Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ

του Σουνγκούρ Σαβράν

16 Σεπτεμβρίου, 2015

 

Η προσωπική αναζήτηση σωτηρίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν

Η κουρδική πόλη της Τζιζρέ, ένας οικισμός με πληθυσμό περίπου 150 χιλιάδες ψυχές στη νοτιοανατολική Τουρκία, βρίσκεται υπό καθεστώς πολιορκίας από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και τις λεγόμενες «ειδικές δυνάμεις» της αστυνομίας για δεύτερη φορά, αφότου μια προηγούμενη πολιορκία μιας εβδομάδας ήρθη για δύο ημέρες. Η 24ωρη απαγόρευση κυκλοφορίας, συνοδεύτηκε από διακοπές ρεύματος και διακοπή όλων των μέσων επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των κινητών τηλεφώνων και του Διαδικτύου. Τα στοιχεία που προέκυψαν όταν ο πρώτος γύρος της πολιορκίας ήρθη, βεβαιώνουν ένα φοβερό ανθρώπινο δράμα. Πάνω από 30 πολίτες είναι νεκροί, ανάμεσά τους ένα βρέφος 35 ημερών κι ένας 75χρονος άντρας. Πριν αρθεί η πολιορκία, κυβερνητικές πηγές υποστήριζαν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν περισσότερους από μια ντουζίνα μαχητές του PKK, του κουρδικού αντάρτικου στρατού, αρνούμενοι τους θανάτους πολιτών. Το πώς το μωρό και ο γέρος άντρας μπορούσαν να συμβάλλουν στον αγώνα του PKK, παραμένει ένα μυστήριο ανεξερεύνητο από τους εκπροσώπους της κυβέρνησης, αφότου τα γεγονότα ήρθαν στο φως.

Η δοκιμασία της Τζιζρέ είναι απλώς το τελευταίο και πιο δραματικό επεισόδιο σε έναν πόλεμο που εξαπέλυσε το τουρκικό κράτος εναντίον των ίδιων των πολιτών του στις κουρδικές περιοχές της χώρας, από τον περασμένο Ιούλιο. Βασιζόμενη στη δικαιολογία της σφαγής στο Σορούτς στις 20 Ιουλίου, [στην οποία 32 νεαροί Τούρκοι αριστεριστές, που διοργάνωναν μια συνέντευξη τύπου για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους ανθρώπους του Κομπανί, μιας πόλης που είναι κομμάτι της κουρδικής οντότητας της Ροζάβα εντός των συνόρων της Συρίας, δολοφονήθηκαν από μια επίθεση αυτοκτονίας, κατά πάσα πιθανότητα δημιούργημα του ΙΚΙΛ, του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε] η τουρκική κυβέρνηση του AKP, το κόμμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, άρχισε πόλεμο... όχι ενάντια στο ΙΚΙΛ, αλλά ενάντια στο PKK και τον κουρδικό λαό! Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση του AKP έκανε μια παραχώρηση προς τις ΗΠΑ, επιτρέποντάς τους εν τέλει να χρησιμοποιήσουν την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ στην Τουρκία για να επιτεθούν στο ΙΚΙΛ και, λίγο αργότερα, συμφώνησε επίσης να συμμετάσχει η ίδια σ’ αυτές τις αεροπορικές επιδρομές. Αυτή ήταν, ωστόσο, απλώς μια μανούβρα για να εδραιώσει τα νώτα της, ενώ ξεκινάει μια ολομέτωπη επίθεση στο κουρδικό κίνημα, αποφεύγοντας την ένταση με τις ΗΠΑ, ενώ εμπλεκόταν σε μια ολομέτωπη στρατιωτική επιχείρηση.

Ο πόλεμος της Τουρκίας εναντίον του ΡΚΚ, και του κουρδικού λαού

Ο πόλεμος της Τουρκίας δεν είναι μόνο ενάντια στο PKK, αλλά ενάντια στον κουρδικό λαό ως σύνολο. Έχει πάρει τουλάχιστον τρεις διαφορετικές μορφές. Η πρώτη είναι η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των τουρκικών ένοπλων δυνάμεων και του PKK. Αυτό ως τώρα έχει πάρει τη μορφή βομβαρδισμών από τις τουρκικές αεροπορικές δυνάμεις σε στρατόπεδα του PKK στο Βόρειο Ιράκ, στην περιοχή της Κουρδικής Περιφερειακής Κυβέρνησης στην οποία ηγείται ο Μπαρζανί, ένας στενός σύμμαχος της Αμερικής και της Τουρκίας. Το PKK ανταπέδωσε σκοτώνοντας Τούρκους στρατιώτες και αξιωματικούς της αστυνομίας την ίδια μέρα. Ωστόσο, οι δύο πιο θεαματικές περιπτώσεις αυτών των επιδρομών ήρθαν μέσα σε 48 ώρες στις αρχές του Σεπτέμβρη, όταν το PKK ανατίναξε 16 στρατιώτες στα νοτιοανατολικά της χώρας και στη συνέχεια 13 αξιωματικούς της αστυνομίας στα βορειοανατολικά. Η πολύ μεγάλη γεωγραφική απόσταση μεταξύ των σημείων των δύο γεγονότων, όπως επίσης και οι βαριές απώλειες που υπέστησαν οι τουρκικές δυνάμεις, είχαν ως στόχο να δείξουν στη χώρα ότι το ΡΚΚ είναι μια ισχυρότατη δύναμη.

Η δεύτερη μορφή που πήρε ο πόλεμος είναι η προσπάθεια από την πλευρά του κράτους να κατευνάσει τα σημεία ανάφλεξης στις πόλεις και κωμοπόλεις του τουρκικού Κουρδιστάν. Απ’ τις αρχές του 2013, ήταν σε εξέλιξη μια διαδικασία διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του PKK, η αποκαλούμενη «διαδικασία επίλυσης». Ωστόσο, δεν ήταν όλο το κουρδικό κίνημα χαρούμενο μ’ αυτή τη διαδικασία. Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο ιστορικός ηγέτης του PKK, κρατούμενος σε αιχμαλωσία από το 1999, είναι ο αρχιτέκτονας της διαδικασίας. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι ηθοποιοί στη σκηνή. Οι επίσημοι είναι το PKK βασισμένο στο βόρειο Ιράκ και το HDP, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα, ένα είδωλο του κοινοβουλευτικού κουρδικού κινήματος το οποίο έχει τώρα ενώσει τις δυνάμεις του με μια σειρά από τουρκικά σοσιαλιστικά κόμματα και κινήματα. Απ’ αυτούς τους τρεις, ο Οτσαλάν είναι ο πιο ευέλικτός, ενώ το PKK προβάλλει μια πιο αδιάλλακτη εικόνα. Εντούτοις, υπάρχει ένας τέταρτος ηθοποιός στη σκηνή, που ονομάζεται YDG-H, το οποίο συνήθως παρουσιάζεται ως η νεολαία του PKK, αλλά στην πραγματικότητα έχει λειτουργήσει πρόσφατα ως σχεδόν ανεξάρτητη δύναμη. Βρίσκονται στην άκρα αριστερά του κινήματος και παρ’ όλο που ορκίζονται αταλάντευτη πίστη στον Οτσαλάν, είναι καταφανώς κριτικοί απέναντι στη «διαδικασία επίλυσης». Είναι αυτοί που οργάνωσαν ολόκληρες γειτονιές σε πολλές κουρδικές πόλεις και κωμοπόλεις και καθιστούν αυτές τις γειτονιές απροσπέλαστες στις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας, σκάβοντας τάφρους και ορύγματα και υπερασπίζοντάς τες με το όπλο στο χέρι όταν χρειαζόταν. Ο πληθυσμός εν γένει μπορεί να μη συμφωνεί με τις μεθόδους τους, αλλά στέκεται στο πλάι τους ενάντια στις κυβερνητικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια περιόδων ανάφλεξης, όταν τα πράγματα σοβαρεύουν.

Εξ ου και οι επιθέσεις σε μια σειρά από κουρδικές πόλεις ως μέρος του συνεχιζόμενου πολέμου, πόλεις όπως η Σιλώπη, το Βάρτο, η Γιουκσέκοβα, η Σιλβάν, και τώρα, πολύ δραματικότερα, η Τζιζρέ, το σημαντικότερο προπύργιο του YDG-H. (Αυτοί και όλοι οι άλλοι οικισμοί στο τουρκικό Κουρδιστάν είχαν αρχικά κουρδικά ονόματα που αντικαταστάθηκαν με τη βία με τουρκικά την περίοδο της Δημοκρατίας, αλλά το να τα αναφέρουμε αυτά, αν και είναι σημαντικά σε τοπικό επίπεδο, δε θα σημαίνουν πολλά σε ένα αγγλόφωνο ακροατήριο.) Σε αντιδιαστολή με την πρώτη μορφή που έλαβε ο πόλεμος, μια διαμάχη μεταξύ δύο οπλισμένων δυνάμεων, αυτός είναι ένας πόλεμος που διεξάγεται ενάντια στον άμαχο πληθυσμό. Εφόσον σχεδόν η πλειονότητα του πληθυσμού στέκεται δίπλα στη νεολαία, αυτό που φαίνεται να είναι μια επίθεση σε μια δύναμη πολιτοφυλακής, μεταμορφώνεται αναγκαστικά σε πόλεμο πάνω σε όλο το λαό. Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών μόνο μερικές βδομάδες πριν επισκέφθηκε, για λόγους αλληλεγγύης τη Σιλβάν, μια πόλη κοντά στο Ντιγιάρμπακιρ, αμέσως μετά το τέλος μιας παρόμοιας επίθεσης που οργανώθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας και είδε με τα ίδια του τα μάτια το αποτέλεσμα, που ήταν η καταστροφή που προκάλεσαν αυτές οι δυνάμεις σε ολόκληρη την πόλη.

Η τρίτη μορφή είναι η δυνητική απειλή ενός αληθινού εμφυλίου πολέμου με τη συμμετοχή πολιτών κι από τις δυο μεριές. Αυτή η απειλή περιέχεται στη συνεχή υποδαύλιση εθνικιστικών, ακόμη και σοβινιστικών συναισθημάτων, τα οποία υπάρχουν μέσα σε σημαντικά τμήματα του τουρκικού πληθυσμού της χώρας, όχι μόνο από πλευράς δυνάμεων κοντά στον Ερντογάν και στο AKP, αλλά εξίσου από αυτούς που είναι γνωστοί στη Δύση ως οι «Γκρίζοι Λύκοι» του Εθνικιστικού Κόμματος Δράσης, το πιο παραδοσιακό φασιστικό κίνημα στην Τουρκία, το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα της τουρκικής μπουρζουαζίας (η δεύτερη δύναμη είναι το Δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα, το κόμμα της κεμαλιστικής παράδοσης, που τώρα παρουσιάζεται ως σοσιαλδημοκρατικό). Ήταν οι «Γκρίζοι Λύκοι» που κατέβηκαν στους δρόμους τη νύχτα της 8ης Σεπτέμβρη, σε αντίδραση στις δύο θεαματικές επιθέσεις του PKK που αναφέρθηκαν παραπάνω. Περισσότερα από 140 τοπικά γραφεία του HDP δέχτηκαν επίθεση, πολλά πυρπολήθηκαν, απλοί Κούρδοι κυνηγήθηκαν στους δρόμους των πόλεων και κωμοπόλεων στις υπό τουρκική κατοχή δυτικές περιοχές της χώρας, υπεραστικά λεωφορεία λιθοβολήθηκαν και Κούρδοι εποχιακοί εργαζόμενοι δέχθηκαν επιθέσεις, τα σπίτια τους και τα αμάξια τους κάηκαν ολοσχερώς και οι ίδιοι έφυγαν μαζικά μακριά. Τώρα, παρόλο που οι Κούρδοι είναι μειονότητα στις δυτικές πόλεις, είναι μια αρκετά σημαντική μειονότητα σε πολλές απ’ αυτές και, επιπλέον, είναι άκρως πολιτικοποιημένες κοινότητες με σημαντικές πολεμικές ικανότητες. Αν δεν δώσουν αντίστοιχη απάντηση, αυτό θα είναι από αυτοσυγκράτηση. Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον η κατάσταση μπορεί να βγει εκτός ελέγχου και ο πόλεμος μπορεί να εκφυλιστεί σε έναν εθνικό εμφύλιο πόλεμο ο οποίος μπορεί να πάρει ακραία αιματηρές μορφές.

Οι δυναμικές πίσω από τον πόλεμο

Για να σταματήσει αυτός ο πόλεμος, χρειάζεται να προσδιορίσουμε τις δυναμικές που εδράζονται πίσω από την έκρηξή του. Δυστυχώς, το κουρδικό κίνημα, πολύ καιρό κάτω από την επίδραση της φιλελεύθερης διανόησης, συνεχίζει να επαναλαμβάνει ότι αυτό που χρειάζεται είναι μια επιστροφή στο προηγούμενο status quo, δηλαδή στην «διαδικασία επίλυσης» στο σημείο που αφέθηκε. Αυτό αγνοεί το δεδομένο ότι υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες δυνάμεις στο παιχνίδι που οδήγησαν σ’ αυτόν τον πόλεμο και αυτές θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και να νικηθούν, πριν η ειρήνη, ή τουλάχιστον η κατάπαυση πυρός να μπορεί να επανεγκαθιδρυθεί. Αυτές οι δυνάμεις είναι διαφορετικών ειδών, κάποιες απορρέουν από την πολιτική συγκυρία ενώ άλλες είναι πιο δομικές εκ φύσεως.

Ο κυρίαρχος λόγος, που εκμηδενίζει όλους τους άλλους σε σπουδαιότητα, είναι αυτός ο οποίος απορρέει από τα πολιτικά συμφέροντα του Ταγίπ Ερντογάν. Σ’ ένα προηγούμενο άρθρο, («Η στρατηγική ήττα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν») δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα RedMed μετά από τις εκλογές της 7ης Ιουνίου στην Τουρκία, τονίσαμε ότι τα οικτρά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από το κόμμα του Ερντογάν [το AKP έχασε 10 ποσοστιαίες μονάδες της λαϊκής ψήφου, όπως επίσης και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για πρώτη φορά από το 2002] είναι απλώς η καταγραφή της προηγούμενης στρατηγικής αποτυχίας του από τις μάζες, πρώτα στη λαϊκή εξέγερση που προκλήθηκε από τα γεγονότα του Γκεζί Παρκ τον Ιούνιο του 2013, και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια του serhildan (ιντιφάντα) τον Οκτώβρη του 2014, οργανωμένου από τον κουρδικό λαό ως αντίδραση στην ανάλγητη στάση του για τα δεινά τού Κομπανί όταν δέχτηκε επίθεση από το ΙΚΙΛ. Τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν μια διπλή καταστροφή για τον Ερντογάν. Από τη μια, χρειάζεται μια πλειοψηφία δυο τρίτων στο κοινοβούλιο αν θέλει να τροποποιήσει το Σύνταγμα έτσι ώστε να μετατρέψει το τουρκικό πολιτικό σύστημα σε προεδρικό, δίνοντάς του τις εξουσίες να ελέγχει το όλο πολιτικό προτσέσο, εξουσίες που τώρα στερείται στο πλαίσιο της τρέχουσας κοινοβουλευτικής ρύθμισης, υπό την οποία το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας που τώρα κατέχει έχει μια φύση μάλλον εθιμοτυπική. Από την άλλη, το γεγονός ότι το AKP δεν μπόρεσε να κρατήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του, ενδεχομένως να ανοίξει τις πύλες της έρευνας για τις πολύ σοβαρές και καλά τεκμηριωμένες υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονται όχι μόνο οι υπουργοί του, αλλά και ο ίδιος. Οι περισσότεροι σχολιαστές στέκονται στη φιλοδοξία του για την απόκτηση του μανδύα του εκτελεστικού πρόεδρου. Νομίζουμε ότι είναι πολύ περισσότερο μια επείγουσα ανάγκη το να αποφύγει το άνοιγμα των φακέλων της διαφθοράς από ένα κοινοβούλιο στο οποίο το AKP βρίσκεται τώρα ως μειοψηφία. Αν τα άλλα κόμματα μπορούσαν να ενεργήσουν από κοινού και να ανοίξουν αυτούς τους φακέλους, ο Ερντογάν θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το γκρεμό, με το αποτέλεσμα να είναι η καταδίκη του (οι νομικές λεπτομέρειες δε χρειάζεται να μας απασχολήσουν εδώ).

Από τη στιγμή που η επιτυχία του HDP να ξεπεράσει το ιδιαίτερα ψηλό εκλογικό όριο του 10 τοις εκατό, οδήγησε απευθείας στην αποτυχία του AKP να αποκτήσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο Ερντογάν και η ομάδα του έθεσαν τις ελπίδες τους στην εξύψωση του τουρκικού σωβινισμού και στην παρουσίαση του HDP όχι ως έναν αγγελιοφόρο της ειρήνης, αλλά ως μια δύναμη που στηρίζει την «τρομοκρατία» του PKK, κάνοντας το κόμμα με αυτόν τον τρόπο να πέσει κάτω από το κρίσιμο όριο του 10 τοις εκατό στις πρόωρες εκλογές που θα γίνουν την 1η Νοεμβρίου. Επομένως, ο πόλεμος είναι, πρώτα και κύρια, πόλεμος για την επιβίωση του Ερντογάν. Έχουν υπάρξει ιμπεριαλιστικοί και αντιαποικιακοί πόλεμοι στην ιστορία. Αυτός είναι ο πρώτος εγωιστικός πόλεμος στην ιστορία!

Αυτό είχαμε γράψει ακριβώς μετά τις εκλογές σε αυτή την ιστοσελίδα:

Η λανθασμένη πολιτική της Αριστεράς, παρείχε μια ανάσα στον Ερντογάν, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να αναρριχηθεί στην προεδρία. Τώρα, το ΑΚΡ δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση από μόνο του, αλλά ο Ερντογάν θα εξακολουθεί να κρατάει τα ηνία της εξουσίας. Θα χρησιμοποιήσει κάθε σπιθαμή του χώρου που έχει κατακτήσει, για να γαντζωθεί στην εξουσία και να μπορεί ακόμη και να καταφύγει σε πόλεμο εναντίον των Κούρδων είτε γενικότερα στη Μέση Ανατολή για το σκοπό αυτό. Στην πολιτική κάθε λάθος έχει ένα τίμημα.

Δε χρειάζεται καν να επισημανθεί ότι η πρόβλεψη που περιέχεται σ’ αυτήν την παράγραφο έχει δυστυχώς γίνει πραγματικότητα. Όσο για το λάθος για το οποίο μιλάμε εκεί, αυτό αναφέρεται στο γεγονός της μη προσπάθειας για ανατροπή του Ερντογάν όταν ήταν δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο. Η κύρια ευθύνη βαραίνει το κουρδικό κίνημα. Αν είχαν κινηθεί παράλληλα με τη λαϊκή εξέγερση που πυροδότησε το Γκεζί το 2013, ο Ερντογάν σχεδόν σίγουρα θα είχε ανατραπεί από την εξουσία, τόσο ισχυρή είναι η δυναμικότητα του κουρδικού κινήματος να οργανώνει μάζες ειδικά στο Ντιγιάρμπακιρ. Είναι λυπηρό να σημειώνουμε ότι τα βάσανα του κουρδικού λαού στα χέρια των αποτρόπαιων επιθέσεων από τις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας είναι, τουλάχιστον εν μέρει, προϊόν των σφαλμάτων του κουρδικού κινήματος.

Υπάρχουν βεβαίως, πιο μακρόχρονοι και διαρθρωτικοί παράγοντες που πίεσαν την Τουρκία να εξαπολύσει πόλεμο ενάντια στο κουρδικό κίνημα. Μια έχει ήδη θιγεί. Η ριζοσπαστική πτέρυγα του κουρδικού κινήματος, ενσωματωμένη πιο ευδιάκριτα στο κίνημα νεολαίας, είναι ενάντια στη «διαδικασία επίλυσης» αν προηγουμένως ο Οτσαλάν δεν βγει από τη φυλακή. (Ένα εντυπωσιακό σύνθημα που εμφάνισε η νεολαία κατά τη διάρκεια μιας γιγαντιαίας διαδήλωσης το 2013 έλεγε: «Ειρήνη με τον serok (ο τίτλος του Οτσαλάν στο κίνημα) αιχμάλωτο, είναι ανοησία».) Η νεολαία έχει πολλούς υποστηρικτές, αν και λιγότερο φλογεροί από ό,τι οι ίδιοι, και σχεδόν όλος ο πληθυσμός τείνει προς αυτού του είδους την αδιάλλακτη θέση όταν τα πράγματα σκουραίνουν, όπως συνήθως κάνουν. Το serhildan του Οκτωβρίου του 2014 τρόμαξε πάρα πολύ τους κυρίαρχους κύκλους και έθεσε στην ατζέντα τη εκκαθάριση αυτών των θυλάκων (οπλισμένης) αντίστασης πόλεων, οι οποίες, σε αντίθεση με το αγροτικό αντάρτικο, θα αποτελούσαν άμεσο κίνδυνο στην περίπτωση έκρηξης ενός νέου serhildan. Οπότε, ο παρών πόλεμος μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια από μεριάς του τουρκικού κράτους να ξεφορτωθεί αυτούς τους θύλακες αντίστασης.

Ο έτερος κύριος παράγων που οδηγεί σε τριβή το κράτος με το PKK είναι, απλώς από το αντικειμενικό γεγονός της ύπαρξής της, η Ροζάβα, η αυτόνομη κουρδική οντότητα νότια απ’ τα συριο-τουρκικά σύνορα. Η κουρδική αυτονομία ή, κατά μείζονα λόγο ανεξαρτησία σε άλλα κομμάτια του Κουρδιστάν, δηλαδή στο Ιράκ, Ιράν ή τη Συρία, δεσπόζει πάντα ως απειλή στις τουρκικές άρχουσες τάξεις, μόνο και μόνο επειδή μπορεί να δράσει σαν παράδειγμα για τους Κούρδους της Τουρκίας. Μέσα στα πρώτα 15 χρόνια του 21ου αιώνα, πρώτα το ιρακινό Κουρδιστάν, έπειτα το συριακό Κουρδιστάν έχουν επιτύχει αυτονομία. Στην αρχή βαθιά ενοχλημένοι με τη δημιουργία ενός ιρακινού Κουρδιστάν υπό τον Μπαρζανί ως μια αυτόνομη περιοχή, η Τουρκία τελικά ήρθε σε συμφωνία μαζί του και τώρα γίνεται η κυρίαρχη δύναμη και οικονομικά και πολιτικά πάνω στην Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση. Η τουρκική μπουρζουαζία είναι γεμάτη από φιλοδοξίες για ανάβλυση οφελών από το πετρέλαιο της περιοχής του Κιρκούκ. Η Ροζάβα, εντούτοις, είναι διαφορετικό ζήτημα. Ο Μπαρζανί είναι πιστός σύμμαχος, ακόμη και προστατευόμενος των ΗΠΑ και τελευταία της ίδιας της Τουρκίας. Η Ροζάβα έχει συσταθεί υπό μια ηγεσία οργανικά δεμένη με το PKK! Η κυβέρνηση του AKP το κάνει πάντα σαφές ότι η Τουρκία δεν θα έλθει σε συμφωνία με μια κυριαρχούμενη από το PKK πολιτική οντότητα στο νότο της. Έτσι, η Ροζάβα έχει γίνει, σε όλη τη διάρκεια της τρίχρονης περιόδου ύπαρξής της, ένα αγκάθι στην πλάτη της «διαδικασίας επίλυσης».

Συνέχεια στο επόμενο φύλλο