ΤΟΥΡΚΙΑ: ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΩΝ

 

 

 

ENGLISH

του Σουνγκούρ Σαβράν


Τη νύχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου, η Τουρκία πέρασε δια μέσου κατακλυσμικών γεγονότων που άφησαν τον κόσμο άφωνο: ένα τεράστιο κομμάτι των ενόπλων δυνάμεων της χώρας προσπάθησε να υφαρπάξει την εξουσία από την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης), ήρθε πολύ κοντά στην πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος, αλλά τελικώς ηττήθηκε. Επίσημες δηλώσεις ιμπεριαλιστικών κρατών χαιρέτησαν τον θρίαμβο της Δημοκρατίας. Τίποτα δε μπορεί να είναι μακρύτερα από την αλήθεια. Επιπροσθέτως, πολλοί σχολιαστές, δέσμιοι ακόμη των επίσημων δηλώσεων της κυβέρνησης του AKP, υποδεικνύουν τους υποστηρικτές του Φετουλλάχ Γκιουλέν, ενός παντοδύναμου Ιμάμη που διαμένει στις ΗΠΑ κοντά δύο δεκαετίες, ως τον ηθικό αυτουργό του πραξικοπήματος. Αυτή είναι μια μυθοπλασία που χρησιμοποιείται από το AKP για διάφορους λόγους, με κυριότερο τον εξοστρακισμό των Γκουλενικών και την απόκρυψη του πραγματικά μεγάλου μεγέθους των ενόπλων δυνάμεων που πήραν τα όπλα. Στα της αριστεράς και της άκρας αριστεράς, πολλοί κατενθουσιάστηκαν στη θέα των πολιτών που σκαρφάλωναν στα τανκς και προκαλούσαν με γυμνά χέρια τούς βαριά οπλισμένους στρατιώτες των δυνάμεων του πραξικοπήματος. Αυτό επίσης είναι μια πολύ διαστρεβλωμένη εικόνα.

Ο σωστός χαρακτηρισμός του πραξικοπήματος δεν είναι μια δημοκρατική κατατρόπωση της δικτατορίας. Δύο δεσποτικές δυνάμεις αντιμετώπισαν η μία την άλλη με την πιο δυναμική στην πολιτική πρακτική να νικά.  Όποιος τολμά να μιλήσει περί θριάμβου της δημοκρατίας στην Τουρκία ψεύδεται και εξαπατά όλο τον κόσμο. Αυτό το συμβάν είναι το αποτέλεσμα ενός μακρόσυρτου εμφυλίου πολέμου μεταξύ των δύο πλευρών, κάτι που εμείς ως DIP (Επαναστατικό Εργατικό Κόμμα) αποκαλούμε αναίμακτο εμφύλιο πόλεμο της μπουρζουαζίας. Αυτός ο πόλεμος τώρα πνίγηκε στο αίμα και ένας 24ωρος εμφύλιος πόλεμος έχει ταρακουνήσει τη χώρα. Ο εμφύλιος πόλεμος της μπουρζουαζίας διανύει το 14ο έτος του και, αναμενόμενα, ορισμένοι εκ των πρωταγωνιστών έχουν αλλάξει πλευρά. Αυτό είναι που περιπλέκει την εικόνα. Αλλά απογυμνωμένο από όλες τις περιπλοκότητες και αναγόμενο στον πυρήνα του, αυτό το πραξικόπημα ήταν μια μάχη μέχρι θανάτου, αφ’ ενός, των δυνάμεων μέσα στην τουρκική άρχουσα τάξη που επιλέγουν να προσδέσουν στρατηγικά την Τουρκία στο δυτικό ιμπεριαλισμό αντιτιθέμενοι στην ανερχόμενη τουρκική αστική τάξη που έχει εναποθέσει τη μοίρα της στον Ερντογάν και προσβλέπει σ’ ένα μέλλον κατά το οποίο η Τουρκία ηγείται του σουνιτικού ισλαμικού κόσμου. Αυτή η μάχη, όπως πολλές από τις προηγούμενες, κατακτήθηκε από τον Ερντογάν και τους υποστηρικτές του. Αυτό σημαίνει ότι πλέον ο δρόμος είναι ανοιχτός προς μια πιο καταπιεστική επιβολή ενός νέου καθεστώτος που θα ενδυνάμωνε τα χέρια του Ερντογάν, δημιουργώντας έναν δεσποτισμό ανυπολόγιστων διαστάσεων, που μπροστά του καθεστώτα όπως η Ρωσία του Πούτιν ή η Ουγγαρία του Ορμπάν θα μπορούσαν να σταθούν ως φωτεινά παραδείγματα δημοκρατίας. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα των επεισοδίων της 15ης Ιουλίου δεν είναι η δημοκρατία που νικά τον δεσποτισμό, αλλά η νίκη του πιο δυναμικού δεσποτισμού ενάντια σε μια πιο ωμή καταπίεση όλων των δημοκρατικών μορφών.

Σε αντίθεση με την άμεση κατάλυση κάθε επίφασης δημοκρατίας που αντιπροσώπευε το πραξικόπημα, η στρατηγική του Ερντογάν είναι μια πιο μακρόσυρτη στρατηγική ενστάλαξης ακραίας αντιδημοκρατικής ουσίας σε φαινομενικά δημοκρατικές δομές. Όπως η φωτιά στο Ράιχσταγκ στην περίπτωση του Χίτλερ, αυτό το συμβάν θα χρησιμοποιηθεί, κατά πάσα πιθανότητα, από τον Ερντογάν και το AKP ως μια δικαιολογία για να πετάξουν κάθε τυπικότητα των δημοκρατικών τύπων. Έχουν ήδη ξεκινήσει να το κάνουν, διώκοντας τουλάχιστον 50.000 δημοσίους υπαλλήλους από τα πόστα τους σε μόλις τρεις ημέρες, με πλήρη περιφρόνηση των νομικών τύπων. Αυτή η κατεύθυνση έχει ήδη ντροπιάσει αυτούς που επευφημούσαν τον θρίαμβο της δημοκρατίας την επομένη του αποτυχημένου πραξικοπήματος.

Σε ό,τι ακολουθεί, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε μόνο τρία ερωτήματα. Πρώτον, ποιες ήταν οι παρατάξεις των δυνάμεων που ήρθαν αντιμέτωπες στο πραξικόπημα, ή αλλιώς, πως εκτυλίχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος της μπουρζουαζίας; Δεύτερον, πώς επηρέασε ο εμφύλιος πόλεμος τις τάσεις στις ένοπλες δυνάμεις και τί ρόλο απέδωσε στις ΗΠΑ σε σχέση με το πραξικόπημα; Τρίτον, ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος των μαζών στην ήττα του πραξικοπήματος; Αν περιοριζόμαστε σ’ αυτά τα ερωτήματα μόνο και επίσης αν τα αντιμετωπίζουμε σχηματικά – αυτό γίνεται επειδή η μεγάλη περιπλοκότητα των δυναμικών της τουρκικής κοινωνίας προσφάτως, κάνει αδύνατο το να απαντήσουμε σε όλες τις ερωτήσεις που αφορούν στο πραξικόπημα. Οπότε δε θα διακινδυνέψουμε να «κάψουμε» τέτοιες ερωτήσεις όπως η σχέση της διαδικασίας αυτής στη συνολική κατάσταση στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα σε αυτό που νωρίτερα αποκαλέσαμε «Συριοποίηση» της Τουρκίας, τη θέση του κουρδικού κινήματος έναντι του πραξικοπήματος, την υπεκφυγή πολλών ηγετικών μελών τής μπουρζουαζίας στη μάχη για τη ζωή και το θάνατο και πολλές άλλες.

Πόλεμος δύο στρατηγικών για το μέλλον της Τουρκίας                                              

Iστορικά μιλώντας, η τουρκική μπουρζουαζία έχει ταχθεί ισχυρά υπέρ της αποκαλούμενης «δυτικής συμμαχίας». Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η χώρα έλαβε τον τίτλο ως το μόνο κράτος μουσουλμανικής πλειονότητας σε οργανισμούς τόσο ευρείς όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και το ΝΑΤΟ και έχει προσπαθήσει απεγνωσμένα για την εισδοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και 50 χρόνια. Αυτό έγινε με λίγο πολύ ταύτιση με την κατεύθυνση της κεμαλικής δημοκρατίας που ιδρύθηκε το 1923, η οποία υιοθέτησε μια σειρά πραγμάτων που σχεδόν δια της βίας απέκοψε την τουρκική κοινωνία από ισλαμικά και ανατολίτικα ήθη, έθιμα και κουλτούρα και προσπάθησε να την κάνει κομμάτι αυτού που ο Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), ο πατέρας του Κεμαλισμού, αποκάλεσε «σύγχρονο πολιτισμό», δηλαδή τον Δυτικό κόσμο. Η ακατάπαυστη άνθιση του ισλαμιστικού κινήματος του ‘70 και μετέπειτα, ήταν άμεσα συνυφασμένη στη συθέμελη αντίδραση των εργατικών μαζών και των φτωχών της χώρας σε αυτή την επιβεβλημένη κίνηση και διαίρεση της μπουρζουαζίας όχι μόνο κοινωνικοοικονομικά αλλά και πολιτισμικά. Έχοντας διαδεχθεί στη θέση της ηγεσίας σε αυτό το κίνημα τον Ερμπακάν στις αρχές του 2000, ο Ερντογάν, ένας καπιταλιστής έμπορος ταπεινής προέλευσης, έμοιαζε στις μάζες σαν «ο άνθρωπός τους». Αυτό, στην πράξη, εξηγεί την υπέρ του δέοντος χαρισματική δημοφιλία του προς το μισό εκλογικό σώμα.

Αυτό, φυσικά, είναι μόνο η μισή ιστορία. Το άλλο κομμάτι είναι η άνοδος μιας μπουρζουαζίας σε συγκεκριμένες περιοχές, που φιλοδοξούσε να αποκτήσει πλούτο και δύναμη όπως οι προηγούμενοι κυρίαρχοι εκδυτικισμένοι συνάδελφοί τους, αλλά, νιώθοντας σαν υποτελείς, παρήγαγαν ένα διαφορετικό είδος πολιτικών κινημάτων που προέβαλλαν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα ισλαμικής ενότητας, όχι μόνο πολιτικά αλλά και οικονομικά. Αυτή η πτέρυγα μεγάλωσε και πέρα από την κατά τόπους πτέρυγα της μπουρζουαζίας σε ένα χρηματιστικό κεφάλαιο ως το 1990, επεδίωκε και την εξουσία. Το AKP είναι η έκφραση αυτής της ταξικής φράξιας. Ωστόσο, καθώς ο Ερντογάν είναι μια απείρως ισχυρή φιγούρα και είναι τόσο επιτυχημένος στις δημοσκοπήσεις, πολλοί από την τέως εκδυτικισμένη πτέρυγα έχουν συνταχθεί με αυτόν. Κι όμως η εμμονή του Ερντογάν να γίνει ο «Ραΐς» (Αρχηγός) των ισλαμικών χωρών της Μέσης Ανατολής και παραπέρα, δεν έχει υποχωρήσει ως συνέπεια, αλλά αντιθέτως έχει ανέλθει σε νέα ύψη.

Συνεπώς, το AKP είναι αδιαμφισβήτητα ένα κομμάτι της προσφάτως ανερχόμενης φράξιας της μπουρζουαζίας που εξάγει τη δύναμή της από την υποστήριξη που παρέχουν οι μάζες, καιρό αποξενωμένες από την εκδυτικισμένη πτέρυγα της ίδιας τάξης. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το AKP είναι εξαιρετικά εχθρικό στις οργανώσεις της εργατικής τάξης και καθοδηγεί τη νεοφιλελεύθερη ταξική επίθεση για χάρη της τουρκικής μπουρζουαζίας συνολικά. Φυσικά, δεν είναι αυτή η πλευρά της πολιτικής του πρακτικής που απεχθάνεται η εκδυτικισμένη πτέρυγα. Είναι η αποφασιστικότητα του Ερντογάν να οδηγήσει τη χώρα στην ισλαμοποίηση, αυτό που σε τελική ανάλυση είναι το διαζύγιό της από την δυτική συμμαχία, κάτι που προκαλεί ρίγος στην εκδυτικισμένη πτέρυγα. Αυτή είναι η λογική πίσω από τον όρο «εμφύλιος πόλεμος της μπουρζουαζίας», που, παρά τα πολλά επεισόδια ακραίας έντασης, παρέμεινε αναίμακτος ως τις 15 Ιουλίου (2016, Σ.τ.Μ.)

Το σκηνικό περιπλέχθηκε περεταίρω το 2013, όταν, από εκεί που ως τότε πρακτικά (όχι όμως κυριολεκτικά) υπήρχε συμμαχία μεταξύ Ερντογάν και Γκιουλέν, έπεσε ο ένας να φάει τον άλλον. Αυτό ήταν ο «εμφύλιος πόλεμος μέσα στον εμφύλιο πόλεμο». Ο Γκιουλέν, υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ, προχώρησε σταδιακά σε συμμαχία με τις δυνάμεις της μπουρζουαζίας που αντετίθεντο στον Ερντογάν και στην ομάδα του AKP όπου ηγεμόνευε. Ανάμεσα σε αυτές τις δυνάμεις ήταν το CHP (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) (τρόπον τινά σοσιαλδημοκρατικό) και το MHP (Εθνικιστικό  Κόμμα) - το φασιστικό κόμμα της Τουρκίας με μισού αιώνα ιστορία πίσω του), αλλά επίσης και μια αυξανόμενη πτέρυγα πρώην ηγετών του AKP, με πιο τρανταχτό όνομα τον Αμπντουλλάχ Γκιουλ, τον πρώην ΠτΔ, πριν αναλάβει ο Ερντογάν, τον Αύγουστο του 2014.

Η εκδυτικισμένη πτέρυγα της μπουρζουαζίας στις καθημερινές της σχέσεις με την κυβέρνηση του AKP και τον Ερντογάν, υποκλίνεται με σεβασμό. Ωστόσο, η έκφραση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της βρίσκεται σε συμμαχία με τις δυνάμεις που μόλις απαριθμήσαμε. Εμείς στο DIP έχουμε αποκαλέσει αυτό το συμμαχικό πρότζεκτ -καμία συμπαγής έκφραση τέτοιας συμμαχίας δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί- «Αμερικανική αντιπολίτευση» για τουλάχιστον δύο λόγους. Πρώτον, η όλη ιδέα ψιθυριζόταν στα αυτιά των πρωταγωνιστών από τον τότε πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία το 2013. Δεύτερον, όλες αυτές οι δυνάμεις έχουν χαρακτηριστεί υπερασπιστές της συμμαχίας Τουρκίας – ΝΑΤΟ/ΗΠΑ, ενόσω ο Ερντογάν αμφιταλαντεύεται μεταξύ, αφ’ ενός, της προστασίας του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ και αφ’ ετέρου, της πλήρους ανοιχτής ρήξης με τις ΗΠΑ ώστε να διακηρύξει δυνατά και καθαρά την ηγεσία του στον μουσουλμανικό κόσμο.

Αυτά είναι τα δύο στρατόπεδα που αντιμετώπισαν το ένα το άλλο τις νύχτες της 15ης και 16ης Ιουλίου. Αυτή η μάχη κερδήθηκε πολιτικά και στρατιωτικά από το στρατόπεδο του Ερντογάν. Το αν θα είναι η τελική μάχη, είναι μια άλλη ιστορία.

Φιλοαμερικάνοι, αλλά (πιθανώς) όχι κατασκευασμένοι στις ΗΠΑ

Η κυβέρνηση του AKP επαναλαμβάνει σε σημείο παραζάλης ότι το πραξικόπημα είναι το κατασκεύασμα των Γκιουλενιστών εντός του TSK(Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις). Ακόμα και μια ματιά στα γεγονότα του ζητήματος, σε αυτό το πρώιμο, στάδιο θα απέκλειε αυτήν τη δογματικά παρατεθειμένη «αλήθεια». Ένας εκπληκτικός αριθμός 102 στρατηγών και ναυάρχων έχει συλληφθεί. Αυτό είναι το 1/3 του συνολικού αριθμού των στρατηγών του TSK που ηγούνται μάχιμων μονάδων. Η επιχείρηση των πραξικοπηματιών, που για λόγους ψυχολογικού πολέμου αναπαρίστατο σαν να συμβαίνει τοπικά μόνο στην Άγκυρα, την τουρκική πρωτεύουσα, και στην Ιστανμπούλ, στην πραγματικότητα εκτεινόταν σε όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας, συνήθως και στις μικρότερες περιοχές και, αυτό που είναι το πιο εκπληκτικό, στο τουρκικό Κουρδιστάν, όπου, κάποιος θα υπέθετε, οι ανησυχίες περί ασφάλειας θα είχαν κατατροπώσει τις αντιτιθέμενες στον Ερντογάν δυνάμεις. Το πραξικόπημα έλαβε την υποστήριξη και από τις τέσσερις ένοπλες δυνάμεις: με ηγέτιδα δύναμη την αεροπορία, με τον τέως αρχηγό της αεροπορίας, έναν πτέραρχο με 4ων αστέρων να θεωρείται ο μέγας εγκέφαλος πίσω από το πραξικόπημα, στενά υποστηριζόμενο από τη χωροφυλακή, με το ναυτικό παρόν, επίσης περιλάμβανε στις τάξεις του έναν στρατηγό 4ων αστέρων, διοικητή μιας εκ των τεσσάρων στρατιών του στρατού ξηράς. Εν συντομία, δεδομένου του ότι δεν ήταν οργανωμένο από όλη την κάθετη αλυσίδα διοικητών, με την ανώτερη ομάδα να παραμένει απ’ έξω, ήταν μια πανίσχυρη ανερχόμενη χούντα.

Τώρα, αν οι Γκιουλενικοί ήταν τόσο ισχυροί εντός του TSK, τότε ο Ταγίπ Ερντογάν αδιαμφισβήτητα δεν θα ήταν στη θέση που είναι τώρα. Θα τον είχαν καθαιρέσει σύντομα στα σίγουρα. Από την άλλη, το TSK από μόνο του θα είχε αποβάλει αυτούς τους στρατηγούς από τις τάξεις του πολύ νωρίτερα. Κατά πάσα πιθανότητα, οι Γκιουλενικοί ήταν μια μικρή μειοψηφία στρατηγών που υποστήριζαν το πραξικόπημα. Γιατί όμως τότε ο Ερντογάν και η κυβέρνηση του AKP επιμένουν σε έναν τέτοιο ισχυρισμό; Αυτό συμβαίνει γιατί υπό το καλοπροαίρετο βλέμμα του Ερντογάν, οι Γκιουλενικοί είχαν, για μια ολόκληρη δεκαετία, εγκαταστήσει τους ανθρώπους τους σε θέσεις δικαστικής εξουσίας, στην αστυνομία, στο εκπαιδευτικό σύστημα και σε μικρότερη κλίμακα, στις ένοπλες δυνάμεις. Γνώριζαν τα μέσα και τα έξω σε σχέση με τις δολοπλοκίες του Ερντογάν και τις πρακτικές διαφθοράς ολόκληρης της κυβέρνησης. Αυτοί είναι που εξέθεσαν τον Ερντογάν, τους υπουργούς και το γιό του το Δεκέμβρη του 2013, όταν ο Ερντογάν έφτασε στο χείλος του γκρεμού. Έχουν όλα τα στοιχεία της ενοχής του. Συνεπώς, πρέπει να συντριβούν. Ένας συμπληρωματικός λόγος είναι να προκαλέσει την οργή των δυνάμεων και του TSK και της κοινωνίας σε ευρεία κλίμακα. Στην τελική, γιατί οι κοσμικοί να υποστηρίξουν το πολιτικο-στρατιωτικό πραξικόπημα μιας θρησκευτικής αδελφότητας, ακόμα κι αν πολεμούν μια κυβέρνηση που συνεχώς κάνει νέες κινήσεις ενάντια στην κοσμικότητα; Συνεπώς, η χούντα προεκτάθηκε σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα των δυνάμεων του TSK απ’ ό,τι των Γκιουλενικών και μόνο.

Το AKP είναι ενδεχομένως δημοφιλές μόνο στην ανώτατη κλίμακα των ενόπλων δυνάμεων. Το TSK είναι στρατός του ΝΑΤΟ εδώ και έξι δεκαετίες και αυτό είναι που το ξεχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες στρατιωτικές δυνάμεις των μουσουλμανικών κρατών, πλάθοντας τη σχεδόν πρώιμη ιδέα ότι η Τουρκία έχει ήδη υποστεί Πακιστανοποίηση πολύ δειλά. (Το αν μπορεί και αν συμβεί στο μέλλον είναι μια πολύ σχετική αλλά κάπως ξεχωριστή ερώτηση). Υπάρχει ένα ρεύμα στο TSK που στέκει σε στενή συμμαχία με τον Ερντογάν. Παράδοξο, δελεάζεται κανείς να πει, καθώς αυτό το ρεύμα, γενικώς αναγνωρισμένο υπό την ονομασία Εργκενεκόν, είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι διώχθηκαν όταν η συμμαχία Ερντογάν-Γκιουλέν διένυε τις καλές μέρες. Τώρα έχουν γυρίσει πλευρά και υποστηρίζουν τους πρωτύτερα εκτελεστές, καθώς αυτό που αποζητούν είναι η ανακατάληψη των θέσεων που νωρίτερα έχασαν από τους Γκιουλενικούς. Ως λογική συνέπεια, ορθώθηκαν ενάντια στο πραξικόπημα. Εκτός από την ανώτατη κλίμακα, τους αυθεντικούς Ερντογανιστές και το Εργκενεκόν, παραμένει μια ολόκληρη γκάμα συνετών στις ένοπλες δυνάμεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φιλονατοϊκοί και φιλοαμερικάνοι ως ο κοινός παρονομαστής που τους ενώνει. Αυτοί οι διοικητές έχουν εκπαιδευτεί από το στρατό του ΝΑΤΟ στο να πιστεύουν ότι η Τουρκία είναι ασφαλής υπό την προστατευτική ομπρέλα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Είναι αυτή η τετραδική διοικητική τυπολογία που, κατά πάσα πιθανότητα, κυριαρχούσε αναμεταξύ των πραξικοπηματιών. Συνεπώς, με κάθε ενδιαφέρον, σε μια χώρα που έχει «σκιστεί» από τη βάση για μιάμιση δεκαετία ανάμεσα στο Ισλάμ και την κοσμικότητα, είναι μια συμμαχία των φιλοαμερικανών κοσμικών και της αβαθούς θρησκευτικής αδελφότητας υπό την προστασία των ΗΠΑ που ηγήθηκε του πραξικοπήματος. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η ήττα του πραξικοπήματος οφείλεται, εν μέρει, στις αντιδιαμετρικές θέσεις αυτής της παρά φύσιν συμμαχίας.

Σε ένα βαθύτερα πολιτικό επίπεδο, η ήττα φαίνεται να είναι το προϊόν των αντιφάσεων αυτού που παραπάνω αποκαλέσαμε ως «Αμερικανική αντιπολίτευση». Από τις δύο ανώτερες πτέρυγες αυτού του σκηνικού δυνάμεων, το CHP (αποκαλούμενο σοσιαλδημοκρατικό) υποδέχθηκε την απόπειρα πραξικοπήματος, τις πρώτες ώρες, με μια εξαιρετικά θολή και διφορούμενη δήλωση, που εκ των υστέρων θα μπορούσε να ερμηνευθεί είτε ως υπέρ, είτε ως κατά του πραξικοπήματος. Από την άλλη πλευρά, ο Αμπντουλλάχ Γκιουλ, ηγέτης της εσωτερικής αντιπολίτευσης του AKP και γνωστός για την προηγούμενη συμπάθειά του στον Γκιουλέν, κράτησε τη σιωπή του μέχρι που η ισορροπία των δυνάμεων άλλαξε κατά του πραξικοπήματος, αλλά εκείνη τη στιγμή βγήκε με μια δήλωση ταγμένη υπέρ της κυβέρνησης. Παράλληλα με την αργοπορημένη παρέμβαση του Γκιουλ, ο κύριος τηλεοπτικός σταθμός του κοσμικού στρατοπέδου, το CNN Türk, μετακινήθηκε από μια αμερόληπτη θέση σε μια θέση ανοιχτής υποστήριξης προς την κυβέρνηση. Συνεπώς, από αυτά τα στοιχεία, μπορεί κανείς να περιμένει κύμα αλλαγών στις τάξεις της «Αμερικανικής αντιπολίτευσης» σε ένα συγκεκριμένο στάδιο, που κάπως συνάδει με την μοιραία επιστροφή αμφότερων των στρατοπέδων στο πεδίο της μάχης. Είναι δύσκολο να καταλήξουμε με σιγουριά στο ότι οι πραξικοπηματίες έχασαν λόγω της εγκατάλειψής τους από την πτέρυγα (ή τις πτέρυγες) της «Αμερικανικής αντιπολίτευσης», αλλά φαίνεται πως υπάρχει μια αλληλοσύνδεση, αν όχι μια τυπική σύνδεση.

Οι σχέσεις των ΗΠΑ με το πραξικόπημα είναι, προφανέστατα, ερώτηση υψίστης σημασίας. Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ είχε υποστηρίξει εγκάρδια το τελευταίο και πετυχημένο πραξικόπημα που διεξήγαγαν οι Τούρκοι στρατηγοί το 1980. Υπήρχαν ακόμη και βάσιμες υποψίες, χωρίς να μπούμε στη λογική ακραίων θεωριών συνωμοσίας, ώστε να σκεφτούμε ότι ήταν σχεδιασμένο και οργανωμένο τουλάχιστον εν γνώσει του επί μακρού χρόνου συμμάχου, αν όχι υπό την αιγίδα του. Για εκείνη την περίοδο, είναι ίσως πολύ νωρίς για να βρούμε στοιχεία με βάση τα οποία οι ΗΠΑ ήταν οι κατορθωτές ή ακόμη και οι υποκινητές του πραξικοπήματος. Υπάρχουν κάποιες εικασίες που αφορούν την περίεργη συμπεριφορά του Τζον Κέρι, που βρισκόταν τότε σε συνομιλίες με τον Λαβρώφ, τον Ρώσο ΥΠΕΞ, με τον πρώτο να διακόπτει συντομότερα την συνάντησή τους μόλις ενημερώθηκε για τα τεκταινόμενα στην Τουρκία. Αυτό όμως είναι εύκολα εξηγήσιμο καθώς ήταν ακριβώς η ώρα εκείνη που οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες (ΜΙΤ) ανίχνευσαν την «άσχημη μυρωδιά» και κινήθηκαν να ενημερώσουν το TSK. Κανείς στο μυαλό του (ή της) δεν μπορούσε να αμφισβητήσει  ότι τέτοιου είδους πληροφορία θα μπορούσε να διαφύγει από τους ωτακουστές των ΗΠΑ. Με την Τουρκία να είναι μοναδικά σημαντική σύμμαχος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, μόνο φυσικό θα μπορούσε να είναι το να ενημερωνόταν ο Κέρι και να διέκοπτε τη συνάντηση πρόωρα.

Γενικότερα, η Τουρκία υπό τον Ερντογάν συνιστά δύσκολη υπόθεση για τους Αμερικανούς νομοθέτες. Από την άλλη, αν και μπορεί να χαίρονταν με το να τον δουν να απομακρύνεται, αντιλαμβάνονται ότι είναι πολύ ισχυρός και πρέπει, κατά τη δική τους ρητορική, «να δουλέψουν μαζί του». Επιπλέον, αυτά τα τελευταία χρόνια η δύναμη που κραδαίνουν οι ΗΠΑ έχει υποστεί διάβρωση, συγκεκριμένα με τις υποθέσεις τους στη Μέση Ανατολή. Συνεπώς είναι απόλυτα λογικό να συμπεράνει κανείς ότι οι ΗΠΑ έκατσαν στη «γωνία» μέχρις ότου γίνει ξεκάθαρο το ποιος θα ήταν ο νικητής. Αλλά το πραξικόπημα από μόνο του ήταν προς πάσα κατεύθυνση φιλονατοϊκό και φιλοαμερικανικό, όπως διαφαίνεται επίσης από τις δηλώσεις που διαβάστηκαν από το κατειλημμένο στούντιο της Τουρκικής Κρατικής Τηλεόρασης (TRT), όταν οι πραξικοπηματίες ήταν στο απόγειο της δύναμής τους.

Δεν μπορούμε ωστόσο να αφήσουμε αυτό το θέμα χωρίς να αναφέρουμε την ξεκάθαρη υποκρισία της κυβέρνησης του AKP σχετικά με το ερώτημα της δικής της σχέσης με τις ΗΠΑ. Ένα από τα μέλη της κυβέρνησης έγραψε ένα άρθρο σε ένα φερέφωνο του AKP, κατηγορώντας τις ΗΠΑ για το πραξικόπημα. Στοιχεία επίσης δείχνουν ότι υπήρχε πολύ ενεργή συμμετοχή στο πραξικόπημα στο κομμάτι των στρατιωτικών στη βάση του Ιντσιρλίκ. Αυτό που προσπαθεί να καταφέρει είναι να κατοχυρώσει την υποστήριξη που έχει ήδη λάβει από το λαό επαναλαμβάνοντας συνεχώς τον αντιαμερικανισμό τους και να αυξήσουν την πίεση στις ΗΠΑ για την έκδοση του Φετουλλάχ Γκιουλέν. Για τους υπόλοιπους, ο Ερντογάν και το AKP είναι επίσης φιλοαμερικάνοι, τουλάχιστον προς το παρόν.


Αντιδραστικές πολιτοφυλακές ενάντια στο λαό

Η τρίτη ερώτηση που ευχόμαστε να απαντήσουμε είναι ο ενθουσιασμός που προκλήθηκε από την εικόνα του λαού να συρρέει πάνω στα τανκς, που στα μάτια των αμύητων στις ίντριγκες της τουρκικής πολιτικής μπορεί να μοιάζει με μια μεγαλειώδη δημοκρατική αντίδραση από πλευράς του λαού. Για να θέσουμε την ερώτηση πιο ωμά, δεν ήταν «ο λαός» σε ευρεία κλίμακα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι υποστηρικτές του AKP, υποστηριζόμενοι σε μεγάλο βαθμό από τις τάξεις του φασιστικού κόμματος, MHP. Άνθρωποι άλλων λογικών, είτε οι σοσιαλδημοκράτες, είτε οι Κούρδοι, είτε οι Αλεβίτες (το μειονοτικό θρησκευτικό δόγμα καταπιεσμένο από τους σουνίτες), είτε οι στρατιωτικοί και οι συμπαθούντες σοσιαλιστικών κομμάτων, ήταν, κατά κανόνα, απόντες. Αυτό δεν συνέβη επειδή αυτοί οι τελευταίοι ήταν λιγότερο ευαίσθητοι προς τη δημοκρατία και την ελευθερία από αυτούς στις τάξεις του AKP και του MHP. Αντιθέτως, έχουν υπάρξει (ακόμη και κάποιοι σοσιαλδημοκράτες) στο παρελθόν στην πρώτη γραμμή των μαχών για κάθε είδους δικαιώματα κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Οι Κούρδοι και οι αριστεροί ήταν η κύρια δύναμη που διώχτηκαν από το πραξικόπημα του 1980. Το ότι δεν ξεσηκώθηκαν ενάντια στο πραξικόπημα βγαίνοντας στους δρόμους, είναι μια μερική αντανάκλαση των ανησυχιών ότι δε θα υπήρχε θέση γι’ αυτούς ανάμεσα στις στρατιωτικές οργανώσεις του AKP και του MHP, των  οποίων η βία μπορεί εύκολα να στραφεί πάνω τους αν και διαμαρτύρονταν για το πραξικόπημα. Αλλά αυτός είναι μόνο εν μέρει ο λόγος. Ο πραγματικός λόγος είναι το ότι οι υποστηρικτές του AKP δεν πάλευαν για τα δημοκρατικά δικαιώματα αλλά για την μελλοντική δεσποτική αυταρχία του Ερντογάν και το όνειρο των ακόλουθών του γι’ αυτό. Για να το θέσουμε πιο ωμά, η αναμέτρηση που κρίθηκε στους δρόμους ανάμεσα στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών και των ακολούθων του AKP δεν ήταν μια αναμέτρηση ανάμεσα στη Δημοκρατία και τη Δικτατορία αλλά μια αναμέτρηση μεταξύ του στρατιωτικού δεσποτισμού και του φονταμενταλιστικού ισλαμικού θρησκευτικού σεχταριστικού δεσποτισμού. Οι σοσιαλδημοκράτες, οι Κούρδοι, οι σοσιαλιστές, εκτός των Αλεβιτών, που στοχοποιούνται από το θρησκευτικό σεχταριστικό δεσποτισμό δεν έχουν θέση ανάμεσα σε αυτά τα πλήθη. Ας μη λησμονείται ο Μπόρις Γιέλτσιν, για παράδειγμα, που πολέμησε ενάντια σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, αλλά μετά απέδειξε προδήλως από τη θέση του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας ότι δεν ήταν δημοκράτης.

Θα πρέπει επίσης να κοιτάξουμε τη σύνθεση του πλήθους του AKP. Μια μειονότητα -πλην όμως αξιοσημείωτη- εξ αυτών οπλοφορούσε. Όλοι οι άντρες έπρεπε να πάνε να «βοηθήσουν τις αστυνομικές δυνάμεις» σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους. Σε πολλά κτήρια που είχαν προηγουμένως καταληφθεί από τις δυνάμεις των πραξικοπηματιών, η αναμέτρηση για την απομάκρυνσή τους κρίθηκε από έναν συνδυασμό των αστυνομικών δυνάμεων και αυτών των πολιτών. Η δράση τους κατά τη γνώμη μας ήταν συγγενική με αυτή παραστρατιωτικών οργανώσεων πολιτικών κομμάτων, όπως και οι ένοπλες πολιτοφυλακές του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Αυτό πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας νέας κατεύθυνσης στην πλευρά του Ερντογάν. Από την εξέγερση στο Γκεζί, ο Ερντογάν έχει χτίσει σταδιακά παραστρατιωτικές δυνάμεις, που ποικίλλουν από τα αποκαλούμενα «Οθωμανικά σώματα» μέχρι αντιδραστικά κουρδικά κινήματα προετοιμασμένα να πολεμήσουν το Κουρδικό Κίνημα για να «μασκαρεύσουν» τις σχέσεις τους με περιβόητες προσωπικότητες του κόσμου του εγκλήματος. Αυτό το πραξικόπημα έσπρωξε αυτά τα παραστρατιωτικά ρεύματα να δοκιμαστούν απροσδόκητα νωρίς. Αυτά τα αποτελέσματα έδειξαν πως χρόνια προετοιμασίας πήγαν στράφι. Οι στρατιώτες του πεζικού στις τάξεις του πραξικοπηματικού στρατού, μη φέροντας απολύτως καμία ευθύνη στο σχεδιασμό του πραξικοπήματος και αβοήθητοι στην αντιμετώπιση των άνωθεν διαταγών, υποβλήθηκαν κατά τόπους σε βασανιστήρια και σε μερικές περιπτώσεις σε λιντσάρισμα μέχρι θανάτου στα χέρια των δολοφόνων του AKP.

Είναι αλήθεια ότι ανάμεσα στο πλήθος των υποστηρικτών του AKP υπήρχε ένα μεγαλύτερο κομμάτι το οποίο δεν είχε τα χαρακτηριστικά παραστρατιωτικής οργάνωσης, πλην όμως ήταν ανενδοίαστα προσηλωμένοι σε ένα πρόγραμμα το οποίο είναι εξ ολοκλήρου αντιδραστικό ιδεολογικά και πολιτικά. Είμαστε της άποψης ότι οι μάζες, έχοντας σχεδόν υποστεί πλύση εγκεφάλου από αντιδραστικά ή φασιστικά κινήματα, δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως «λαός» ή «μάζες» χωρίς περεταίρω διασάφηση. Οι όροι αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο όταν υπάρχει ένα στοιχείο αυθορμητισμού στο κίνημα που εξετάζεται (ασχέτως αν κάποιοι εξ αυτών ενδέχεται να ανήκουν σε διαφορετικές οργανώσεις). Οι μάζες του AKP ήταν αυστηρώς πειθαρχημένοι κομματικοί οπαδοί.

Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί πως το γεγονός ότι ο λαός ξεχύθηκε, οφείλεται, έστω εν μέρει, στο κάλεσμα των ιμάμηδων από τα τζαμιά να βγουν στους δρόμους, στο όνομα της θρησκείας και της πατρίδας, στο επίκεντρο της δράσης. Η ασυνήθιστη εμπειρία ιμάμηδων να καλούν μουσουλμάνους να βγουν να πολεμήσουν πρέπει να επέδρασε, κατά πάσα πιθανότητα, στην αύξηση του αριθμού των συμμετεχόντων. Πάλι, αυτό δείχνει ότι το πλήθος στις πλατείες δεν ήταν γενικά «ο λαός», αλλά οπαδοί ενός πολιτικού κόμματος. Το να μιλήσει κανείς αφηρημένα για «το λαό», αγνοώντας τους πολλούς αποφασιστικούς προσδιορισμούς που διαμορφώνουν κάθε διακριτή ομάδα ανθρώπων, δεν ευσταθεί. Δεν μπορεί να λησμονηθεί το ότι αυτοί ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που πλαισίωναν τον Ερντογάν κατά την άφιξή του στην Ιστανμπούλ στο μέσο του πάρκου Γκεζί να ξεσηκώνονται φωνάζοντας «Πες μας να σκοτώσουμε και θα το κάνουμε. Πες μας να πεθάνουμε και θα το κάνουμε». Αυτοί είναι οι ορκισμένοι εχθροί της ελευθερίας!

Ούτε για ένα λεπτό δεν ξεχνάμε ότι η πλειονότητα του λαού ήταν ενάντια στο πραξικόπημα, ακόμα και αυτοί που έχουν υποφέρει τόσο πολύ από τον Ερντογάν. Με αυτήν τη λογική, αυτό που συνέβη άφησε παρακαταθήκη για το μέλλον. Ποτέ ξανά στην ιστορία της Τουρκίας δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Παραδόξως, θα επιστρατευθεί ως παράδειγμα για πιο ευγενείς σκοπούς για αντίσταση σε δυνάμεις που είναι επίφοβες για τη δημοκρατία.

Το πραξικόπημα είναι νεκρό, ζήτω το πραξικόπημα!

Η αντιδραστική φύση αυτού που διασώθηκε από την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου είναι φανερή από αυτό που επακολούθησε. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, ένα σώμα που συγκεντρώνει μέλη της κυβέρνησης και του στρατιωτικού επιτελείου, τελείωσε μια έκτακτη συνεδρίαση, για να ακολουθήσει το Υπουργικό Συμβούλιο και όλοι μαζί να αποφασίσουν έκτακτα μέτρα. Ανάμεσα στα μέτρα που αναφέρθηκαν είναι η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αν και η τελική απόφαση δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί (έγινε λίγο αργότερα, Σ.τ.Μ.).

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δίνει στην κυβέρνηση και συγκεκριμένα στον πρόεδρο της δημοκρατίας τόσο μεγάλη δύναμη που είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποια μέθοδο ανοιχτής και νόμιμης αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση του AKP στο ορατό μέλλον. Οι προβλέψεις του συντάγματος, μια παρακαταθήκη του στρατιωτικού καθεστώτος του 1980-1983, ενεργοποιούμενες περιορίζουν ή ακόμα και διακόπτουν την απόλαυση βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, με ελάχιστες εξαιρέσεις σχετικά με το δικαίωμα στη ζωής και στο τεκμήριο της αθωότητας. Το μέρος για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως πολλά άλλα μέρη του συντάγματος, διαμορφώθηκε έτσι ώστε να επεκτείνει τη δύναμη του επικεφαλής της χούντας, που είχε επίσης εκλέξει τον εαυτό του πρόεδρο της δημοκρατίας μέσα από δημοψήφισμα κατά τη διάρκεια των εκλογών για το σύνταγμα του 1982. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με τις φιλοδοξίες του Ερντογάν. Θα σημάνει την ικανότητά του να κυβερνά ως Εκτελεστικός Πρόεδρος πριν ακόμα οι συνθήκες επιτρέψουν την αλλαγή του συντάγματος κι έτσι ο κύριος στόχος του Ερντογάν θα έχει εκπληρωθεί.

Έτσι η ήττα του πραξικοπήματος έχει δημιουργήσει συνθήκες κατά τις οποίες το AKP και ο Ερντογάν πετυχαίνουν τελικά να επιβάλουν τη θέλησή τους στους λαούς της Τουρκίας. Το ένα πραξικόπημα μπορεί να είναι νεκρό, το άλλο όμως είναι καλά, ζει και βασιλεύει.