ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΣΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ

Η πολιτική κρίση της αστικής τάξης και του προσωπικού της, που έχει αναχθεί σε κρίση εξουσίας, στην Ελλάδα, έχει πάρει την πολύ οξυμένη και ιδιαίτερη μορφή της μετά την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις 25/1. Αλλά, με τη μια ή την άλλη μορφή, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, συνταράσσει τα αστικά καθεστώτα σε όλο τον πλανήτη. Οι εκλογές, αν και όχι καθοριστικές, είναι ένα πεδίο εκδήλωσης, και συχνά επιδείνωσης της κρίσης εξουσίας.

Μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα είχαμε εκλογικές αναμετρήσεις διαφόρων βαθμίδων σε μια σειρά από χώρες, που η καθεμιά είχε τη δική της σημασία, ως –μεγαλύτεροι ή μικρότεροι- κρίκοι στη διαδικασία όξυνσης της κρίσης της αστικής εξουσίας.

Ισπανία: τιμωρία για τον «σκληρό» Ραχόι

Στη χώρα της Ιβηρικής, ο «βασιλικότερος του βασιλέως» -όσον αφορά στην αυστηρότητα απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση- Μαριάνο Ραχόι και το «Λαϊκό Κόμμα» του, μετά τις πρόσφατες τοπικές εκλογές, προσπαθούν «να μαζέψουν τα κομμάτια τους», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν ακόμα και μεγάλα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων.
Συγκεκριμένα, στις τοπικές εκλογές της περιφέρειας της Ανδαλουσίας των 6,5 εκατομμυρίων κατοίκων, το κυβερνόν δεξιό κόμμα κατέκτησε τη 2η θέση μετά το Σοσιαλιστικό Κόμμα, χάνοντας… 17 έδρες, πηγαίνοντας από 50 σε 33 (οι σοσιαλιστές παρέμειναν σταθεροί σε έδρες σε σχέση με το 2012, λαμβάνοντας 47). Τα ποσοστά συνιστούν πανωλεθρία: 26,7% από 40%.
Τα αποτελέσματα αποτελούν μια πεντακάθαρη καταδίκη της πολιτικής της λιτότητας την οποία ως και σήμερα, η κυβέρνηση υποστηρίζει… μετά μανίας. Η Ανδαλουσία, άλλωστε, είναι μια περιφέρεια με 34% ανεργία, αρκετά πάνω από τον Ισπανικό μέσο όρο. Καθόλου τυχαία, την δυσαρέσκεια του κόσμου, την εισέπραξε σε μεγάλο βαθμό το κινηματικό-ρεφορμιστικό Podemos, βγαλμένο μέσα από τους Indignados, που αναδεικνύεται ως το δεύτερο μεγάλο «αγκάθι» της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, μετά τον ΣΥΡΙΖΑ. Το Podemos κατέκτησε την τρίτη θέση με 14,9%, ήτοι 15 έδρες, στις Ανδαλουσιανές εκλογές, που θεωρούνται πρόκριμα για τις εθνικές εκλογές, τριπλασιάζοντας τη δύναμή του σε σχέση με τις Ευρωεκλογές.
Ένα σημαντικό τμήμα της φθοράς του Λαϊκού Κόμματος, εισέπραξε το νεότευκτο κεντρώο Ciudadanos (πολίτες) με 8,6% και 8 έδρες, που η ύπαρξή του και μόνο υπογραμμίζει τη σήψη του αστικού πολιτικού συστήματος και την προσπάθεια για δημιουργία εναλλακτικών λύσεων, με μια ορολογία που θυμίζει έντονα… Ποτάμι (ενάντια στα «παλιά» κόμματα κ.λπ.) Η «Ενωμένη αριστερά» κατέλαβε το 7,3% των ψήφων εξασφαλίζοντας 6-7 έδρες.
Το μόνο σίγουρο είναι πως η Ισπανία, η 4η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, και με πολύ μεγάλη συμμετοχή στο κεφάλαιο «ευρωπαϊκή κρίση», έχει εισέλθει σε μια περίοδο πολιτικών εκπλήξεων, αστάθειας και ανατροπών.


Γαλλία: «μαύρισαν» τον Ολάντ - δεύτερο κόμμα οι φασίστες

Αν στην Ισπανία ο μεγάλος χαμένος των εκλογών ήταν ο Ισπανός πρωθυπουργός, τότε στη Γαλλία, ο Πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ήταν αυτός που εισέπραξε το πιο ηχηρό χαστούκι απόρριψης της πολιτικής του, από τον Γαλλικό λαό, που ψήφισε στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών, διατηρώντας ωστόσο υψηλά τα ποσοστά της αποχής (50%).
Τα αποτελέσματα του Γαλλικού υπουργείου Εσωτερικών, κατέγραψαν πρώτο τον δεξιό συνασπισμό στον οποίο ηγείται το UMP του Νικολά Σαρκοζί, με 32%, δεύτερο το φασιστικό Εθνικό Μέτωπο (FN) με 25% και το κυβερνόν Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ολάντ, τρίτο με 22%. Σε ρηχά νερά κινήθηκε και το Μέτωπο της Αριστεράς, με 6,5%.
Πλέον, ο μεγάλος ανταγωνισμός είναι ανάμεσα στη δεξιά και στην ακροδεξιά στον δεύτερο γύρο των περιφερειακών εκλογών. Και μπορεί ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς να εκφράζει την ικανοποίησή του για το ότι «οι δημοκρατικοί σχηματισμοί διατήρησαν τη θέση τους, η άκρα δεξιά δεν είναι ο πρώτος πολιτικός σχηματισμός της Γαλλίας», ωστόσο γεγονός είναι πως η Μαρίν Λεπέν, δηλώνει εξίσου ικανοποιημένη, και δικαίως, αφού πλέον διεκδικεί την εξουσία στο δεύτερο γύρο, σε 1100 καντόνια, από τα 1900 που δεν κρίθηκαν από τη πρώτη Κυριακή. Ήδη από τον πρώτο γύρο ανέδειξε πρόεδρο σε 8 από αυτά, ενώ συνολικά τα ποσοστά της είναι ανεβασμένα σε σχέση και με τις Ευρωεκλογές και με τις τελευταίες τοπικές εκλογές. Δεν είναι και λίγο για μια Ευρώπη σε διαλυτική κρίση, στη δεύτερη ισχυρότερη χώρα της Ευρωζώνης, οι φασίστες να είναι πρώτη δύναμη σε 43 από τις 98 περιφέρειές της, βάζοντας παράλληλα πλώρη για τις Προεδρικές του 2017 (που σε περίπτωση νίκης, θα είναι ταφόπλακα για την Ευρωζώνη)…
Τα αποτελέσματα του FN, αν και μικρότερα απ’ ό,τι έδειχναν οι δημοσκοπήσεις, είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για όλη την Ευρώπη. Η ασθμαίνουσα αστική δημοκρατία όχι απλά δεν μπορεί να κόψει τον δρόμο στους φασίστες, αλλά ίσα-ίσα τον στρώνει για να περάσουν θριαμβευτές. Η περίπτωση Ολάντ είναι χαρακτηριστική: κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μετά τις δολοφονίες στο Charlie Hebdo, επένδυσε στο κλίμα τρομολαγνείας και ισλαμοφοβίας, κερδίζοντας ο ίδιος μια πρόσκαιρη ώθηση στη δημοτικότητά του (όντως, το πολύ κακό 22% είναι καλύτερο από το 14% των Ευρωεκλογών), στρέφοντας όμως έτσι μεγάλη μερίδα του κόσμου αποφασιστικά προς τα δεξιά αλλά και τα ακροδεξιά, στην ασφαλή «αγκαλιά» της Μαρίν Λεπέν και του φασισμού. Ο φασισμός, πάντα είχε, άλλωστε, «έτοιμες» όλες τις (δημαγωγικές) ψευτο«απαντήσεις», σε σχέση με την ανεργία, τη λιτότητα, την εγκληματικότητα, τις σχέσεις με την Ευρώπη, εκεί που η αστική δημοκρατία ψελλίζει μόνο μισόλογα και καθόλου πειστικές δικαιολογίες. Σε τελική ανάλυση, οι οριστικές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, δεν θα δοθούν στις κάλπες, αλλά στο πεδίο ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα σε επανάσταση κι αντεπανάσταση.


Ισραήλ: νίκη του Μπέντζαμιν Νετανιάχου

Νότιο-ανατολικότερα της Ευρώπης, στο Ισραήλ, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου κατάφερε να αναδειχτεί εκ νέου πρωθυπουργός, ενάντια σε όλες τις προβλέψεις και στο αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί από τις δημοσκοπήσεις.
Το κόμμα του, το δεξιό Λικούντ, πήρε 23% και 30 έδρες της Κνεσέτ, στηριζόμενο και από φασιστοειδείς τύπου Λίμπερμαν και Μπένετ. Δεύτερη δύναμη αναδείχτηκε η Σιωνιστική Ένωση, με ηγέτη τον Χέρτζογκ του Εργατικού Κόμματος, αλλά και την πρώην υπουργό Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι, που κατέκτησαν 19% και 24 έδρες.
Τα διεθνή ΜΜΕ μπορεί να κάνουν λόγο για «μεγάλη νίκη-έκπληξη» του Νετανιάχου, ωστόσο οι συνθήκες δεν είναι καθόλου ευοίωνες για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Για να καταγραφεί αυτή η νίκη χρειάστηκε η μεγαλύτερη δυνατή κινητοποίηση και συσπείρωση όλων των αντιδραστικών δυνάμεων της χώρας, γύρω από το πρόσωπο του Νετανιάχου, διαισθανόμενοι και οι ίδιοι τη βαθιά κρίση του Σιωνισμού και την επιδεινούμενη διεθνή του θέση. Ολόκληρη η καμπάνια του Νετανιάχου στράφηκε ενάντια στους Παλαιστίνιους και στο Ιράν. Εξαναγκάστηκε προσωπικά ο Νετανιάχου προεκλογικά να προβεί σε δηλώσεις ενάντια στους Άραβες του Ισραήλ που χαρακτηρίστηκαν ρατσιστικές από τα διεθνή ΜΜΕ, αλλά και να εκφράσει θέσεις απόρριψης της λύσης των δύο κρατών για το Παλαιστινιακό, κάτι που προκάλεσε την οργή των ΗΠΑ.
Οι διαρκώς επιδεινούμενες σχέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, άλλωστε, είναι εν μέρει κι ένα από τα έργα του Νετανιάχου και της ακραίας Σιωνιστικής πολιτικής του ενάντια στους Παλαιστίνιους και στο Ιράν, που βάζει σε μπελάδες την προστάτιδα Αμερικάνικη υπερδύναμη, προκαλώντας τριγμούς στη μεταξύ τους σχέση. Ακόμα και η μετεκλογική «συγγνώμη» του πρωθυπουργού για τις δηλώσεις του ενάντια στους Άραβες, δεν «συγκίνησαν» τον Λευκό Οίκο, που επέμεινε να τον επικρίνει.
Όμως, οι δηλώσεις του Νετανιάχου ενάντια στους Άραβες πολίτες του Ισραήλ, δεν ήταν μόνο για τις ανάγκες συσπείρωσης του αντιδραστικού-σιωνιστικού ακροατηρίου του, αλλά και δείγμα φόβου του Ισραηλινού πρωθυπουργού, για τις πρώτες ενδείξεις από τα εκλογικά κέντρα που έδειχναν ανεβασμένο το Αραβο-Ισραηλινικό κόμμα Χαντάς (Δημοκρατικό Μέτωπο για Ειρήνη και Ισότητα), λόγω της μεγάλης κινητοποίησης και συμμετοχής των Αράβων, εν αντιθέσει με προηγούμενες αναμετρήσεις. Το Χαντάς, για πρώτη φορά, αναδείχτηκε τρίτη δύναμη στην Κνεσέτ, με 14 έδρες, ενώ σε επαρχίες όπως η Ναζαρέτ, ήρθε πρώτο.
Ένας επιπλέον πονοκέφαλος, λοιπόν, για τη νέα θητεία του Νετανιάχου, αφού ο βαθιά κρισιακός Σιωνισμός, δεν έχει να αντιμετωπίσει πλέον μόνο την εξωτερική απομόνωση από τους συμμάχους του, αλλά και εσωτερικά, την πολιτική αφύπνιση κι ενεργοποίηση του πιο σκληρά εκμεταλλευόμενου και ρατσιστικά καταπιεζόμενου κομματιού του προλεταριάτου και των λαϊκών στρωμάτων της χώρας.

 

Κ. Αποστολόπουλος