Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από θερμά κλίματα*

Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από θερμά κλίματα*

Δυο πράγματα μισώ σε ό,τι έχει σχέση με τον αθλητισμό. Τους τύπους που βλέπω να κάνουν τζόκινγκ στις 7 το πρωί στον Λυκαβηττό και τη Βραζιλία στην μπάλα.
Τους πρώτους γιατί την ώρα που κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του προσπαθεί απεγνωσμένα να ανοίξει το μάτι του με φραπέ και τσιγάρα και συνήθως αποτυγχάνει να πετύχει δυο ίδιες κάλτσες για να προλάβει τη δουλειά, αυτοί τρέχουν ανέμελοι στο δασάκι λες και έχουν παρκάρει σπίτι τη ζωή να τους περιμένει. Όταν μάλιστα φαντάζομαι πρωινά με φρέσκους χυμούς, κορν-φλέικς και άλλα τέτοια αηδιαστικά, τότε μου έρχεται να πάρω φόρα και να αρχίσω να τους πατάω με το μηχανάκι έναν έναν.

Τους Βραζιλιάνους για τον ακριβώς αντίθετο άρα τόσο ίδιο λόγο. Η έλλειψη πειθαρχίας και οργάνωσης, το βλέμμα αλάνας και η αφέλεια του καλύτερου είναι στοιχεία ξένα σε ένα παιχνίδι που είναι προσομοίωση του πολέμου. Δεν το έχω ψάξει, όμως εικάζω πως είναι η ομάδα με τα λιγότερα 0-0 στον πλανήτη. Και όσοι προσπάθησαν να στριμώξουν το αστείρευτο ταλέντο στο ποτ-πάγκα της στρατηγικής του μοντέρνου ποδοσφαίρου, απέτυχαν.  Η πόρτα δεν έκλεινε, πάντα κάτι περίσσευε, κάτι ξέφευγε. Οι βραζιλιάνοι ήταν πάντα οι καλύτεροι μπαλαδόροι αλλά ποτέ οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές. Είναι τρομερό να βλέπεις ένα γήπεδο να καίγεται και αυτούς να κάνουν τακουνάκια. Και πάντα να έχουν στο πλευρό τους και τους περίφημους ‘λάτρεις του θεάματος’ απ’ όλο τον κόσμο, αυτών δηλαδή  που προτιμούν να χάνουν ενώ μπορούν να κερδίσουν.

Για όλους αυτούς, το επερχόμενο μουντιάλ (2014) και η τωρινή πρόβα τζενεράλε του, το κύπελλο Συνομοσπονδιών, στα Βραζιλιάνικα γήπεδα, θα ήταν η χαρά του ποδοσφαίρου, μια απολαυστική προσδοκία. Όμως αυτή τη φορά οι καιροί είναι απαγορευτικοί, η ζωή έχει άλλες προτεραιότητες να κοιτάξει και πρώτα απ’ όλα τον εαυτό της. Το πραγματικό θέαμα τώρα είναι ακριβώς έξω από τα γήπεδα. Εκεί όπου ο λαός ανυποχώρητος συγκρούεται καθημερινά με το κράτος, εκεί όπου ο λαός μαζεύει ήδη τους πρώτους του νεκρούς από την άσφαλτο και στο όνομα τους ορκίζεται εκδίκηση. Η προβολείς της ‘εξέγερσης του ξυδιού’ άναψαν αστραπιαία από τη μια πόλη στην άλλη, φωτίζοντας την αληθινή πλευρά του αγαπημένου παιδιού των αγορών, του πρώτου συνθετικού των πρόωρα ενταφιασμένων από την οικονομική ορολογία, BRICS. Αν ο ερχομός του Λούλα σηματοδοτήθηκε από το στήσιμο του φράγματος απέναντι στο ορμητικό ποτάμι του αργεντινάζο, τότε η διαδοχή του σχεδόν συμπέφτει με την απόλυτη διάβρωση και διάρρηξη αυτού του φράγματος από την αντίθετη μάλιστα κατεύθυνση. Από το κέντρο της Λατινικής Αμερικής προς την περιφέρειά της. H Dilma Russef, παίρνοντας πανικόβλητη πίσω τα μέτρα και τάζοντας παροχές, αδυνατεί να ανακόψει στο ελάχιστο μέχρι στιγμής αυτή την πορεία, όπως αδυνατεί φυσικά και να τη βουλώσει με την τάπα της κρατικής καταστολής. Ούτε τα ιπτάμενα πάνω από φτωχογειτονιές και φαβέλες ψίχουλα, ούτε οι σφαίρες των μπάτσων αρκούν σε μια εποχή τεκτονικών μετακινήσεων. Ούτε βέβαια η μπάλα μπορεί να μαστουρώσει πια ένα λαό, ακόμα και αυτόν το λαό. Όμως από το Ρίο μέχρι την Ταξίμ και από την Ινδονησία μέχρι παντού, χρειαζόμαστε σύστημα. Οι μεγάλες αναμετρήσεις έφτασαν και το τουρλουμπούκι γίνεται επικίνδυνο. Μέσα από την οργάνωσή μας θα καταφέρουμε να μισήσουμε την ήττα όπως μισούμε κάθε βάρβαρο πρωινό ξύπνημα. Να τη μισήσουμε όπως και απ’ όπου και αν μας σερβίρεται. Και να νιώσουμε πως δεν μας αξίζει..

Μιχάλης Μ.

*Ο τίτλος είναι κλεμμένος από το ομώνυμο απίστευτο βιβλίο του Τομ Ρόμπινς εκδ. ΑΙΟΛΟΣ


Νέα Προοπτική τεύχος#552# Σάββατο 29 Ιουνίου 2013