Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΗ ΒΟΛΙΒΙΑ

 Αναδημοσιεύουμε την ανακοίνωση της ομάδας Επαναστατική Ατζέντα των Εργαζομένων της Βολιβίας (Agenda Revolucionaria de los Trabajadores de Bolivia), που κυκλοφόρησε την περασμένη βδομάδα.

Τρεις ανθρακωρύχοι και ένας αναπληρωτής Υπουργός (ο Rodolfo Illanes, αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών), έχασαν τη ζωή τους στην πρόσφατη σύγκρουση μεταξύ των εξορυκτικών συνεταιρισμών και της Κυβέρνησης της Βολιβίας. Το πτώμα του Illanes εγκαταλείφθηκε στο δρόμο, έχοντας υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο μετά την απαγωγή και τον ξυλοδαρμό του από τους κινητοποιημένους, ως αντίποινα για το θάνατο -από πυροβολισμούς- των τριών ανθρακωρύχων κατά τη διάρκεια της αστυνομικής καταστολής που ανέπτυξε η Κυβέρνηση. [ΣτΜ: Οι εργάτες στα ανθρακωρυχεία βρίσκονται εδώ και βδομάδες σε σύγκρουση με την Κυβέρνηση της Βολιβίας προκειμένου να αποκρούσουν το νομοσχέδιο που προσπαθεί η τελευταία να περάσει για τον κλάδο, βλ. παρακάτω.]

Σύμμαχοι της Κυβέρνησης

Ο “συνεταιριστικός” εξορυκτικός τομέας ήταν από την αρχή ένας από τους ισχυρότερους και ακλόνητους συμμάχους του Προέδρου Έβο Μοράλες. Ευθυγραμμισμένοι με τη λεγόμενη “διαδικασία της αλλαγής”, οι σύμμαχοι του Μοράλες κατείχαν σημαντικές θέσεις εντός του κυβερνητικού μηχανισμού (θέσεις στο Υπουργείο Εργασίας, θέση αναπληρωτή Υπουργού Μεταφορών και διευθυντικές θέσεις στη μεγάλη δημόσια εταιρεία μεταλλεύματος COMIBOL) και ως μέλη του κυβερνώντος MAS (Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό), κατείχαν περίπου δώδεκα θέσεις νομοθετών στην Πολυεθνική Συνέλευση. Αυτό εξηγεί γιατί ο τομέας υπήρξε ένας από τους πλέον προνομιακούς στα δέκα χρόνια της εθνικιστικής κυβέρνησης των αυτοχθόνων. Όχι μόνο τους χορηγήθηκαν δάνεια με κρατικά κεφάλαια, αλλά εξαιρέθηκαν από την καταβολή φόρων, επεκτείνοντας τις περιοχές εξόρυξής τους, παρέχοντάς τους άφθονες φλέβες σε βάρος της εθνικοποιημένης εξόρυξης και τους επετράπη η μεταφορά αυτών σε ιδιώτες και πολυεθνικές εταιρείες (κατά τη διάρκεια της σύγκρουσής τους, η Κυβέρνηση έφερε στο φως 41 συμβάσεις παραχώρησης που οι συνεταιρισμοί είχαν συνάψει με ιδιώτες, για την επ' αόριστον εκμετάλλευση των ορυκτών).

Αδύναμη να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, χωρίς καμία πρόθεση να εθνικοποιήσει τα ορυχεία, η Κυβέρνηση Μοράλες επέλεξε να προωθήσει την επέκταση των εξορυκτικών συνεταιρισμών που, μακριά από τις συνεταιριστικές αρχές της αλληλεγγύης και της αφιλοκέρδειας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ιδιωτικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε μια χούφτα εταίρων-μετόχων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται έναν στρατό περισσοτέρων από 180.000 ανθρακωρύχων που δεν έχουν κανένα δικαίωμα στο συνδικαλισμό ή κοινωνικά οφέλη και είναι αναγκασμένοι να δώσουν τη ζωή τους για τους εργοδότες τους, όπως συνέβη αυτήν τη φορά με τους τρεις ανθρακωρύχους που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της αστυνομικής καταστολής.

Σύγκρουση υπό την πίεση της κρίσης του μεταλλεύματος

Οι τροποποιήσεις του Γενικού Νόμου των Εξορυκτικών Συνεταιρισμών, που προβλέπονται από την Πολυεθνική Νομοθετική Συνέλευση, είναι φαινομενικά η αιτία των συγκρούσεων και της κινητοποίησης των συνεταιρισμών, που ανάμεσα στα κυριότερα αιτήματά τους είναι η άρση της απαγόρευσης στους εργαζόμενους τους να “συνδικαλίζονται” –στην πραγματικότητα ο νόμος εφαρμοζόταν μόνο στις υπηρεσίες–, το όφελος των διαφοροποιημένων ποσοστών της ηλεκτρικής ενέργειας, η αναστολή ή μείωση των περιβαλλοντικών κανονισμών για τον τομέα τους και η διατήρηση της δυνατότητας να διαπραγματεύονται άμεσα συμβάσεις με ιδιωτικές και πολυεθνικές εταιρείες.

Το ότι η Κυβέρνηση ενθαρρύνει τέτοιου είδους νομοθετικές αλλαγές που έρχονται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των πιο σημαντικών συμμάχων της, δε σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι κάνει μια αριστερή στροφή στην εξορυκτική της πολιτική, αντίθετα: σε μια χώρα που η οικονομία της παραμένει εξαιρετικά εξορυκτική, η κυβερνητική πολιτική στον τομέα αυτό ήταν μία κατευνασμού των αιτημάτων εθνικοποίησης εξαιτίας της τροφοδοσίας των συνεταιρισμών προκειμένου να αποδυναμώσει το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και να διατηρήσει την ηγεμονία των πολυεθνικών εταιριών (το 72% της εξόρυξης βρίσκεται στα χέρια των πολυεθνικών, το 21% ανήκει στους συνεταιρισμούς και μόνο το 7% εκμεταλλεύεται η εθνικοποιημένη COMIBOL).

Η σύγκρουση μεταξύ των συνεταιρισμών και της Κυβέρνησης έρχεται κάτω από την πίεση της κρίσης, όπου η τιμή των ορυκτών, όπως εκείνη του πετρελαίου, έχει μειωθεί. Είναι στο κάτω κάτω μέρος ενός αγώνα για τα έσοδα των ορυχείων που, τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι συνεταιρισμοί, θα λάμβαναν μέσω των διαπραγματεύσεων εκμεταλλεύσιμων περιοχών με τις πολυεθνικές. Δεν υποστήριξε μάταια Υπουργός της Κυβέρνησης ότι “οι συνεταιρισμοί δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να λαμβάνουν τον τίτλο τους (παραχώρησης για εξόρυξη), να τον παραδίδουν σε μια ιδιωτική επιχείρηση και να λαμβάνουν ένα ποσοστό από τα κέρδη της εκμετάλλευσης ως διαμεσολαβητές μεταξύ Κράτους και επιχείρησης.” Σε ένα σενάριο κρίσης, όπου τα δημόσια έσοδα έχουν μειωθεί, συμβαίνει η Κυβέρνηση να χρειάζεται τα κεφάλαια αυτά που πάνε σήμερα στα χέρια των συνεταιρισμών (το 19%) αφήνοντας στο Κράτος μόνο το 1% (Correo del Sur, 2014). Και δεν είναι ότι η Κυβέρνηση έχει επίσης προτείνει να τροποποιήσει συμβάσεις που έχουν υπογραφεί στο παρελθόν μεταξύ συνεταιρισμών και ιδιωτικών εταιρειών, ωστόσο, υπό την πίεση της κρίσης, οι συνεταιρισμοί προσπαθούν να αυξήσουν τους τομείς εκμετάλλευσής τους, να συνεχίσουν να υπογράφουν συμβάσεις με ιδιώτες χωρίς οποιοδήποτε είδος φορτίου να τους επηρεάζει (αρνούνται να ανταποκριθούν στις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και να συνεχίσουν να εργάζονται στο περιθώριο της εργασιακής νομοθεσίας).

Ψευδής προστασία των φυσικών πόρων και δεξιά στροφή του MAS

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, και υποκριτικά, η Κυβέρνηση παρουσίασε τον εαυτό της ως υπερασπιστή των φυσικών πόρων επικρίνοντας το συνεταιριστικό τομέα ότι μετετράπη σε ιδιωτική επιχείρηση, πράγμα που δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να αναφέρει, αλλά μάλλον να ενισχύσει, στα δέκα χρόνια της διακυβέρνησής της. Η υποτιθέμενη εμπάθεια  της Κυβέρνησης με τον συνδικαλισμό των εργαζομένων εντός των εξορυκτικών συνεταιρισμών, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας εκβιασμός που χρησιμοποίησε για τον περιορισμό των συνεταιριστικών απαιτήσεων.

Η σύγκρουση δεν σηματοδοτεί μια ασυνήθιστη και ξαφνική “αριστερή στροφή” της Κυβέρνησης, είναι μάλλον ένα βήμα προς την κατεύθυνση της πλήρους ολοκλήρωσης της δεξιάς στροφής της. Συμβαίνει ότι κατά την εκθετική αύξηση τους τα τελευταία χρόνια, καθώς και λόγω των χαρακτηριστικών της εξόρυξης, οι εξορυκτικοί “συνεταιρισμοί”, όπως κάθε ιδιωτική επιχείρηση στο καπιταλιστικό πλαίσιο επιδίωξαν να επεκταθούν. Αυτό δεν αποκλείει ότι σε περίοδο κρίσης του μεταλλεύματος, η δύναμη που προσπάθησε με συνέπεια να εισβάλει και να ασκήσει πίεση στην νεοσύστατη εθνικοποιημένη εξόρυξη, να ασκήσει επίσης πίεση στην ιδιωτική εξόρυξη (με την οποία κάνει σήμερα τις επιχειρήσεις της) και στην επεκτατική της προσπάθεια, ακόμα και σε βάρος των πρωτίστως ανενόχλητων ιδιωτικών πολυεθνικών επιχειρήσεων. Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια Κυβέρνηση που στέκεται ως εγγυήτρια του μεγάλου Κεφαλαίου (στα χέρια του οποίου παραμένει το 80% των κερδών της εξόρυξης χωρίς την παραμικρή απώλεια), απομακρυνόμενη σταθερά από την κοινωνική της, συνεταιριστική βάση, τόσο ευρέως προστατευμένη και ενισχυμένη κατά τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό εδραιώνει τη συμμαχία της με το μεγάλο Κεφάλαιο εξαιτίας της σύγκρουσης με τους συμμάχους της. Και, σε ένα σενάριο κρίσης η Κυβέρνηση συντάσσεται με εκείνους που κατέχουν πραγματικά την εξουσία: τις πολυεθνικές.

Ούτε με τα συνεταιριστικά αφεντικά ούτε με την κατασταλτική Κυβέρνηση

Με λίγα λόγια, οι θάνατοι, όχι μόνο επιβεβαιώνουν τον κατασταλτικό χαρακτήρα της Κυβέρνησης του MAS –ανεξάρτητα από το αν είναι σύμμαχοί τους–, αλλά είναι η βίαιη έκφραση των σχισμάτων και συγκρούσεων που αρχίζουν να συμβαίνουν και που χαρακτηρίζονται από την απουσία των οικονομικών στρωμάτων της περιόδου της άνθησης που εξασφάλιζαν την “διακυβερνησιμότητα” του Έβο Μοράλες. Ωστόσο, η πολιτική εξόρυξης παραμένει αναλλοίωτη: τα ορυχεία δεν εθνικοποιούνται, η εθνικοποιημένη εξόρυξη είναι παρασιτική, η “πρωτογενοποίηση” της οικονομίας βάθυνε, όπως και η πολιτική κρατικού δανεισμού και η ηγεμονία των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορούμε να είμαστε ούτε με τους “συνεταιριστικούς” εκμεταλλευτές των εργατών, ούτε με την κατασταλτική Κυβέρνηση και εγγυήτρια των πολυεθνικών εταιριών. Πρέπει να απαιτήσουμε τη δίκη των υπεύθυνων, μέχρι τον επικεφαλής της Κυβέρνησης, για τους θανάτους των τριών μεταλλωρύχων, και πρέπει να απαιτήσουμε την πλήρη εθνικοποίηση των ορυχείων, όχι μόνο των εξορυκτικών συνεταιρισμών, κάτω από εργατικό έλεγχο στην παραγωγή και τη διαχείριση, και να επιτραπεί επειγόντως ο συνδικαλισμός στο σύνολο του “συνεταιριστικού” τομέα.

Raquel Mila Matías
27 Αυγούστου 2016
Μετάφραση ΝΑΛ