπρώχνει ορισμένα τμήματά της να στραφούν σε έναν υβριδικό «αριστερό» εθνικισμό, χρησιμοποιώντας ακόμα και αντι-μεταναστευτικά αιτήματα για «έλεγχο συνόρων», ενάντια «στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργατών», «ρύθμιση της μετανάστευσης» κ.λπ. Περιβόητα παραδείγματα αυτής της πολύ επικίνδυνης και αντιδραστικής τάσης είναι οι πολιτικές προς τους μετανάστες από την «αριστερή» εθνικιστική Ανυπότακτη Γαλλία με επικεφαλής τον «σουβερενικό» Ζακ-Λυκ Μελανσόν ή το νέο αντίθετο στα Ανοιχτά Σύνορα κίνημα Aufstehen που ιδρύθηκε από τους πολύ γνωστούς ηγέτες της αριστερής σοσιαλδημοκρατικής Linke, την Σάρα Βάγκενκνεχτ και τον σύζυγό της Όσκαρ Λαφονταίν.
Αυτό το επικίνδυνο, αντιδραστικό ρεύμα, μιλώντας στο όνομα της «ρεαλιστικής» Αριστεράς και των συμφερόντων των Ευρωπαίων εργατών, τις περισσότερες φορές αντανακλά τις επιθυμίες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και της εργατικής αριστοκρατίας που βλέπουν τα προνόμιά τους να απειλούνται από την κρίση. Παραμένει τυφλό μπροστά στο γεγονός ότι η αστυνόμευση των συνόρων της Ευρώπης-Φρούριο και των εθνικών κρατών (μια βάρβαρη πολιτική που εφαρμόζεται επίσης από τις ΗΠΑ του Τραμπ και την Αυστραλία) χρησιμοποιείται σαν τεχνολογία κοινωνικού ελέγχου όχι μόνο ή κυρίως για τους πολιτικούς και οικονομικούς πρόσφυγες αλλά επίσης για τον τοπικό εργαζόμενο πληθυσμό, όπως και χτίζοντας μαζί με τα «hot-spots» και τα κέντρα συγκέντρωσης ένα ολόκληρο «συνοροτοπίο» (Borderscape) για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Σάντρο Μεζάντρα, εκτεταμένου μέχρι την ενδοχώρα, και που προσπαθεί να επιβάλλει ξανά την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων καθώς αυτή κλονίζεται.
Αυτοί που δίνουν προτεραιότητα στην μετανάστευση, την «ελεύθερη κυκλοφορία των εργατών» και την «προσφυγική κρίση» σαν τις κύριες αιτίες για την άνοδο της άκρας δεξιάς, παραμένουν τυφλοί σε αυτήν την περίπλοκη διαλεκτική.
Ο Ούγγρος Μαρξιστής Αττίλα Μέλεγκ από το Κέντρο Καρλ Πολάνυι στην Βουδαπέστη, αναπτύσσοντας τις γόνιμες θεωρήσεις του Τζόζεφ Μπόροζ, επισημαίνει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής παρακμής: «Με όρους παγκόσμιου οικονομικού και πληθυσμιακού βάρους η Ευρωπαϊκή ήπειρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε παρακμή από τη δεκαετία του 1960, παρακμή η οποία επιταχύνθηκε μετά το 1990 [...]. Σε οικονομικό επίπεδο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας (σε δολάρια ΗΠΑ), ολόκληρη η ήπειρος μαζί με την Κεντρική Ασία παρήκμασε από το 40% στο 31% αν μετρηθεί το σχετικό οικονομικό τους βάρος. Η Ε.Ε. (με τις σημερινές χώρες μέλη) κατέβηκε από το 33% στο 24% παγκοσμίως ανάμεσα στο 1990 και το 2014 [...]. Πιθανώς η προσφυγική κρίση του 2015 και 2016 ήταν απλά ένα ορατό (και βαριά τηλεοπτικοποιημένο) γεγονός, όταν οι αναζητούντες άσυλο μαζικά διέφυγαν λόγω των πολέμων, στρατιωτικών επεμβάσεων (οδηγούμενων από τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ) και οι εμπλεκόμενες δραματικές αστάθειες της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής βρέθηκαν εν μέσω μαζικών αλλαγών στην Ευρώπη. Αυτές οι άτυχες και ποικίλες ομάδες με ένα υψηλά ποικίλο βαθμό κινήτρων βοήθησαν σαν φλεγόμενα σπίρτα σε ένα πεδίο καλυμμένο μαζικά με βενζίνη. Σε αντίθεση με τον πολύ υψηλό αριθμό προσφύγων το 1992 που περιλάμβανε κόσμο από την Γιουγκοσλαβία και την ανατολική Ευρώπη, οι νεοεισερχόμενοι βρήκαν μια εντελώς διαφορετική Ευρώπη το 2015 και το 2016.»6
Ο Μέλεγκ μιλάει για την «άνοδο ενός νέου ιστορικού μπλοκ» μιας συντηρητικής Δεξιάς συνασπισμένης με την Άκρα Δεξιά ή ακόμα με τους ανοιχτά φασίστες, σε μια εθνικιστική, ξενοφοβική, ρατσιστική, αντι-μεταναστευτική ατζέντα, να αντικαταστήσει το «παλιό» φιλελεύθερο αστικό «μπλοκ» των «κεντροδεξιών» και «κεντροαριστερών» κομμάτων στην εξουσία στην Δυτική Ευρώπη στο μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου. Το «νέο μπλοκ» μοιάζει περισσότερο στο «Αυστριακό πρότυπο» του συνασπισμού του VPO με το FPO παρά με την «ανελεύθερη» κυβέρνηση Fidesz στην πατρίδα της, Ουγγαρία. Αυτή η τάση για μια μίξη των Συντηρητικών με τους φασίστες εκδηλώνεται πράγματι, στις γραμμές του CDU και του CSU της Γερμανικής Δεξιάς, στη σύγκλιση στη Γαλλία των πολιτικών που προωθούνται από την δεξιά πτέρυγα των Ρεπουμπλικάνων με επικεφαλής τον Waquiez και τον «Εθνικό Συναγερμό» της Μαρί Λε Πεν, αλλά επίσης στη δεξιά «Νέα Δημοκρατία», το κόμμα της επίσημης αντιπολίτευσης στην Ελλάδα και αλλού.
Η πηγή της αποσύνθεσης της φιλελεύθερης τάξης βρίσκεται στην τρέχουσα παγκόσμια κρίση σε συνθήκες προχωρημένης καπιταλιστικής παρακμής. Το παραδοσιακό αστικό πολιτικό σύστημα, τόσο στα δεξιά όσο και στα κεντροαριστερά δημοκρατικά του τμήματα, δεμένο στις νεο-φιλελεύθερες πολιτικές, την διαρκή «λιτότητα» για την μεγάλη πτωχευμένη πλειοψηφία και την αύξουσα ανισότητα προς όφελος του κυρίαρχου «1 τοις εκατό», χάνει την νομιμοποίησή του και γίνεται απαξιωμένο, ακόμα και μισητό. Παρόλα αυτά, τα καθεστωτικά κυρίαρχα κόμματα συνεχίζουν να απορρίπτουν με περιφρόνηση τα λαϊκά παράπονα, επιμένοντας να τα καταδικάζουν κάτω από το παραπλανητικό όνομα του «λαϊκισμού».
Καθώς η κοινωνική πόλωση εντείνεται, το Κέντρο (συμπεριλαμβανομένου και του «ακραίου κέντρου») διαλύεται και οι κυρίαρχες ελίτ διασπώνται αναζητώντας εναλλακτικές στρατηγικές για να σώσουν την εξουσία τους. Οι εξαθλιωμένες μάζες ψάχνουν απεγνωσμένα για μια εναλλακτική, για μια έξοδο από την κόλαση της διαρκούς κοινωνικής καταστροφής.
Δεν μπορούμε στα αλήθεια να καταλάβουμε την νέα άνοδο της άκρας δεξιάς χωρίς να λάβουμε υπόψη μας την αποτυχία της αριστεράς, την χρεοκοπία του Σταλινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας καθώς και την μαζική απογοήτευση των λαϊκών προσδοκιών από τις ποικιλίες της λεγόμενης «ριζοσπαστικής αριστεράς», όπως τον Σύριζα ή τους Ποδέμος, που γνώρισανν την εμπειρία της θεαματικής ανόδου τους χάρη στο κύμα των μαζικών κινητοποιήσεων υποσχόμενοι μια διέξοδο. Αλλά αυτοί οι «ριζοσπάστες» πάντα επίσης υπόσχονταν στην κυρίαρχη τάξη ότι θα συνεχίσουν να κρατούν ανέπαφο το χρεοκοπημένο καπιταλιστικό σύστημα και την «συνέχεια» ενός αυξανόμενα αυταρχικού Κράτους. Ψάχνανε για έναν ταξικό συμβιβασμό και ταξική ειρήνη με το κεφάλαιο και την Ε.Ε. σε συνθήκες ενός κηρυγμένου παγκόσμιου ταξικού πολέμου. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: συνθηκολόγηση των «αριστερών» ηγεσιών, σύγχυση μέσα στις προδομένες λαϊκές μάζες, παράλυση του εργατικού κινήματος.
Η άκρα δεξιά είναι αναθρεμμένη από αυτού του είδους την πολιτική «στασιμότητας», όταν στις μάζες των εργατών και των νεόπτωχων προσφέρεται μόνο η ψεύτικη επιλογή ανάμεσα στο χειρότερο και το κακό. Το φιλελεύθερο στρατόπεδο και οι συνεργάτες τους στην αριστερά προσπαθούν ψευδώς να παρουσιάσουν ότι η μόνη εναλλακτική στην άκρα δεξιά και τον φασισμό είναι ένα «πλατύ δημοκρατικό μέτωπο στην Ευρώπη από τον Μακρόν στον Τσίπρα»! Σε αυτή τη βάση, προετοιμάζουν την εκστρατεία για την επερχόμενη κοινοβουλευτική αναμέτρηση με τους ακροδεξιούς ψευτο-«λαϊκιστές» στις επόμενες Ευρωπαϊκές Εκλογές τον Μάη του 2019. Είναι μια συνταγή καταστροφής που πρέπει να απορριφθεί ασυμβίβαστα από την εργατική τάξη και όλα τα θύματα της επιβληθείσας από την Ε.Ε. λιτότητας στην Ευρώπη.
Η κοινωνική οικονομική κρίση που βαθαίνει, η έλλειψη μιας οικονομικής στρατηγικής της μπουρζουαζίας για μια διέξοδο και η ακόμα άθραυστη μαχητική ικανότητα της Ευρωπαϊκής εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων λαών (εκδηλωμένη, για παράδειγμα, στις απεργίες στην Γαλλία ενάντια στον νόμο Ελ Κομρί και αργότερα ενάντια στις επιθέσεις από το εύθραυστο Βοναπαρτιστικό καθεστώς Μακρόν, την άλυτη Καταλάνικη κρίση, την πτώση της δεξιάς κυβέρνησης Ραχόι, τις μαζικές αντιφασιστικές διαδηλώσεις στην Γερμανία κ.τ.λ.) παράγουν σχίσματα μέσα στην κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη.
Ένα πολύ συνειδητό ταξικά τμήμα της κινείται προς μια κατεύθυνση χρησιμοποίησης της χρεοκοπίας του παλιού φιλελεύθερου συστήματος καθώς και εκμετάλλευσης των αποτυχημένων εμπειριών της Αριστεράς είτε όταν αυτή σχημάτισε καπιταλιστικές κυβερνήσεις όπως ο Σύριζα στην Ελλάδα, ή τις υποστήριξε, όπως οι Ποδέμος κάνουν σήμερα με την κυβέρνηση Σάντσεζ στην Ισπανία ή το Μπλοκ της Αριστεράς και το Σταλινικό «Κομμουνιστικό» Κόμμα με την κυβέρνηση Κόστα στην Πορτογαλία.
Αυτό το τμήμα της μπουρζουαζίας χρησιμοποιεί την χρεοκοπία της ενσωματωμένης Αριστεράς να παραπλανήσει τα λαϊκά στρώματα και να στρέψει την δυσαρέσκειά τους, με φασιστικά δημαγωγικά μέσα, προς μια αντεπαναστατική κατεύθυνση. Η χολωμένη τους ρητορική προσπαθεί να υπνωτίσει τα εξατομικευμένα απελπισμένα κοινωνικά στρώματα επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τις υποσχέσεις «να τελειώσουν την διαφθορά των κοινοβουλευτικών πολιτικών, να τσακίσουν τους κομμουνιστές ταραχοποιούς που εμποδίζουν την οικονομική αναγέννηση, να εγκαθιδρύσουν ξανά την ασφάλεια από τους εγκληματίες και την κοινωνική τάξη από ένα ισχυρό στρατιωτικοποιημένο κράτος, για την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της οικογένειας, της θρησκείας και του Έθνους».
Ο Χιλλέλ Τίκτιν σωστά δίνει έμφαση σε αυτό το σχίσμα μέσα στα πλουσιότερα τμήματα της κυρίαρχης τάξης, με ένα από αυτά τα τμήματα, όπως οι δισεκατομμυριούχοι που στηρίζουν τον Τραμπ ή τον Μπολσονάρο, να πιέζει για μια επιστροφή σε έναν «αδίστακτο καπιταλισμό με τον πληθυσμό διαιρεμένο σύμφωνα με την φυλή ή το φύλο ή τη εθνότητα, υποταγμένου στις ανάγκες ενός αενάως εμπόλεμου κράτους».7

Νέα Πεδία Μάχης

Το μέλλον της Ευρώπης δεν είναι προκαθορισμένο ούτε έχει κριθεί ακόμα. Μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο αναταραχής. Κρίσιμες αναμετρήσεις στην Ευρώπη είναι μπροστά μας. Θα ξεπεράσουν σε κλίμακα και πολιτικές συνέπειες τις μάχες του πρώτου κύματος της κρίσης στη Νότια Ευρώπη, την Αραβική Άνοιξη ή τα κινήματα «Occupy» στις ΗΠΑ.
Η εργατική τάξη και τα λαϊκά κινήματα, ιδιαίτερα τα πιο μαχητικά τμήματα και η επαναστατική αριστερά χρειάζεται να επεξεργαστούν την κατάλληλη στρατηγική και πρόγραμμα χτίζοντας μαχητικές, επαναστατικές πολιτικές οργανώσεις και μια Διεθνή για να αντιμετωπίσουν νικηφόρα την ιστορική πρόκληση.
Τα μαθήματα από τις στρατηγικές εμπειρίες του πρώτου κύματος των μαζικών κινητοποιήσεων στο πρώτο μέρος της προηγούμενης δεκαετίας, πρέπει να βγουν. Για να συνοψίσουμε μερικά από αυτά:
1. Η πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης ποτέ δεν πρέπει να θυσιάζεται με πολιτικές ταξικής συνεργασίας, στο βωμό της θνήσκουσας αστικής δημοκρατίας.
2. Η άκρα δεξιά και ο φασισμός μπορούν και πρέπει να παλευτούν και ηττηθούν πρωταρχικά με εξωκοινοβουλευτικά μέσα μαζικής κινητοποίησης στους δρόμους και με άμεση δράση, χτίζοντας τα αναγκαία όργανα ενός Ενιαίου Μετώπου προλεταριακής αντιφασιστικής πάλης.
3. Χωρίς την άνευ όρων υπεράσπιση των μεταναστών, των προσφύγων και όλων των διωκόμενων μειονοτήτων, χωρίς πολιτικές ανοιχτών συνόρων και συναδέλφωσης όλων των καταπιεσμένων ομάδων, καμιά απελευθέρωση της εργατικής τάξης δεν είναι δυνατή. Ο επαναστατικός ρόλος της εργατικής τάξης, ριζωμένος στην παραγωγή και τις κοινωνικές σχέσεις της αστικής νεωτερικότητας μπορεί να εκπληρωθεί μόνο αν και όταν δρα ως καθολική τάξη, που δεν μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό της από την καπιταλιστική εκμετάλλευση χωρίς την κατάργηση επίσης όλων των σχέσεων καταπίεσης, υποδούλωσης και ταπείνωσης ανθρώπου από άνθρωπο.
4. Η διέξοδος από την κρίση περνά από την συντριβή του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος, την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών.
5. Γι' αυτό είναι αναγκαία μια επαναστατική πάλη για την εργατική εξουσία υποστηριζόμενη από τις εξαθλιωμένες μάζες, που σημαίνει μια αναμέτρηση και το τσάκισμα του καταπιεστικού κρατικού μηχανισμού. Δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός δρόμος για τον Σοσιαλισμό ή για μια έξοδο από την κρίση.
6. Κανείς συμβιβασμός ούτε με την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε με τον εθνικισμό στην δεξιά, ακροδεξιά ή «αριστερή» ποικιλία του, για έναν διεθνισμό στη δράση, για την σοσιαλιστική ενοποίηση της Ηπείρου.
7. Για τον παγκόσμιο Σοσιαλισμό χρειαζόμαστε, τώρα περισσότερο παρά ποτέ πριν, μια επαναστατική Διεθνή.

10 Οκτωβρίου, 2018