Ζαπατίστας: Ξεπληρώνοντας ένα πολιτικό χρέος

Ζαπατίστας: Ξεπληρώνοντας ένα πολιτικό χρέος

του Jeremy Lester

Στην ηλικία μου είναι φυσικό να ρωτώ: πόσες περισσότερες
φορές έγινα μάρτυρας αυτής της αναμονής; Η αναμονή είναι
για μια νέα αρχή. Δεν πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά το
χρόνο που παραμένει νέος αλλά για μια προσφορά (γνήσιων)
επιλογών και πάλι.

John Berger

Το βλέμμα, που κοιτάζει
Εκεί που δεν μπορεί να δει, στρέφεται
Και οι δυο μιλάμε για
Αυτό που δεν συγκρατήθηκε
Αυτό αρχίζει ή τελειώνει;

Fernando Pessoa



Πόσο μακρύς φαίνεται ο χρόνος τώρα. Πολύ πιο μακρύς από τον πραγματικό αριθμό των… με τα οποία τυπικά μετράται ο χρόνος. Ο χρόνος είναι πραγματικά υποκειμενικός και ρευστός. Όπως το θέτει ένα παλιό ρητό: μπροστά στο χρόνο όλοι οι άνθρωποι είναι τυφλοί. Γύρισε το μυαλό σου πίσω, αν μπορείς, στις θλιβερές, μαύρες μέρες των αρχών της δεκαετίας του ’90. Θυμάσαι πόσο πολιτικά καταθλιπτικοί ήμασταν όλοι εκείνες τις μέρες; Δεν υπήρχε ούτε μια γωνιά στον κόσμο που να μη φαίνεται ότι βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία και την μπότα ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού των πολυεθνικών εταιρειών, που η εξουσία του δεν είχε όρια. Κανένας μας δεν πίστευε ούτε για ένα λεπτό τις ανόητες θριαμβολογίες ενός «Τέλους της Ιστορίας», και παρ’ όλα αυτά στο πίσω μέρος του μυαλού μας, ενέδρευε πραγματικά ο φόβος ότι οποιαδήποτε προοπτική επαναστατικής αντίστασης στον παγκόσμιο καπιταλισμό είχε σταματήσει επ’ αόριστο, τουλάχιστον όσο θα διαρκούσε η ζωή μας. Και τότε, ξαφνικά, κυριολεκτικά από το πουθενά, ένα ωραίο χειμωνιάτικο πρωινό, την 1η Γενάρη 1994, ξυπνήσαμε από τους ήχους της Ιστορίας που ζωντανεύει ξανά. Εκεί κάτω, σε μια μικροσκοπική, σχεδόν κρυμμένη γωνιά του Μεξικού, σε μια περιοχή που λίγοι από εμάς (αν είμαστε έντιμοι) είχαν ποτέ ακούσει ή ήξεραν πριν, που κατοικούνταν από ομάδες ιθαγενών που τα ονόματά τους δεν ήταν εύκολο να τα προφέρεις, λίγες χιλιάδες ελαφρά οπλισμένοι άντρες και γυναίκες, φορώντας μαύρες κουκούλες –δεν ήξεραν ότι ο δικός μας χειμώνας ήταν δικό τους καλοκαίρι– αυτοαποκαλούμενοι Ζαπατίστικος Στρατός Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN), μαζεμένοι στην αρχαία, αποικιακή πόλη Σαν Κριστομπάλ ντε λας Κάσας και καταλαμβάνοντας εκεί τις θέσεις - κλειδιά για κάποιες μέρες, και μαζί κατελάμβαναν και τις οθόνες των τηλεοράσεων σε όλο τον κόσμο καθώς και τη φαντασία μας. Το κάλεσμά τους ήταν το αρχαίο, πέραν του χρόνου, αίτημα για γη, ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα. Τσιάπας ήταν το σπίτι τους, το Μεξικό το κράτος τους, αλλά ήξεραν πολύ καλά ότι ο πραγματικός εχθρός που τους αρνούνταν τα δικαιώματά τους βρισκόταν πιο μακρυά ως προς τον χρόνο και το χώρο. Δεν ήταν μόνο το μεγάλο «τέρας» του Βορρά που σημάδευαν με τα όπλα τους αλλά σ’ ολόκληρο τον πλανήτη ήξεραν ότι υπήρχε μια πανίσχυρη ελίτ, που κατείχε τα πλούτη και την εξουσία του κόσμου. Το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι –μολονότι ήταν αόρατοι- ύψωναν στ’ αλήθεια το ανάστημά τους και έδειχναν ότι ήταν έτοιμοι να αναλάβουν έναν ανοιχτό αγώνα ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό και αν χρειαζόταν να δώσουν τη ζωή τους σ’ αυτόν τον αγώνα δεν ήταν μικρή κατάκτηση εκείνη την εποχή. Εν ολίγοις, αυτό που έκαναν ήταν να βγουν από την ασφυκτική κλειστοφοβία που περιέβαλε τον κόσμο. Έδωσαν στον εαυτό τους και σε όλους εμάς μια αίσθηση ενός καινούργιου χώρου που περίμενε να τον ανακαλύψουμε και να τον εξερευνήσουμε. Ενός καινούργιου χώρου, που περιελάμβανε ένα «αλλού» και ένα «αλλιώς». Ενός καινούργιου χώρου με έναν ορίζοντα. Όχι για να βάλεις ένα μικρό σημάδι μέσα σ’ αυτόν, αυτό που αντιπροσώπευαν δεν ήταν τίποτε λιγότερο από την αναγέννηση και την ανανέωση της Ελπίδας. Όπως το θέτει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Η ελπίδα μας δόθηκε για χάρη εκείνων που δεν έχουν ελπίδα».

Τα επόμενα δύο χρόνια οι Ζαπατίστας βρίσκονταν διαρκώς στη σκέψη μας και στη συνείδησή μας. Μας ανέβαζε ο αγώνας τους· παίρναμε θάρρος από τη γενναιότητα και την τόλμη τους. Υπνωτιστήκαμε από την τακτική και τη στρατηγική τους. Και πόσο χαρούμενα χαμογελούσαμε όταν διαβάζαμε, σχεδόν καθημερινά, τις ανακοινώσεις, τις ιστορίες, την ποίηση που αναδυόταν από την ζούγκλα της Λακαντόνας, γραμμένα όλα από τον υποδιοικητή Μάρκος. Εκείνη την περίοδο, οι Ζαπατίστας ήταν σαν τις αληθινές πυγολαμπίδες που έριχναν μια μικρή  ακτίνα λαμπερού φυσικού φωτός σ’ ένα κόσμο που είχε γίνει τυφλός και τρελός από τα αφηνιασμένα πανίσχυρα τεχνητά φώτα της καπιταλιστικής φαντασίας. Ήταν ένα φως που φώτιζε τη σκέψη. Τίποτε δεν μπορούσε να είναι πιο εύθραυστο από τον χορό των πυγολαμπίδων. Αλλά τίποτε δεν μπορεί να μας βοηθήσει περισσότερο για να αντισταθούμε στους τρόμους του κόσμου τούτου από το να γραπωθούμε από αυτά τα φτερά που φωτίζουν και πετάνε. Ήταν ένα μάθημα που μας δίδαξε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, για τον οποίο οι πυγολαμπίδες ήταν μια σταθερή μεταφορά γι’ αυτούς που αντιπροσώπευαν τις δυνάμεις της αντίστασης (ανάμεσα στους οποίους συμπεριελάμβανε πάντα τους φτωχούς των φτωχών) ενάντια σ’ έναν καπιταλισμό που σκόπιμα έκανε μια «ανθρωπολογική γενοκτονία». Και μολονότι λίγο πριν από τη σκληρή και πρόωρη δολοφονία του, ο ίδιος ο Παζολίνι είχε υποχωρήσει στις σκοτεινές δυνάμεις του πεσιμισμού και είχε γράψει ότι οι πυγολαμπίδες είχαν πάψει να υπάρχουν, τις είχε εντελώς καταβροχθίσει η αποφυσικοποίηση του κόσμου, οι Ζαπατίστας φαινόταν να είναι η ζωντανή απόδειξη ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Είχαν επιβιώσει. Βρισκόταν ακόμα εκεί με όλη την αθωότητά τους, μια επιτομή χαράς μπροστά σε μια τραγωδία. Μιας χαράς σε πείσμα όλων – της πείνας, της κούρασης, του φόβου, του πόνου, του αποκλεισμού, της εκμετάλλευσης. Ήταν στ’ αλήθεια δικός τους ένας χορός που εξέφραζε την επιθυμία για κάτι καινούργιο – μια νέα μορφή κοινότητας. Ήταν η προσωποποιημένη φωταύγεια.

Πως ο χρόνος και τα γεγονότα (και ο κόσμος σαν σύνολο) έχουν μετακινηθεί μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ενώ η περιοχή της αντίστασης έχει γίνει πραγματικά παγκόσμια, είναι τώρα ο ίδιος ο καπιταλισμός –τουλάχιστον στη νεοφιλελεύθερη μορφή του– που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απειλή (ελπίζουμε) διαρκούς εξόντωσης. Όχι μόνο ονειρευόμαστε ότι ένας άλλος κόσμος είναι δυνατός, αλλά σιγά-σιγά αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να τον κατακτήσουμε αν συγκεντρώσουμε όλα τα αποθέματα του θάρρους μας. Αλλά κατά μια ειρωνεία, όσο ο χώρος της αντίστασης μεγαλώνει και πολλαπλασιάζεται τόσο ο χώρος των Ζαπατίστας γίνεται όλο και πιο περιορισμένος. Έχουν, σε μεγάλο βαθμό, γίνει η ξεχασμένη δύναμη. Εν μέρει, αυτή είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της σημερινής, μεγαλύτερης, παγκόσμιας διάστασης της αντίστασης. Και εν μέρει, σε μεγάλο βαθμό, αυτό έχει να κάνει με τα λάθη τακτικής, στρατηγικής, καθώς και ιδεολογικά, που έκαναν οι ίδιοι οι Ζαπατίστας. Όπως έγραψε το 2009 ο Τζον Ρος, ένας από τους πιο αφοσιωμένους υποστηρικτές τους: «Τα τελευταία χρόνια (ο Μάρκος) μεταμορφώθηκε σε έναν επονείδιστο ναρκισσιστή τσαρλατάνο που είναι μονόπλευρα υπεύθυνος για την απαξίωση του Ζαπατιστικού κινήματος ως εθνικού και διεθνούς παίκτη της Αριστεράς»1.

Τώρα τα μηνύματά του περιγράφονται ως «ανυπόφορα», «υστερικά» ή «λίβελοι» (ενάντια σε αυτο-προσδιοριζόμενους πολιτικούς εχθρούς, που περιλαμβάνει σχεδόν τον καθένα μας).

Όπως κάθε αλλαγή κρίσης, η καινούργια κριτική ήταν ίσως λίγο υπερβολική στην οξύτητά της και στην απογύμνωση του Μάρκος ως άτομο. Αλλά πίσω από όλο αυτό υπήρχε ουσία και ο Ρος είχε αναμφίβολα δίκιο στον ισχυρισμό του ότι οι Ζαπατίστας είχαν χάσει πολύ από το προηγούμενο κύρος τους, όσο περνούσε καιρός. Επιπλέον, λίγοι μπορούν να αμφιβάλλουν ότι αυτό συνέπεσε με την εγκατάλειψη σε μεγάλο βαθμό ενός μεγάλου τμήματος της ριζοσπαστικής θεώρησης που είχαν κάποτε. Και όπως μετέτρεψαν την «τοπική αυτονομία» στο σχεδόν αποκλειστικό τους ρεφρέν, έτσι εγκατέλειψαν εντελώς οτιδήποτε έχει σχέση με τη αληθινή αντι-κρατική (αντικαπιταλιστική) εξέγερση. Εν ολίγοις, δεν μπορεί κανείς απλώς να αποκαλεί πια τους Ζαπατίστας ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό, πολύ λιγότερο, επαναστατικό κίνημα. Οι εμβληματικές εικόνες με τις οποίες θέλουν πάντα να συνδέονται δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από θλιβερά κατάλοιπα των παλιών φιλοδοξιών και ελπίδων τους.

Όμως, παρά τις αλλαγμένες περιστάσεις και παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της πολύ διαδεδομένης κριτικής φαίνεται να ισχύει, δεν μπορώ να ξεπεράσω το αίσθημα ότι οφείλω ακόμα ένα πολιτικό χρέος στους Ζαπατίστας. Ένα χρέος που θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί παίρνοντας κάποια μορφή και ένα χρέος που, τουλάχιστον από προσωπική σκοπιά, αισθάνομαι ότι πρέπει να ξεπληρωθεί. Το αρχικό τους μήνυμα αντίστασης και εξέγερσης είχε αναμφίβολα σημαντικά συνεχή αποτελέσματα σε πολλά μέρη του κόσμου, όχι μονάχα από μια καθαρά «εμπνευσιακή» ή «συγκινησιακή» προοπτική, αλλά και από μια πρακτική (καθώς και οργανωτική) σκοπιά. Τουλάχιστον κάποιες από τις άμεσες μορφές πάλης και αντίστασης που συνέβησαν την τελευταία δεκαετία περίπου είχαν σίγουρα μια  επίδραση που βοηθά (εν μέρει) στο να εξηγήσουμε γιατί υπήρξε μια ισχυρή αναγέννηση των αναρχικών μορφών διαμαρτυρίας και αντίστασης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Όταν εγώ βρέθηκα στο Μεξικό και στην Τσιάπας (το Νοέμβρη 2012) βρήκα την ευκαιρία να επισκεφτώ και να διαμείνω με τους Ζαπατίστας σε μια από τις κοινότητές τους στο βουνό. Εδώ βρισκόταν η ιδανική ευκαιρία για…. το πολιτικό χρέος (από μια προσωπική προοπτική) που έπρεπε να ξεπληρωθεί.

Ως άμεση συνέπεια των αρχικών τους πράξεων αντίστασης και πάλης, σχεδόν ένα εκατομμύριο εκτάρια γης κατά μήκος της περιοχής της Τσιάπας «ανακαταλήφθηκαν και διανεμήθηκαν σε σχεδόν ένα τέταρτο του εκατομμυρίου στερημένων από γη ιθαγενών campesinos που ανήκαν στο ζαπατιστικό κίνημα. Μετά το 2003, αυτή η γη χωρίστηκε σε 1.111 πολύ μικρές αυτόνομες ζαπατιστικές κοινότητες, ομαδοποιημένες σε 38 «δημοτικά συμβούλια», τα οποία έκτοτε συντονίζονται από πέντε ανώτερα ιεραρχικά κεντρικά συμβούλια ή «Συνελεύσεις Καλής Κυβέρνησης», γνωστές επίσης ως caracοles (κοχύλια). Αυτές οι συνελεύσεις καλής κυβέρνησης πολιτών αντιπροσωπεύουν όχι μόνο την τυπική απόσπαση εξουσίας από την παλιά στρατιωτική δομή του EZLN, αλλά έχουν επίσης γίνει στην ουσία μια μορφή «αυτοκυβέρνησης» των ζαπατιστικών κοινοτήτων και ένας τρόπος εγκαθίδρυσης ενός τυπικού μηχανισμού μέσω του οποίου έχουν σχέσεις με τους έξω, δηλαδή, με όσους θέλουν να μπουν στην ελεγχόμενη από τους ζαπατίστας περιοχή, όπως και με τις «επίσημες», «νόμιμες» δημοτικές αρχές που βρίσκονται ακόμα υπό τον έλεγχο του μεξικανικού κράτους.

Ο προσδιορισμός αυτών των «συνελεύσεων καλής κυβέρνησης» ως caracoles έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο όρος σίγουρα δεν είναι τυχαίος. Όπως τόνισε ο ίδιος ο Μάρκος, ένα caracol «είναι ένα μεγάλο βαθύ κοχύλι, μυτερό και σπειροειδές, που μπορεί να πολλαπλασιάσει τους ήχους – τόσο αυτούς που ακούει κανείς όσο και αυτούς που εκπέμπει. Οι ιθαγενείς Τσιάπας είχαν πάντα σε μεγάλη εκτίμηση το caracol, γιατί το θεωρούν σύμβολο γνώσης και ζωής. Στο απώτερο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε συχνά για να συγκαλέσουν την κοινότητα και ως βοήθεια για να ακουσθούν οι πιο μακρινές λέξεις. Όπως ο ίδιος σημειώνει οι caracoles αποτελούν «ένα μικρό μέρος του κόσμου που προσδοκούμε, που σχηματίζεται από πολλούς κόσμους». Θα είναι «σαν τις πόρτες που επιτρέπουν να μπεις στις κοινότητες και επιτρέπουν στις κοινότητες να βγουν, σαν τα παράθυρα που αφήνουν τους ανθρώπους να δουν μέσα και έτσι μπορούμε να δούμε και έξω, σαν τα μεγάφωνα που προβάλλουν τις λέξεις μας σε απόσταση και μπορούμε να ακούμε τη φωνή κάποιου που βρίσκεται μακρυά. Αλλά πάνω απ’ όλα για να μας θυμίζει ότι θα έπρεπε να ατενίζουμε και να ανταποκρινόμαστε στην ολότητα των κόσμων που γεμίζουν τον κόσμο»2. Η αρχαία σημασία του caracol επεξηγείται περισσότερο από τον Pablo Conzalez Casanova: «Από τα λόγια του υποδιοικητή Μάρκος μπορούμε να δούμε ότι οι caracoles σημαίνουν συνείδηση αυτού που είναι εσωτερικό και εκείνου που είναι εξωτερικό, αυτό που βλέπει κάποιος που δεν κοιτάζει μόνο τον εαυτό του αλλά τους άλλους, κάποιος που κινητοποιεί τον εαυτό του και τους άλλους –όσο μακρυά κι αν βρίσκονται και όσο χαμένοι κι αν είναι μέσα στα όνειρά τους και στις κρυψώνες τους– να συμμετέχουν σε όλο και πιο αποτελεσματικές δράσεις για να πετύχουν τους επιδιωκόμενους στόχους. Ο σωστός τρόπος για να ακούς και να μιλάς υποδεικνύεται από τον μεσοαμερικανικό μύθο των θεών που εμπιστεύονταν έναν απ’ όλους για να κρατά στους ώμους του τον ουρανό. Για να εκπληρώσει την αποστολή του αυτός ο sostenedor del cielo κρέμασε στο στήθος του ένα κοχύλι και μ’ αυτό άκουγε τους ήχους και τις σιωπές του κόσμου για να δει αν όλα πήγαιναν καλά, και με αυτό το κοχύλι καλούσε τους άλλους sostenedores για να μην τους πάρει ο ύπνος ή για να μπορεί να τους ξυπνήσει»3.

Σε ποιο βαθμό λοιπόν αυτές οι λέξεις αντανακλούν τα γεγονότα; Από τις 5 caracoles που υπάρχουν  -La Realidad, Oventic, La Garrucha, Morella, και Roberto Barrios– το πιο εύκολο είναι να επισκεφθεί κανείς το Oventic, που βρίσκεται σε απόσταση μόλις 40 χιλιόμετρα από το San Cristobal de las Casas, με πολύ εύκολη οδική πρόσβαση. Με πολλούς τρόπους, εντούτοις, είναι πολύ εύκολο να το επισκεφθεί κανείς. Στο μικρό, φτωχικό ξενοδοχείο στο οποίο διέμεινα στο San Cristobal, για παράδειγμα, διαφήμιζαν «εκδρομές με οδηγό για το Oventic». Σύμφωνα με την περιγραφή που δώσαμε οι εκδρομές ήταν προγραμματισμένες να διαρκέσουν περί τις δύο ώρες, κάτι που θα έδινε στον επισκέπτη πολύ χρόνο για να πάρει πολλές ωραίες φωτογραφίες των Ζαπατίστας μέσα στο φυσικό τους περιβάλλον, ντυμένους για την περίσταση με τις παραδοσιακές φορεσιές των ιθαγενών, καλυμμένους με τις μαύρες κουκούλες ή με χρωματιστά μαντήλια να καλύπτουν τα πρόσωπά τους. Η εκδρομή θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει σύντομες αναφορές στη ζαπατιστική έννοια της «καλής εναντίον της κακής κυβέρνησης» και θα τελείωνε με το γενικό απόθεμα από Τσε Γκεβάρα, όπου ένα πλήθος «σουβενίρ αλληλεγγύης» θα ήταν διαθέσιμα να πουληθούν. Όλα σχεδιασμένα για την «κύρια επίδειξη» όλων όσων έχουν γίνει και όσων έχουν επιτευχθεί μέσα στα χρόνια πάνω στην έννοια της αυτονομίας. Θα ήταν δύσκολο να μη σκεφθεί κανείς ότι πιο κατάλληλος όρος θα ήταν το ισοδύναμο μιας μινιατούρας «στυλ πάρκου Walt Disney». Επιπλέον, με δεδομένη την πολύ έγκυρη κριτική και την δηλητηριώδη αντίθεση στον τρόπο που οι μεξικανικές και τοπικές αρχές εκμεταλλεύονται τη φυσική ομορφιά της περιοχής των Τσιάπας και τις καλύτερες αρχαιολογικές τοποθεσίες των πανάρχαιων Μάγια, που βρίσκονται εκεί, για να προωθήσουν όλα τα είδη ληστρικών εμπορικών σκοπών, δεν θα μπορούσε να αποφύγει κανείς τη σκέψη ότι δεν τα πήγαν πολύ καλά στην αντιτουριστική τους επιχείρηση. Πραγματικά, σε πολλές περιπτώσεις εκπλήσσεται κανείς από το βάθος της εμπορευματοποίησης στην οποία έχει φτάσει το όνομα Ζαπατίστα.

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, μια επίσκεψη στο Oventic δεν ακούστηκε σαν μια απόλυτα δελεαστική προοπτική. Αν η τουριστική πρόσβαση στο caracol Oventic είναι πολύ ανοιχτή και προσιτή, η πρόσβαση σε οποιαδήποτε άλλη από τις caracoles των ελεγχόμενων από τους Ζαπατίστας κοινοτήτων είναι αντίθετα γεμάτη με τεράστιες δυσκολίες και εμπόδια. Για να είμαστε έντιμοι, ένα μέρος των δυσκολιών που συναντά κανείς εδώ σχετίζεται με τις συνεχιζόμενες και ακόμα πολύ συχνές παραστρατιωτικές επιθέσεις στις κοινότητες των Ζαπατίστα. Ιδιαίτερα τους τελευταίους δύο μήνες έχουμε δει πολλές δηλητηριώδεις επιθέσεις και αυτό έχει θέσει τις «κατεχόμενες από τους αντάρτες κοινότητες» σε κατάσταση συναγερμού.

Με δεδομένα αυτά τα ζητήματα ασφάλειας αυτές τις μέρες, με εξαίρεση τις απόλυτα ελεγχόμενες και απόλυτα ρυθμισμένες βόλτες στο Oventic, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι κοινότητες των Ζαπατίστα είναι ακραία απρόθυμες –και σε κάποιες περιπτώσεις κάθετα αντίθετες– στο να δεχθούν «επισκέπτες» οποιουδήποτε τύπου, ανεξάρτητα από το πόσο συντροφικά αισθάνονται αυτοί, και ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρές μπορεί να είναι οι πολιτικές εγγυήσεις που τους συνοδεύουν και η επιθυμία τους να εκφράσουν τη συμπάθεια και την αλληλεγγύη τους. Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούν μια δυνατή κραυγή, που έρχεται από παλιότερες εποχές ιδιαίτερα στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν οι σύντροφοι επισκέπτες ενθαρρύνονταν πολύ και γίνονταν δεκτοί με ανοιχτές αγκάλες. Ποιος μπορεί να ξεχάσει, για παράδειγμα, την «διαγαλαξιακή συνεύρεση» εκείνης της εποχής. Ο τυπικός λόγος που επικαλούνται για αυτήν την καινούργια απροθυμία τους είναι ότι όλοι οι επισκέπτες, χωρίς διάκριση, έχουν σαν αποτέλεσμα να διακόπτουν την κανονική, καθημερινή ζωή και τις συνήθειες της κοινότητας, αλλά μπορεί κανείς να πει ότι όλο αυτό ακούγεται σαν αστήρικτη δικαιολογία.

Όμως οι ισχυρές παραστρατιωτικές απειλές και η πιθανή απροθυμία φιλοξενίας δεν αποτελούν από μόνες τους ικανοποιητικούς παράγοντες, ικανούς να αποθαρρύνουν μια πιθανή επίσκεψη εκεί εάν μπορούσε αυτό να διευθετηθεί. Οι περισσότερες ζαπατιστικές κοινότητες αυτό τον καιρό διατηρούν δεσμούς μόνο με μια χούφτα τοπικές οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίες δικαιούνται να δίνουν «συστατικές επιστολές». Ακόμα και αν μπορέσει να βρει κάποιος μια τέτοια επιστολή –όπως συνέβη με εμένα-  πρέπει τις περισσότερες φορές να υποβληθεί σε ερωτήσεις για πολλές μέρες («ανάκριση» θα ήταν καλύτερος όρος) μαζί με τους απαιτούμενους ελέγχους, προτού δοθεί μια τέτοια επιστολή. Αλλά και τότε ακόμα αυτό που πάντα τονίζεται είναι ότι μια συστατική επιστολή δεν εγγυάται καθόλου ότι θα σου επιτραπεί να περάσεις το κατώφλι των Ζαπατίστα.

Το δεύτερο μέρος στο επόμενο φύλλο


Μετάφραση: Κατερίνα Μάτσα

John Ross “Εμπορευματοποιώντας την Επανάσταση. Τα Ζαπατιστικά χωριά γίνονται θερμοί τουριστικοί προορισμοί». Counterpunch, 17 Φλεβάρη 2009.

2 Pablo Gonzáles Casanova “The Zapatista caracoles” Network of Resistance and Autonomy. Socialism and Democracy, Vol.19, Nov. 2005, p. 79-80.
3 ο.π.π. σελ. 87.


Νέα Προοπτική τεύχος#552# Σάββατο 29 Ιουνίου 2013