ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ: Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΡΕΤΖΕΠ ΤΑΓΙΠ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

του Σουνγκούρ Σαβράν


Λοιπόν, επιτέλους, παρ’ όλους τους μαιάνδρους τις λοξοδρομήσεις και παρακάμψεις της ιστορίας, η λογική των κοινωνικών αγώνων έβαλε τελικά τη σφραγίδα της στην πολιτική της Τουρκίας. Η ηχηρή ήττα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του ΑΚΡ στις κάλπες, στις γενικές εκλογές της 7ης Ιούνη, στην Τουρκία, φέρνει στο φως μια απώλεια πολιτικής επιρροής εκ μέρους του Ερντογάν, ως αποτέλεσμα των διαδοχικών χτυπημάτων που εισέπραξε τα τελευταία δύο χρόνια από το χέρι των μαζών και, εν μέρει, από τους πάλαι ποτέ συνεργάτες του.


Πριν από δύο χρόνια, οι μάζες κατέβηκαν στους δρόμους σε όλη την Τουρκία για να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Ερντογάν, ο οποίος ήταν τότε πρωθυπουργός, διαμαρτυρόμενοι όχι μόνο για το έργο της κατεδάφισης του Πάρκου Γκεζί, στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης, με σκοπό την οικοδόμηση ενός εμπορικού κέντρου, αλλά ακόμα πιο σημαντικό ενάντια στη ωμή καταστολή των ελευθεριών και τη θρησκευτική πολεμοκαπηλία στη Συρία. Η λαϊκή εξέγερση που ακολούθησε και διήρκεσε από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο, δέχθηκε άγρια καταστολή από την αστυνομία κατά τη ρητή προτροπή του ίδιου του πρωθυπουργού, αλλά άφησε τον Ερντογάν λαβωμένο και ξέπνοο. Ως αποτέλεσμα της εξέγερσης και των βίαιων τακτικών καταστολής που υιοθέτησε, ο Ερντογάν κατέληξε να θεωρείται από τους πρώην συμμάχους και τους εταίρους του, βάρος και όχι χρήσιμος για τη διασφάλιση της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας του τουρκικού καπιταλισμού.


Μόνο ένα χρόνο μετά τη λαϊκή εξέγερση του Γκεζί Παρκ, τον Οκτώβριο του 2014, ήταν η σειρά των Κούρδων να ξεσηκωθούν σε αυτό που ονομάζεται serhildan στην κουρδική γλώσσα, το ομόλογo της ιντιφάντα. Ο κινητήριος μοχλός αυτήν τη φορά ήταν τα γεγονότα στη Rojava της Συρίας, ή του Δυτικού Κουρδιστάν, που είχε αποκτήσει αυτονομία το 2012 από το μπααθικό καθεστώς. Το Κομπανί, ένα από τα τρία καντόνια της, δέχθηκε επίθεση από το ISIL, την οργάνωση που διακήρυξε το αυτοσχέδιο Ισλαμικό Κράτος σε τμήματα της Συρίας και του Ιράκ, υπό τον αυτοδιορισμένο Χαλίφη αλ Μπαγκντάντι. Λόγω της σουνιτικής θρησκευτικής διαμάχης του ενάντια σε αυτό που θεωρεί ως αλεβίτικο καθεστώς, ο Ερντογάν έδειξε δηλητηριώδη εχθρότητα κατά του συριακού καθεστώτος, υποστηρίζοντας όλα τα είδη των φονταμενταλιστικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ISIL. Καθώς το ISIL επιτίθετο στο Κομπανί, έκανε το τεράστιο λάθος να προκαλέσει τους Κούρδους, λέγοντας «Το Κομπανί είναι στα πρόθυρα της πτώσης». Την ίδια νύχτα, εκατομμύρια βγήκαν στους δρόμους των κουρδικών πόλεων της Τουρκίας. Η ησυχία επέστρεψε στην περιοχή μόνο μετά από μια εβδομάδα και μόνο κατ’ εντολήν του κουρδικού κινήματος, συμπεριλαμβανομένης μιας γρήγορα προετοιμασμένης ομιλίας του Οτσαλάν, ηγέτη του ΡΚΚ, από τη φυλακή.


Δυο λαϊκές εξεγέρσεις μέσα σε διάστημα ενός έτους, πρέπει να είναι επαρκείς λόγοι για να ανησυχεί οποιοσδήποτε πολιτικός ηγέτης. Ωστόσο, η ιστορία επεφύλασσε περισσότερα στον Ερντογάν. Το δρων υποκείμενο το οποίο έλειπε σε όλα αυτά ήταν η εργατική τάξη. Τμήματα αυτής της τάξης εκπροσωπούνταν σε μεγάλο βαθμό στο Γκεζί, αλλά δεν αποτύπωσαν τις απαιτήσεις της τάξης με τις μεθόδους που προσιδιάζουν στο προλεταριάτο. Το Γκεζί ήταν συνεπώς ένα διαταξικό λαϊκό κίνημα που δεν σφραγίστηκε από το προλεταριάτο. Μεταξύ του Γκεζί και του serhildan του Κομπανί, το Μάιο του 2014, υπήρξε η τραγωδία της Σόμα, μια σφαγή-κατ' ευφημισμό «εργατικό ατυχήμα», σε μια μεταλλευτική περιοχή στην περιφέρεια του Αιγαίου, στην οποία έχασαν τη ζωή τους 301 εργάτες. Αυτό έφερε το ταξικό ζήτημα δυναμικά στην ημερήσια διάταξη. Ο ανάλγητος τρόπος με τον οποίο ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του χειρίστηκαν την όλη υπόθεση, συνέβαλε στη λαϊκή οργή. Αλλά το πιο σημαντικό είναι η συνεχιζόμενη πάλη στη μεταλλουργική βιομηχανία. Η κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τη νόμιμη απεργία των 15.000 μεταλλεργατών τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, προβάλλοντας το γελοίο πρόσχημα της «εθνικής ασφάλειας». Ωστόσο, οι μεταλλεργάτες επέστρεψαν εκδικούμενοι, οργανώνοντας αυτήν τη φορά μια ανεπίσημη απεργία που έφερε δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους στον αγώνα από τα μέσα Μαΐου (2015) κι έπειτα, ακριβώς στις παραμονές των εκλογών. Αυτό το κίνημα δεν ήταν ενάντια στην κυβέρνηση αυτή καθαυτή, αλλά ενάντια στο κίτρινο γκανγκστερικό συνδικάτο, το οποίο υποστηρίχθηκε από όλες τις κυβερνήσεις μετά το στρατιωτικό καθεστώς του 1980 και ενάντια στην οργάνωση των εργοδοτών μετάλλου. Ωστόσο, σίγουρα προστέθηκε στην ατμόσφαιρα δυσφορίας στη χώρα και σαφώς επηρέασε τα αποτελέσματα των εκλογών. Πιο σημαντικός θα είναι ο αντίκτυπός της μακροπρόθεσμα, στην ανύψωση της καμπύλης της ταξικής πάλης, όχι μόνο στη βιομηχανία μετάλλου, αλλά σε όλους τους τομείς.


Αυτή είναι η αλληλουχία των γεγονότων που είχαν ήδη διαβρώσει την αξιοπιστία και το κύρος του Ερντογάν, αυτά  ήταν πίσω από την πανωλεθρία που υπέστη στις εκλογές της 7ης Ιουνίου. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ήταν η εκλογική νίκη του HDP, του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, που σφράγισε τη μοίρα του Ερντογάν. Αυτό είναι μια έκφραση του κουρδικού νόμιμου κινήματος, που περιλαμβάνει τώρα μια ποικιλία από τουρκικά σοσιαλιστικά κόμματα και ομάδες. Τα κουρδικά κόμματα αυτής της παράδοσης είχαν, όλα αυτά τα χρόνια, κατορθώσει να συγκεντρώσουν μόνο το 6% της λαϊκής ψήφου, το οποίο υπολείπονταν του απίστευτα υψηλού ορίου του 10% που απαιτείται από ένα κόμμα για να στείλει εκπροσώπους στο κοινοβούλιο, μια σαφώς αντιδημοκρατική διάταξη που επέβαλε η στρατιωτική κυβέρνηση της δεκαετίας του 1980 για να κρατήσει τα σοσιαλιστικά και κουρδικά κόμματα εκτός κοινοβουλίου. Αυτήν τη φορά το νέο κόμμα έλαβε ένα πλήρες 13 τοις εκατό της λαϊκής ψήφου, κοντά στα 6.000.000 ψήφους σε απόλυτους αριθμούς, μια σαρωτική νίκη από μόνη της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια τουλάχιστον 50 εδρών για το AKP. Πίσω από αυτό βρίσκονται δύο σημαντικοί παράγοντες.


Ο ένας είναι η αποξένωση μεγάλων τμημάτων του κουρδικού πληθυσμού που συνήθιζαν να ψηφίσουν ΑΚΡ στο παρελθόν. Αυτή η αποξένωση είναι αποτέλεσμα της αναλγησίας του Ερντογάν μπροστά στα δεινά του Κομπανί και τις υπεκφυγές του σχετικά με τη λεγόμενη «διαδικασία επίλυσης», δηλαδή τις διαπραγματεύσεις με το ΡΚΚ και τον Οτσαλάν. Ο άλλος παράγοντας είναι το άνευ προηγουμένου γεγονός, πολλοί Τούρκοι της σύγχρονης μικροαστικής τάξης, ή από ανώτερα στρώματα του προλεταριάτου, υπάλληλοι γραφείου και δημόσιοι υπάλληλοι για παράδειγμα, να ψηφίσουν ένα κουρδικό κόμμα. Αυτό το τμήμα του πληθυσμού έχει παραδοσιακά μια εμμονή με τον Κεμαλισμό, το κοσμικό κράτος και τη δημοκρατία· είναι, ως εκ τούτου, εχθρικό όχι μόνο στον ισλαμισμό αλλά και στο κουρδικό κίνημα, το οποίο θεωρεί ενάντιο στα συμφέροντα αυτού που θεωρεί ως την «αδιαίρετη ενότητα» της χώρας. Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που έφτασαν τις ψήφους του HDP σε επίπεδο άνω του 10% σε πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Αν σημαντικά τμήματα αυτών των στρωμάτων ψήφισαν ένα κυρίως κουρδικό κόμμα, ήταν επειδή οι συμμετέχοντες στην εξέγερση στο Γκεζί είχαν βιώσει μια αποκάλυψη, ανακαλύπτοντας επιτέλους τη σκληρή καταστολή την οποία ο κουρδικός λαός υφίσταται επί δεκαετίες. Έτσι, ήταν, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, το αποτέλεσμα της εξέγερσης στο Γκεζί και του serhildan του Κομπανί που οδήγησε στον διπλασιασμό των ψήφων του HDP και στην επακόλουθη ήττα του Ερντογάν.


Η αναστολή


Μόνο ένα ερώτημα μένει να απαντηθεί: για ποιο λόγο αυτή η ήττα πήρε τόσο καιρό για να ενεργοποιηθεί, αφήνοντας ακόμη τον Ερντογάν να αναρριχηθεί στην προεδρία της Δημοκρατίας τον περασμένο Αύγουστο; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται σε τρεις διαφορετικούς παράγοντες. Ο ένας έχει να κάνει με την πολιτική των κυρίαρχων δυνάμεων. Όπως έχουμε τονίσει προηγουμένως, η εξέγερση στο Γκεζί, κατέστρεψε το γόητρο του Ερντογάν στους κυρίαρχους κύκλους, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ άρχισαν να τον θεωρούν ως παράγοντα αστάθειας σε μια χώρα-πολύτιμο σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Οι φιλελεύθεροι, δεξιοί και αριστεροί, που ήταν το στήριγμα του Ερντογάν σε σχέση με την υποστήριξή του από τα κοσμικά τμήματα της κοινωνίας, απομακρύνθηκαν αναγκαστικά, μην όντας σε θέση να χωνέψουν τις βάναυσες μεθόδους του στην αντιμετώπιση του διαμαρτυρόμενου πλήθους. Η αδελφότητα Γκιουλέν, μια πανίσχυρη αυτοκρατορία στους τομείς της εκπαίδευσης και των μέσων ενημέρωσης, την αστυνομία και το δικαστικό σώμα και ένας ανεπίσημος κυβερνητικός εταίρος του ΑΚΡ για μια ολόκληρη δεκαετία, τον πρόδωσαν, ανοίγοντας τους φακέλους της διαφθοράς το Δεκέμβριο του 2013. Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά, ο Ερντογάν επέζησε και τελικά εξελέγη πρόεδρος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι πάλαι ποτέ εχθροί του τον έσωσαν από την καταστροφή.
Οι παραδοσιακές κυρίαρχες δυνάμεις, φοβισμένες από το ενδεχόμενο της άμεσης πτώσης του Ερντογάν, οδηγώντας είτε σε μια σοβαρή οικονομική κρίση είτε σε μια νέα εξέγερση των μαζών (ή και τα δύο), ένωσαν τις δυνάμεις τους για να τον κρατήσουν στην εξουσία. Αυτές οι δυνάμεις προέρχονται από δύο διαφορετικά υπόβαθρα. Πρώτον, στοιχεία των ανώτερων αξιωματικών είχαν ριχτεί στη φυλακή και είχαν δικαστεί για σχεδιασμό πραξικοπήματος εναντίον της κυβέρνησης του ΑΚΡ σε δύο υποθέσεις, το λεγόμενο «Εργκένεκον» και την υπόθεση «Βαριοπούλα». Σπρωγμένη στη γωνία, η κυβέρνηση του ΑΚΡ ήρθε σε συμφωνία με αυτές τις δυνάμεις, οι οποίες θα απέχουν από το να εργάζονται για να τον ανατρέψουν, σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή και την αθώωση τους. Η συμφωνία δεν είχε κλείσει, ωστόσο, μέχρι η κεφαλή του πλέον ισχυρού καπιταλιστικού ομίλου στην Τουρκία, ο Όμιλος Κοτς, (Koç Holding) εταίρος της Φορντ, της Φίατ και πολλών άλλων πολυεθνικών στην Τουρκία, παρέμβει για να μεσολαβήσει μεταξύ των δύο. Πρέπει να επισημανθεί πως η ίδια οικογένεια Κοτς βρίσκεται στην άλλη πλευρά του χάσματος που άνοιξε ο Ερντογάν στο εσωτερικό της τουρκικής αστικής τάξης: είναι η ισχυρότερη ομάδα της δυτικότροπης-κοσμικής πτέρυγας της αστικής τάξης, η οποία έχει εμπλακεί σε ένα αγώνα για την εξουσία με την προσφάτως αναδυόμενη ισλαμιστική πτέρυγα, η οποία ευνοείται αναμφίβολα από τον Ερντογάν. Ήταν αυτή η αφύσικη συμμαχία που έδωσε μια προσωρινή ανάπαυλα στον Ερντογάν μετά το σεισμό του Γκεζί.
Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με το γεγονός ότι έχει καθιερώσει μια πολύ προσωποπαγή και χαρισματική σχέση με ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, ένα τμήμα που έχει γενικά περιφρονηθεί και απαξιωθεί από τους μορφωμένους και τους πλούσιους. Αυτό το κατόρθωμα δεν είναι μόνο δικής του κατασκευής. Αυτές οι μάζες αισθάνθηκαν ότι ο τρόπος ζωής και η θρησκεία τους είχαν κατασταλεί άγρια από την κοσμική δημοκρατία και ανέπτυξαν μια πολιτιστική αποστροφή επιπρόσθετα στο ταξικό ένστικτο εχθρότητας προς τον παραδοσιακά κυβερνώντα δυτικότροπο ανώτερο στρώμα της κοινωνίας, τόσο στην ίδια την αστική τάξη, όσο και στο πολιτικό της προσωπικό. Ο Ερντογάν, προερχόμενος από ένα πιο ταπεινό υπόβαθρο, τους φάνηκε ως ένας απ’ αυτούς.
Ο τρίτος παράγοντας ήταν τα λάθη της Αριστεράς και του κουρδικού κινήματος. Για δικούς τους διαφορετικούς λόγους, οι δυνάμεις αυτές απλά δεν συνέλαβαν τη ριζική αποδυνάμωση του Ερντογάν, ως αποτέλεσμα της εξέγερσης του Γκεζί. Η σοσιαλιστική αριστερά, έχοντας χάσει κάθε πίστη στις μάζες ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, εγκατέλειψε την πορεία της εξέγερσης σε ένα απίστευτο πρώιμο στάδιο, για μια στρατηγική που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως κοινοβουλευτικός κρετινισμός στα χειρότερά του. Την ώρα που ο Ερντογάν ταλαντευόταν στα όρια του γκρεμού, το Δεκέμβριο του 2013, ως αποτέλεσμα των αδιάσειστων στοιχείων που παρουσιάστηκαν στο κοινό σε σχέση με την διαφθορά στην οποία όχι μόνο οι υπουργοί του, αλλά και ο ίδιος είχε εμπλακεί μέχρι το λαιμό, η αριστερά ετοίμαζε μεγάλες στρατηγικές για τις τοπικές εκλογές στο τέλος του Μαρτίου! Δεν ήταν καταστροφική μόνο η χρονική στιγμή, αλλά και μια κλασική περίπτωση του να αντιμετωπίσεις τον εχθρό, εκεί που είναι ισχυρότερος, δηλαδή στην εκλογική αρένα, για λόγους που αναλύονται παραπάνω. Και αυτό σε μια χώρα η οποία είχε βγει από μια λαϊκή εξέγερση, μόλις πριν από τρεις μήνες.


Όσο για το Κουρδικό κίνημα, απέφυγε να ενταχθεί στη λαϊκή εξέγερση, φοβούμενο ότι αν ο Ερντογάν καταρρεύσει, η «διαδικασία επίλυσης» θα ανακοπεί αμέσως. Ωστόσο, δεν συνειδητοποίησαν ότι αν γίνονταν μέρος μιας τόσο μεγάλης λαϊκής εξέγερσης, στην πραγματικότητα, κατ' ελάχιστο, θα γινόντουσαν ένας πολύ πιο ισχυρός φορέας, ο οποίος απλώς δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί. Ο φόβος τους ότι η τουρκική εθνικιστική πτέρυγα της εξέγερσης του Γκεζί θα μπορέσει να φέρει το στρατό πίσω στην εξουσία, έδειξε παντελή έλλειψη κατανόησης της δύναμης του λαού.


Η λανθασμένη πολιτική της Αριστεράς, παρείχε μια ανάσα στον Ερντογάν, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να αναρριχηθεί στην προεδρία. Τώρα, το ΑΚΡ δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση από μόνο της, αλλά ο Ερντογάν θα εξακολουθεί να κρατάει τα ηνία της εξουσίας. Θα χρησιμοποιήσει κάθε σπιθαμή του χώρου που έχει κατακτήσει, για να γαντζωθεί στην εξουσία και να μπορεί ακόμη και να καταφύγει σε πόλεμο εναντίον των Κούρδων είτε γενικότερα στη Μέση Ανατολή για το σκοπό αυτό. Στην πολιτική κάθε λάθος έχει ένα τίμημα.


Ευτυχώς για όλους μας, αυτό δεν είναι η μόνη πραγματικότητα που παρουσιάζει η Τουρκία. Για να καταλάβετε τι είδους περίοδο διανύει η Τουρκία, απλά κοιτάξτε τα γεγονότα: μια λαϊκή εξέγερση στο δυτικό μισό της χώρας το 2013, μια λαϊκή εξέγερση στο ανατολικό μισό της χώρας το 2014, ένα μαζικό κίνημα άγριων απεργιών των μεταλλεργατών, που συνεχίζεται ακόμη, το 2015. Τί άλλο μπορεί η ιστορία να συγκεντρώσει για να γίνει δυνατό ένα ρήγμα που θα φέρει τις εργαζόμενες μάζες και τους καταπιεσμένους στην εξουσία; Όταν συμβεί αυτό, θα κοιτάξουμε πίσω και θα πούμε, «Καλά έσκαψες, γεροτυφλοπόντικα!»