ΠΟΛΙΤΙΚΟ «ΧΑΟΣ» ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

 

Η Δημοκρατία της Μακεδονίας, βρίσκεται σε κατάσταση εξέγερσης για πάνω από δυο εβδομάδες. Το εκρηκτικό μείγμα περιλαμβάνει: κολοσσιαία πολιτικά σκάνδαλα, μυστικές υπηρεσίες και παρακολουθήσεις, εθνικιστική «τρομοκρατία», και συγκρούσεις με δεκάδες νεκρούς, ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και, τέλος, μια οξεία πολιτική κρίση με μια μαζική λαϊκή κίνηση για την ανατροπή της κυβέρνησης.

Στη βάση εκδήλωσης όλων αυτών, φυσικά, βρίσκεται η ίδια η «φυσιολογία» της ωρολογιακής βόμβας που ακούει στο όνομα Βαλκάνια. Άλυτες ιστορικές αντιφάσεις, που λόγω της καπιταλιστικής χρεοκοπίας και της αυξανόμενης παρεμβατικότητας του Ιμπεριαλισμού -που πηγαίνει χέρι-χέρι με την παρακμή του- γίνονται ακόμη πιο δηλητηριώδεις κι επικίνδυνες. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή, για να μην πέσουν οι επαναστάτες στις «εύκολες λύσεις», είτε της συνωμοσιολογίας, είτε της πολιτικής αφέλειας, μπροστά στο αντίκρισμα ιστορικών γεγονότων.

Η περσινή μεγάλη εκλογική -εκ νέου- νίκη του δεξιού πρωθυπουργού Νίκολα Γκρούεφσκι, δεν του εξασφάλισε πολιτική ασυλία για το οτιδήποτε. Η κυβέρνησή του ταυτίστηκε στην κοινή γνώμη με αποκαλύψεις σκανδάλων και διαφθοράς, με ψαλίδισμα εργασιακών δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών, με παρεμβάσεις ενάντια στην ελευθερία του τύπου και της αντιπολίτευσης, με όξυνση της καταστολής.

Ταυτόχρονα, συνέπεσε χρονικά, με την ένταση στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ/Ευρώπης και Ρωσίας, ελέω της Ουκρανικής κρίσης, και τη συνακόλουθη σύγκρουση για τον έλεγχο και την επιρροή σε Βαλκάνια και Ανατολική Ευρώπη. Σε κεντρικό πλάνο, φυσικά, πάντα το ενεργειακό ζήτημα.

Βασικό ατού στην ατζέντα της κυβέρνησης Γκρούεφσκι, είναι η συμφωνία με τη Ρωσία για συμμετοχή της χώρας στον αγωγό Turk Stream. Ο τελευταίος, μετά την ματαίωση του South Stream από τις Βρυξέλλες, συνιστά απάντηση της Ρωσίας στην επιχείρηση απομόνωσής της, σκοπεύοντας να εδραιώσει τη Ρώσικη παρουσία στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, στην προσπάθεια μονοπωλιακής προμήθειας της Ευρώπης με υδρογονάνθρακες της Gazprom. Σε αυτή τη διελκυστίνδα των δυνάμεων, ο Γκρούεφσκι δήλωσε συμμετοχή, αντιτασσόμενος, μεταξύ άλλων, στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, αν και η χώρα βρίσκεται σε πορεία ένταξης στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αυτά και μόνο τα στοιχεία είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν το διεθνές ενδιαφέρον για την κατάσταση στη Μακεδονία, αλλά και να πυροδοτήσουν πληθώρα ερμηνειών, βάσιμων και αβάσιμων.

Καμιά ερμηνεία, όμως, δεν μπορεί να παρακάμψει τον λαϊκό παράγοντα και την αντικειμενικά αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την κοινωνική κατάσταση, την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, και την κρατική-κυβερνητική ασυδοσία, που μέσα στην κρίση έχουν γιγαντωθεί.

Και μέσα ακριβώς σε αυτό το βαρέλι με το συγκεντρωμένο –και καθ’ όλα υπαρκτό- μπαρούτι, η αντιπολίτευση (Σοσιαλδημοκρατική Ένωση/SDSM) κι ο αρχηγός της Ζόραν Ζάεβ, «άδραξαν την ευκαιρία» κι έριξαν το σπίρτο: εμφάνισαν τους τελευταίους τρεις μήνες λίγες-λίγες, πληθώρα καταγεγραμμένων συνομιλιών από τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας, που αφορούν στο διάστημα 2007-2013, όσο ο Γκρούεφσκι ήταν στην εξουσία. Μέσα σε 670.000 ηχογραφημένες συζητήσεις, από 20.000 τηλεφωνικούς αριθμούς-θύματα της υποκλοπής, διαγράφεται η εφιαλτική φιγούρα του «Μεγάλου Αδελφού» που παρακολουθεί κι ελέγχει τους πάντες: επιχειρηματίες, πολιτικούς, παπάδες, ακτιβιστές του κινήματος, ξένους διπλωμάτες, αλλά και μέλη της κυβέρνησης.

Όπως ήταν επόμενο, την προσοχή τράβηξαν κυρίως συνομιλίες στις οποίες συμμετέχει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Καταγράφεται να σχολιάζει και να δίνει κατευθύνσεις, για όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων, από εξαγορές ψήφων, απειλές σε δικαστικούς ή σε πολιτικούς του αντιπάλους, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, μέχρι τη συγκάλυψη μιας κρατικής δολοφονίας που είχε πραγματοποιηθεί το 2011, από αστυνομικό που βρισκόταν σε υπηρεσία. Η τελευταία αποκάλυψη ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Ήδη, έχουν προκληθεί σειρά από παραιτήσεις πρωτοκλασάτων υπουργών της κυβέρνησης, βουλευτών, κρατικών αξιωματούχων. Έξι άνθρωποι είναι ήδη στη φυλακή, ανάμεσά τους κι ο πρώην διοικητής της υπηρεσίας πληροφοριών, ενώ ο Ζάεβ, που ηγείται της καμπάνιας των αποκαλύψεων, κατηγορείται για υποκίνηση βίας ενάντια στον πρωθυπουργό και το κράτος. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως οι κασέτες έφτασαν στα χέρια του από «πατριώτες δημόσιους λειτουργούς».

Λίγες ώρες μετά την δημοσίευση της επίμαχης συνομιλίας (5/5), δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές βρέθηκαν στους δρόμους, σπάζοντας τους αποκλεισμούς της αστυνομίας, και περικυκλώνοντας την έδρα της κυβέρνησης με την απαίτηση να παραιτηθεί. Η αντίδραση ήταν η ωμή αστυνομική βία, το ολονύχτιο κυνηγητό, οι τραυματισμοί και οι συλλήψεις. Οι κινητοποιήσεις ανανέωσαν το ραντεβού τους καθημερινά, τις επόμενες εβδομάδες, ενώ μετά από μια μαζική διαδήλωση την Κυριακή 17/5, διαδηλωτές έστησαν αντίσκηνα έξω από το κοινοβούλιο, δηλώνοντας πως θα παραμείνουν μέχρι να πετύχουν την παραίτηση της κυβέρνησης. Αντίστοιχα, η κυβέρνηση, την Δευτέρα, 18/5, κινητοποίησε τους οπαδούς τους σε αντιδιαδηλώσεις. 90.000 οπαδοί του Γκρούεφσκι, πλημμύρισαν τους δρόμους, κοντά στην «κατασκήνωση» των αντικυβερνητικών, χωρίς ωστόσο να δημιουργηθούν επεισόδια.

Το πολιτικό χάος «απογειώθηκε» το Σαββατοκύριακο 9-10/5, με την ενσωμάτωση στην κυβερνητική κρίση του στοιχείου των άλυτων εθνοτικών συγκρούσεων του Μακεδονικού κράτους με την Αλβανική μειονότητα, καταλήγοντας σε μια διήμερη πολεμική αναμέτρηση και σε ένα ποταμό αίματος με 22 νεκρούς στο Κουμάνοβο. Πρόκειται για τις σφοδρότερες μάχες με Αλβανόφωνους εξτρεμιστές, μετά το αιματοβαμμένο 2001, με 8 αστυνομικούς ανάμεσα στους νεκρούς και 37 τραυματίες. Δύο εβδομάδες πριν, ομάδα 40 ένοπλων Αλβανών είχε εισβάλλει σε αστυνομικό τμήμα σε περιοχή της Μακεδονίας, χωρίς ωστόσο το περιστατικό να κλιμακωθεί σε μάχη. Αν και οι περισσότεροι εκ των 30 ατόμων που τελικά παραδόθηκαν στις αρχές, μετά την μάχη του Κουμάνοβο, ήταν πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η επιχείρησή τους ξεκίνησε μπαίνοντας πάνοπλοι στη χώρα από τα σύνορα με το Κόσσοβο, με στόχο να επιτεθούν σε κυβερνητικά και κρατικά κτίρια.

Αναπόφευκτα, η κυβέρνηση συνέδεσε την μάχη με τις κινητοποιήσεις των ημερών, μιλώντας για σχεδιασμένη προσπάθεια αποσταθεροποίησης της χώρας. Ωστόσο, αν και οι περιπλοκές των εθνικών ζητημάτων, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, παίρνουν πολύ οξείες μορφές, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις δεν μπορούν να υποβαθμιστούν στο επίπεδο της εθνοτικής διαμάχης: είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά, που στις διαδηλώσεις συμμετέχουν από κοινού Μακεδόνες και Αλβανοί πολίτες της χώρας, από την ίδρυση της Δημοκρατίας το 1991. Το Αλβανικό στοιχείο απαιτεί, μαζί με την παραίτηση του Γκρούεφσκι, την παραίτηση και του Αλί Αχμέτι, ηγέτη του μεγαλύτερου Αλβανικού κόμματος της χώρας.

Τα γεγονότα δεν έχουν αφήσει ασυγκίνητη τη διεθνή κοινότητα. Η Ρωσία, μιλάει ανοιχτά και συγκεκριμένα, για ένα νέο «Μαϊντάν», μια ενορχηστρωμένη από τη Δύση επιχείρηση ανατροπής της κυβέρνησης, ως τιμωρία για την πρόσφατη «φιλορωσική» της στροφή κι απόπειρα ματαίωσης των κοινών σχεδίων που αναβαθμίζουν την Ρωσική παρουσία στη Βαλκανική χερσόνησο.

Σύμφωνα με τις ρωσικές καταγγελίες, εργαλείο της επιχειρούμενης ανατροπής είναι η σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση κι ο ηγέτης της, γνωστοί για τα φιλονατοϊκά τους αισθήματα, καθώς και εγγυητές του Ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. Αν και χωρίς αποδείξεις, η θεωρία δεν μπορεί ούτε να επιβεβαιωθεί, ούτε να απορριφθεί (και είναι πολύ νωρίς για να αποπειραθούμε και εμείς οτιδήποτε σχετικό), θα πρέπει να τονιστεί μια «αβλεψία»: ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με αυτήν την θεωρία, γεγονός είναι πως παραβλέπει το καίριο αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την έκρηξη των κοινωνικών αντιφάσεων ως πρωταρχικό πυροδότη της συμπιεσμένης οργής και αγανάκτησης των εργατικών και λαϊκών μαζών, οδηγώντας τους στη σύγκρουση με την υπάρχουσα άθλια πραγματικότητα, και σε ό,τι στα μάτια τους την αντιπροσωπεύει. Αυτή είναι η «πρώτη ύλη» στην οποία, με κάθε προσοχή και ξεκαθαρίζοντας την Ιμπεριαλιστική ήρα από το γνήσια λαϊκό στάρι, οφείλει να παρεμβαίνει κάθε επαναστάτης, ανοίγοντας το δρόμο στις επαναστατικές προοπτικές, και φράζοντας το δρόμο στις αντεπαναστατικές πλάνες.

Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ωστόσο, η παρέμβαση του Ιμπεριαλισμού, όσο ακόμα τα χαρακτηριστικά της κινητοποίησης παραμένουν θολά ή συγχυσμένα, για να τις στρέψει σε «πορτοκαλί» κατευθύνσεις και να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα.

Ήδη το ενδιαφέρον των διεθνών Ιμπεριαλιστικών θεσμών είναι έντονο, καλώντας σε κοινές συναντήσεις για επίλυση της κρίσης, τον Γκρούεφσκι, τον ηγέτη της αντιπολίτευσης, τον Πρόεδρο κ.λπ.

Η κυρίαρχη πρόταση από δυτικούς διπλωμάτες αλλά κι από το Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών στο οποίο ανήκει η αντιπολίτευση, είναι να σχηματιστεί μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ως μεταβατική φάση πηγαίνοντας προς νέες εκλογές, θεωρώντας δεδομένη την πτώση του Γκρούεφσκι. Από την άλλη, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, μέρος του οποίου είναι το κυβερνόν Κόμμα (VMRO-DPMNE), παρέχει χλιαρή υποστήριξη, λέγοντας πως πρέπει η κυβέρνηση να αφεθεί να κάνει την έρευνα της.

Τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, περιγράφουν την όλη εκστρατεία ως μια συνωμοσία της αντιπολίτευσης και του αρχηγού της Ζόραν Ζάεβ. Όμως, αν και οι οπαδοί του έχουν παίξει ενεργό ρόλο στις κινητοποιήσεις, η τεράστια μάζα των εργαζομένων, των ανέργων, των ακτιβιστών που συμμετέχει σε αυτές τις κινητοποιήσεις δεν έχει και δεν θέλει να έχει σχέσεις με τον Ζάεβ, του οποίου επίσης η δημοτικότητα είναι χαμηλή, όντας μπλεγμένος με σκάνδαλα και ο ίδιος. Το τεράστιο λαϊκό ποτάμι που κινητοποιείται χωρίς σταματημό, δεν ελέγχεται σε καμιά περίπτωση ολοκληρωτικά από τον Ζάεβ και το Κόμμα του.

Οι λαϊκές μάζες στα Βαλκάνια έχουν κάθε λόγο να ξεσηκώνονται ενάντια στο κοινωνικό χάος, τη διαφθορά και την ασυδοσία των μετά-«σοσιαλιστικών» καθεστώτων, που συνδέθηκαν με την ραγδαία φτωχοποίηση, με τις μαφιόζικες πρακτικές, με την καταπίεση. Η αποτυχημένη μετάβαση σε ένα καπιταλισμό που παρακμάζει και βυθίζεται στην κρίση, και οι σπασμοί που προκαλούνται, είναι η αιτία πίσω από τις εξεγέρσεις που ξεσπούν κάθε λίγο στη Βαλκανική Χερσόνησο, προμηνύοντας έτσι την μεγάλη έκρηξη.

Σε αυτή τη διαδικασία, το χρέος κάθε επαναστάτη είναι να παλέψει για την ανεξαρτησία της κίνησης της εργατικής τάξης και των λαών, από την επιρροή του Ιμπεριαλισμού και κάθε καπιταλιστικής δύναμης που θα επιχειρήσει να ενσωματώσει την αγανάκτηση στα δικά του σχέδια.

Κ. Αποστολόπουλος