H Συρία ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση

H Συρία ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση


του Sungur Savran


Η πάλη μεταξύ του Μπααθικού καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ και των λαϊκών μαζών της πόλης και της υπαίθρου στη Συρία που ξεκίνησε στις 15 Μαρτίου 2011 φαίνεται να έχει εξαντλήσει και τις δύο πλευρές με την αγριότητα της, υπόσχοντας την επικείμενη νίκη σε μια τρίτη δύναμη η οποία έχει προσεκτικά σχεδιαστεί, υποστηριχθεί και οπλιστεί από τις διεθνείς δυνάμεις της αντεπανάστασης. Αυτή η τρίτη δύναμη είναι ένας αστικός συνασπισμός που απαρτίζεται από διαφορετικές πολιτικές τάσεις, ο οποίος συμπεριλαμβάνει καιροσκόπους φιλο-ιμπεριαλιστές αστούς πολιτικούς που ζουν στην εξορία και περιμένουν την ημέρα τους να έρθει, τα Σουνητικά Μουσουλμανικά κινήματα διάφορων αποχρώσεων, με κυριότερη την Μουσουλμανική Αδελφότητα, άμεσοι εκπρόσωποι διαφόρων τμημάτων της Συριακής αστικής τάξης και αποστάτες από το Συριακό στρατό. Οι δυνάμεις της διεθνούς αντεπανάστασης, αποτελούμενες κυρίως από τον ιμπεριαλισμό, φυσικά με πρώτες και καλύτερες τις ΗΠΑ, τη Σουνίτικη Αραβική αντίδραση με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, και την Τουρκία (το Ισραήλ έχει κρατήσει ένα απίστευτα χαμηλό προφίλ) φαίνεται να πλησιάζουν στην επιτυχία του μεγάλου τους στόχου να εκτρέψουν την εξέγερση των λαϊκών μαζών, ένα γνήσιο τμήμα της Αραβικής επανάστασης, σε ένα “υπεύθυνο”, φιλο-ιμπεριαλιστικό κίνημα που μπορεί να πάρει τη θέση του Άσαντ χωρίς ριζική ρήξη με το υπάρχον αστικό καθεστώς.

Ωστόσο, καθώς η Συριακή επανάσταση ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το προσκήνιο προς όφελος μιας νέας αστικής κυβέρνησης, έχει πολύ πρόσφατα γεννήσει ένα παραπροϊόν ικανό να ταρακουνήσει το status quo όχι μόνο της Συρίας αλλά και ολόκληρης της περιοχής με τη μορφή μιας αυτόνομης περιοχής που σχηματίζεται στις Βόρειες επαρχίες της Συρίας. Ένα νέο αυτόνομο Κουρδιστάν αναδύεται μπροστά στα ίδια μας τα μάτια και αυτή τη φορά, αντίθετα από την Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν στο Βόρειο Ιράκ, δεν έχει σχεδιαστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες.


Πώς ο ιμπεριαλισμός, η Αραβική αντίδραση και η Τουρκία έχουν υποσκελίσει τη Συριακή επανάσταση 

Παρά τις επίμονες αβάσιμες διαδόσεις περί του αντιθέτου, η Αραβική επανάσταση που ξεκίνησε στην Τυνησία στα τέλη του 2010 και εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά σε πολλές άλλες Αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Μπαχρέιν και Υεμένη για να παραθέσουμε μόνο τις πλέον προεξέχουσες περιπτώσεις) έπιασε απροετοίμαστο τον ιμπεριαλισμό και προκάλεσε σοβαρή ζημιά στη θέση του στον Αραβικό κόσμο. Πέρα από τη δυναμική της διαρκούς επανάστασης που τέθηκε σε κίνηση κυρίως στην Αίγυπτο, όπου η προλεταριακή πάλη ήταν αποφασιστική ακόμα και σε αυτή την πρώιμη φάση της επανάστασης, και η εναλλακτική προοπτική της ανόδου στην εξουσία της μίας ή της άλλης απόχρωσης του πολιτικού Ισλάμ, της καλύτερα οργανωμένης αντιπολίτευσης σε αυτές τις χώρες για δεκαετίες, ήταν επίσης απειλή για το Ισραήλ και το τριών δεκαετιών status quo της Μέσης Ανατολής χτισμένο πάνω στο Καμπ Ντέηβιντ. Αντιμέτωπος με την τρομερή έφοδο των μαζών πιο ανάγλυφα συμβολισμένη από την πλατεία Ταχρίρ, ο ιμπεριαλισμός, μετά από μερικούς αυτοσχεδιασμούς, επινόησε μια στρατηγική. Αυτή επονομάστηκε “ομαλή μετάβαση” και στόχευσε στο να σώσει ότι μπορούσε να σωθεί από τους θεσμούς ενώ θυσίαζε τους πιο προεξέχοντες παράγοντες του παλιού καθεστώτος. Η ανατροπή των Μπεν Αλί (Τυνησία), Μουμπάρακ (Αίγυπτος), και Σάλεχ (Υεμένη) ήταν απαραίτητη για να ρίξουν τον πυρετό των μαζών. Επιπρόσθετα, ένας ιμπεριαλιστικός συνασπισμός, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και τη Γαλλία αναπήδησε στον περιφερειακό και φυλετικό εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη για να υποστηρίξει την αντιπολίτευση στον Καντάφι στρατιωτικά ώστε να δημιουργήσει μια ασφαλή βάση για ιμπεριαλιστική επέμβαση ταυτόχρονα σε Αίγυπτο και Τυνησία σε περίπτωση που αυτές οι δύο επαναστάσεις, οι πιο προχωρημένες μέχρι στιγμής, ξεφύγουν από τον έλεγχο. 


Η Συρία έχει τις ιδιαιτερότητες της. Είναι, το πιο σημαντικό, ένας άμεσος γείτονας του Ισραήλ. Παρόλο που η Σιωνιστική οντότητα θεωρεί το καθεστώς Μπάαθ ως έναν παραδοσιακό εχθρό, κανείς δεν πρέπει να το ξεχνά πως, μέσω της διαμεσολάβησης του Ερντογάν, του Τούρκου πρωθυπουργού, το Ισραήλ και η Συρία ήταν στα πρόθυρα να δημιουργήσουν τη δικιά τους εκδοχή του Καμπ Ντέηβιντ μέχρι που η Σιωνιστική επίθεση στη Γάζα στα τέλη του 2008 κατέστρεψε την όλη επιχείρηση. Φοβούμενοι πως μια Σουνίτικη Ισλαμιστική εναλλακτική στην Αλεβίτικη, μπορούμε να πούμε κοσμική, κυβέρνηση του Άσαντ θα ήταν θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη απειλή για το Ισραήλ, το κατασκεύασμα των ΗΠΑ και των Σιωνιστών, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με τη Συριακή επανάσταση το Μάρτιο του 2011, στην αρχή επέλεξαν τη μεταρρύθμιση του υπάρχοντος καθεστώτος ώστε να απορροφηθούν τα αιτήματα του κινήματος των μαζών. Αυτή ήταν επίσης η γραμμή που ακολουθήθηκε από τη μετριοπαθή Ισλαμιστική κυβέρνηση του Ερτογάν στην Τουρκία, αφού είχε επενδύσει τόσα πολλά στις σχέσεις της με την κυβέρνηση Άσαντ τα προηγούμενα χρόνια.

Αλλά η κυβέρνηση Άσαντ και η Σουνίτικη, Χριστιανική και Αλεβίτικη μεγαλοαστική τάξη στενά συνυφασμένες με τη Μπααθική γραφειοκρατεία στην κοινωνικο-οικονομική της ύπαρξη δεν ήταν έτοιμες να παραχωρήσουν σοβαρό έδαφος στα αιτήματα των μαζών. Μόνο όταν συνειδητοποίησε αυτή την ανικανότητα ή απροθυμία ο διεθνής αντεπαναστατικός συνασπισμός γύρισε την πλάτη του στον Άσαντ. Περίπου έξι μήνες μετά την έναρξη την επανάστασης, στα τέλη του καλοκαιριού του 2011, η Τουρκική κυβέρνηση δημιούργησε με ειδική παραγγελία μια αντιπολίτευση κάτω από την ομπρέλα του αποκαλούμενου Συριακού Εθνικού Συμβουλίου (στο εξής ΣΕΣ) κατ' εικόνα του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου στη Λιβύη, ώστε να σχηματίσει μια “αξιόπιστη” αστική αντιπολίτευση στην εξορία συγκεντρώνοντας όλες τις πιστές τάσεις στην ιμπεριαλιστική τάξη. Αυτό μερικούς μήνες αργότερα συμπληρώθηκε με τη δημιουργία του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (ΕΣΣ), στον οποίο δίνεται κατάφωρα άσυλο και εκπαίδευση από την Τουρκία, οπλίζεται με χρήματα από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ και του παρέχονται πληροφορίες από τις ΗΠΑ. Η αστική αντιπολίτευση εκπροσωπούμενη από το ζευγάρι ΣΕΣ-ΕΣΣ είναι δημιούργημα του ιμπεριαλισμού, της Αραβικής αντίδρασης και της Τουρκίας ώστε να εκτρέψουν τη Συριακή Επανάσταση σε μια πορεία αποδεκτή από αυτούς. 

Η στρατηγική εδώ είναι ξανά αυτή της “ομαλής μετάβασης”. Από τα τρία συνέδρια που οργανώθηκαν από τους αποκαλούμενους “φίλους τη Συρίας”, συγκεντρώνοντας ιμπεριαλιστικές χώρες, μέλη της Αραβικής Ένωσης, την Τουρκία και άλλα παράσιτα του ιμπεριαλισμού, το πιο σημαντικό ήταν αυτό στην Ιστανμπούλ, που πραγματοποιήθηκε στις αρχές Απρίλιο αυτής της χρονιάς. Η απόφαση που υιοθετήθηκε εδώ ξεχώρισε για την σαφήνεια του σκοπού της: “μια ειρηνική, ομαλή και σταθερή μετάβαση” (το “ειρηνική” είναι φυσικά μια καθαρή υποκρισία) και μια επιμονή στη διατήρηση και τη μεταρρύθμιση των θεσμών της Συρίας. Αυτό το δεύτερο σημείο προσανατολίζεται ξανά στη στρατηγική του να σωθούν όσο περισσότερα είναι δυνατό από τα υπάρχοντα καθεστώτα ώστε να αποκλειστεί η λαϊκή κυριαρχία ή ένα Ισλαμικό καθεστώς.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τη εμπειρία του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου στη Λιβύη, το ΣΕΣ , στη μακροχρόνια ύπαρξη του, δεν έχει καταφέρει να ηγεμονεύσει στη Συριακή αντιπολίτευση. Υπάρχουν διάφοροι δρώντες παράγοντες εδώ. Αρχικά, πολλές δυνάμεις της λαϊκής επανάστασης κυρίως, προεξαρχόντων των αριστερών κινημάτων, έχουν ανυποχώρητα εναντιωθεί στην ξένη παρέμβαση και εξέθεσαν το ΣΕΣ σαν μαριονέτα του ιμπεριαλισμού και της Αραβικής αντίδρασης. Δεύτερον, κινήματα που αντιπροσωπεύουν τους Κούρδους, μια καταπιεσμένη εθνότητα που ζει κυρίως στα βόρεια της χώρας, δεν έβλεπε και δεν βλέπει ούτε μια αχτίδα ελπίδας στον πολιτικό προσανατολισμό της αντιπολίτευσης. Τρίτον, το ΣΕΣ δεν μπορεί καν να δημιουργήσει μια αρμονική σχέση μεταξύ των διαφορετικών αστικών τάσεων. Υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος μέσα στο διεθνές αντεπαναστατικό στρατόπεδο ότι το ΣΕΣ και ο ένοπλος αγώνας μέσα στη χώρα σταδιακά κυριαρχούνται από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ένα μετριοπαθές παν-Αραβικό κίνημα που αποτελεί την ανερχόμενη δύναμη και στην Αίγυπτο, καθώς επίσης και τα Σαλαφιστικά κινήματα, πιο κοντά στη Σαουδική Αραβία, ακόμα και η Αλ Κάιντα.

Αυτή η τελευταία τάση ανερχόμενης Ισλαμικής επιρροής στο αντιπολιτευτικό κίνημα είναι στενά συνδεδεμένη με μια εκρηκτική πτυχή του αγώνα στη Συρία. Η χώρα αυτή έχει βρεθεί τώρα στην πρώτη γραμμή του θεάτρου της μάχης μεταξύ του Σουνιτικού Ισλαμικού στρατοπέδου κατασκευασμένο από τη Σαουδική Αραβία ενάντια στο μέτωπο Σιιτών-Αλεβιτών με αιχμή του δόρατος το Ιραν. Η Συρία δεν είναι παρά ένας κρίκος στην αλυσίδα των δυνάμεων που τώρα βρίσκεται σε συμμαχία με το Ιράν: το προσφάτως κυριαρχούμενο από τους Σιίτες Ιράκ και η Χεζμπολάχ, που είναι η πιο ισχυρή δύναμη πίσω από την τωρινή κυβέρνηση στο Λίβανο, επιπρόσθετα στην κυριαρχούμενη από τους Αλεβίτες Συρία (οι Αλεβίτες είναι κοντά στους Σιίτες από μια άποψη αλλά και πολύ διαφορετικοί από την άλλη, η αληθινή ενοποιητική τους δύναμη είναι η κοινή τους αντίθεση στην κυρίαρχη Σουνίτικη αίρεση), η Χαμάς στην Παλαιστίνη, κάποτε σημαντικός σύμμαχος του Ιράν, έχει δώσει ενδείξεις για πισωγύρισμα στo Σουνίτικο μαντρί κάτω από την επίδραση της ανόδου της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στον απόηχο της Αιγυπτιακής επανάστασης. Έτσι ο αγώνας πάνω από τη Συρία είναι επίσης μέρος μιας ευρύτερης σεχταριστικής διαμάχης μεταξύ των Σουνιτών και των Σιιτών που απειλεί με μια πλήρους κλίμακας πυρκαγιά τη Μέση Ανατολή, η οποία, αν ξεσπάσει, θα απειλούσε να πάρει βάρβαρες διαστάσεις. 

Παρά όλες αυτές τις αντιφάσεις μέσα στο φιλο-ιμπεριαλιστικό αστικό αντιπολιτευτικό στρατόπεδο, η μάχη μέσα στη Συρία, η οποία άρχισε με αντάρτικα χτυπήματα σε περιορισμένες περιοχές, έχει εξελιχθεί σε έναν πλήρους κλίμακας εμφύλιο πόλεμο, με την αντιπολίτευση τώρα να αναφέρεται πως έχει τον έλεγχο πολλών περιοχών. Μια σειρά από αποστασίες έχουν γίνει στο στρατό και την πολιτική γραφειοκρατία (με πιο θεαματικές αυτές κάποιων πρεσβευτών). Η πιο σημαντική είναι η πρόσφατη αποστασία του Μάναφ Τλας, ενός στρατηγού της Δημοκρατικής Φρουράς, του πραιτωριανού στρατού της οικογένειας Άσαντ. Η Σουνίτικη οικογένεια Τλας είναι μόλις η δεύτερη τη τάξει μετά την οικογένεια Άσαντ στο καθεστώς Μπαάθ και μια από της πιο ισχυρές καπιταλιστικές οικογένειες στη χώρα. Ο Μάναφ πιθανόν θεωρείται ως υποψήφιος για να ηγηθεί σε μια μεταβατική κυβέρνηση. Αυτό θα εγγυόταν την επιβίωση της καπιταλιστικής εξουσίας στη χώρα. Ο Τλας έχει το επιπρόσθετο πλεονέκτημα της πιθανής υποστήριξης από τη Ρωσία, τον πιο δραστήριο αντίπαλο του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού στη Συριακή υπόθεση, μαζί με την Κίνα και το Ιραν. 

Φαίνεται πως οι μέρες του Άσαντ είναι μετρημένες. Θα είναι ο Τλας ή κάποιος ανάλογος που θα ηγηθεί της μεταβατικής κυβέρνησης, ο στρατηγικός σκοπός του ιμπεριαλισμού θα εκπληρωθεί, με τους θεσμούς του κράτους ή εν μέρει ακόμα και εκείνους του καθεστώτος να διατηρούνται και μια καπιταλιστική Συρία υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό διασφαλισμένη. Αυτό το πιο πιθανό σενάριο θα σημάνει τον απαλό θάνατο της λαϊκής επανάστασης στη Συρία. Είναι τα χρήματα της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, το άσυλο και η εκπαίδευση που προσφέρεται στην αστική αντιπολίτευση από την Τουρκία και η συντριπτική διπλωματική επιρροή του ιμπεριαλισμού που μαζί έχουν δώσει το πάνω χέρι στην αστική αντιπολίτευση πάνω στο λαϊκό κίνημα. Η πολιτική ευθύνη της Συριακής αριστεράς παραμένει να μελετηθεί όταν το αίνιγμα σε αυτό το σημείο της Συριακής επανάστασης αποκαλύψει τα μυστικά του στο μέλλον. Ακόμα δεν μπορούμε να κηρύξουμε την ολοκλήρωση του θανάτου της Συριακής επανάστασης. Πολλές εκπλήξεις μπορεί να υποβόσκουν στην μετα-Άσαντ περίοδο για τον κόσμο.


Η θνήσκουσα Συριακή επανάσταση γεννάει ένα μωρό: το αυτόνομο Δυτικό Κουρδιστάν 

Τα πρόσφατα γεγονότα που ξεδιπλώθηκαν στα βόρεια της Συρίας φέρνουν νέα στοιχεία στην εξίσωση. Από τις 20 Ιουλίου, οι πόλεις της βόρειας Συρίας, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης πόλης Καμίσλο, έχουν καταληφθεί η μια μετά την άλλη από τους αντιπρόσωπους της κυβέρνησης Μπάαθ από τον Κουρδικό λαό. Ο λαός σε αυτές τις πόλεις και κωμοπόλεις έχει σχηματίσει συμβούλια για να διαχειριστεί τοπικές υποθέσεις και πολιτοφυλακή για να υπερασπιστεί το νέο πολιτικό οικοδόμημα. Κουρδικές σημαίες είναι παντού.

Για να κατανοηθεί το τι συμβαίνει, χρειάζεται κανείς να έχει πληροφόρηση για το υπόβαθρο της κατάστασης των Κούρδων στη Μέση Ανατολή. Η ιστορία των Κούρδων, έναν από τους αυτόχθονους λαούς της περιοχής, και του Κουρδιστάν είναι μακρά και περίπλοκη. Αρκεί να πούμε ότι από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το Κουρδιστάν έχει διαιρεθεί σε τέσσερα μέρη, κάθε ένα έχει αποικιοποιηθεί από ένα Μεσανατολικό κράτος, ονομαστικά Τουρκία, Ιράν, Ιράκ και Συρία. Έτσι ότι είναι βόρεια Συρία με όρους status quo του διεθνές δίκαιου είναι, στην πραγματικότητα, Δυτικό Κουρδιστάν. Για πολλές δεκαετίες τα τέσσερα μέρη του Κουρδιστάν υποδουλώθηκαν, σε διαφορετικούς βαθμούς εθνικής καταπίεσης σε διαφορετικές στιγμές και μέρη, από αυτά τα τέσσερα κράτη. Ως εκ τούτου, η μάχη του Κουρδικού λαού για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της εθνικής ενοποίησης είναι η πλέον δίκαιη υπόθεση. Υπήρξαν, φυσικά, επαναστάσεις και πόλεμοι για εθνική απελευθέρωση καθ' όλο τον εικοστό αιώνα, φέρνοντας προσωρινή νίκη κατά καιρούς. Αλλά μονάχα στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα αναδύεται σιγα-σιγά η μορφή ενός Κουρδιστάν. 

Δύο παράγοντες αρκετά διαφορετικής προέλευσης επενεργούν εδώ. Ο ένας είναι η δημιουργία ενός αυτόνομου Κουρδιστάν στο βόρειο Ιρακ με την χορηγία των ΗΠΑ μέσα στη διαδικασία της ιμπεριαλιστικής επίθεσης στο Ιράκ από τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου του 1991. Ο ηγέτης αυτής της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν, μιας οντότητας μέσα στο ομοσπονδιακό Ιρακ, είναι ο Μπαρζανί. Ο άλλος είναι η μάχη που διεξάγεται από το PKK (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν) από τότε που ένας ανταρτοπόλεμος ξεκίνησε μέσα στην Τουρκία το 1984. Παρόλο που ο ηγέτης του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, αιχμαλωτίστηκε από τη CIA και παραδόθηκε στην Τουρκία το 1999, και παρόλο που ο Οτσαλάν κρατείται στην απομόνωση σε ένα νησί-φυλακή τα τελευταία δώδεκα χρόνια, το PKK τώρα έχει μαζική απήχηση, που αποτελεί επίσης την εκλογική βάση για ένα νόμιμο κόμμα που εκπροσωπείται από μια ολόκληρη κοινοβουλευτική ομάδα. Το κόμμα είναι επίσης μια πολύ σημαντική πολιτική δύναμη μεταξύ των Κούρδων του Ιράν και της Συρίας μέσω τοπικών κομμάτων τα οποία είναι χαλαρά συνδεδεμένα με αυτό. 

Είναι σημαντικό το να γίνει κατανοητό πως λόγω αυτών των περιστάσεων, ο Μπαρζανί και το PKK είναι αντιμαχόμενες δυνάμεις που ανταγωνίζονται η μία την άλλη για την ηγεμονία πάνω στο σύνολο του Κουρδιστάν. Μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό οι ΗΠΑ και η Τουρκία είναι σύμμαχοι του Μπαρζανί. Η Τουρκία στα πρόσφατα χρόνια έχει διενεργήσει μυστικές άκαρπες διαπραγματεύσεις με τον Οτσαλάν στη φυλακή και την ηγεσία του PKK ξεχωριστά, αλλά το Τουρκικό κράτος και το PKK είναι ακόμα εχθρικές δυνάμεις. Όσον αφορά τις ΗΠΑ, το PKK δεν ήταν ποτέ ένας ελκυστικός σύμμαχος αφού είναι εχθρός του μέλους της λατρεμένης Αμερικανικής συμμαχίας και του ΝΑΤΟ Τουρκίας και ένας αντίπαλος της ηγεσίας του Μπαρζανί. 

Σε αντίθεση με αυτό το υπόβαθρο, η τρέχουσα κατάσταση στο Δυτικό Κουρδιστάν (βόρεια Συρία) παρουσιάζει κάποια πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Πρώτα απ' όλα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι δυνάμεις που κατέλαβαν τις Κουρδικές πόλεις από τους κυβερνητικούς θεσμούς είναι ένας συνασπισμός ανταρτών του PKK και συμπαθούντων του Μπαρζανί. Δεδομένων όσων ειπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με την τετραμερή σχέση μεταξύ των ΗΠΑ, Τουρκία, Μπαρζανί και PKK, αυτή είναι η πιο απροσδόκητη κατάσταση. Αυτή η κατάσταση μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι, ενοχλημένος από την καθαρή ηγεμονία του PKK στο Δυτικό Κουρδιστάν, ο Μπαρζανί προσπάθησε, ακριβώς πριν την κατάληψη των Κουρδικών πόλεων, να συγκεντρώσει όλες τις Συριακές Κουρδικές πολιτικές δυνάμεις σε ένα μέτωπο, έτσι ώστε να μπορεί να κρατήσει το PKK κάτω από έλεγχο. Η ουσία του θέματος είναι πως οι αντάρτες του PKK είναι ορατά ηγεμονικοί παρά αυτού του είδους την προσπάθεια ελέγχου. 

Δεύτερον, μετά από δεκαετίες Κουρδικής υποδούλωσης, αυτή είναι η δεύτερη Κουρδική οντότητα που προκύπτει στο διάστημα μιας μόλις δεκαετίας. Αυτό, φυσικά, τράβηξε τα μάτια και των τεσσάρων καταπιεστριών χωρών, ακόμα και του Ιράκ, όπου υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος μιας προσδοκώμενης διακήρυξης ανεξαρτησίας από την πλευρά του Μπαρζανί. Πολύ πρόσφατα, ο ομοσπονδιακός στρατός του Ιρακ ξεκίνησε να απειλεί την πεσμέργκα (ΣτΜ: κουρδικός όρος για την πολιτοφυλακή, κατά λέξη “εκείνοι που αντιμετωπίζουν το θάνατο”) του Μπαρζανί με επίθεση. 

Τρίτον, αυτή η οντότητα υπόσχεται, αν καταφέρει να επιβιώσει, να είναι πολύ διαφορετική από αυτή στο Ιράκ. Το φέουδο του Μπαρζανί είναι εκ γενετής φιλο-Αμερικανικό και πρόσφατα μετατράπηκε σε φιλο-Τουρκικό, ενώ το PKK είναι μέχρι στιγμής και τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον ανεξάρτητο από τον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και μια απειλή για την Τουρκία. Η κατάσταση είναι πράγματι παράξενη. Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο ηγέτης του PKK είναι καταδικασμένος σε ισόβια φυλάκιση στην Τουρκία, αλλά έχει ανέβει ερήμην στην εξουσία στο Συριακό Κουρδιστάν! 

Τέταρτον, η Τουρκική κυβέρνηση εισήλθε σε κατάσταση πανικού σαν αποτέλεσμα της εμφάνισης αυτού του προσδοκώμενου Δυτικού Κουρδιστάν. Έχει απειλήσει με στρατιωτική επέμβαση, ισχυριζόμενη ότι η εμφάνιση του PKK στην εξουσία στη νότια πλευρά της είναι απλά απαράδεκτη για την “εθνική ασφάλεια”. 

Πέμπτον, η ευκολία με την οποία οι Κουρδικές δυνάμεις κατάφεραν να καταλάβουν τις πόλεις της βόρειας Συρίας δημιουργεί την υποψία ότι το καθεστώς Άσαντ μπορεί, τουλάχιστον, να κλείνει τα μάτια σε αυτή την εξέλιξη. Αυτό δεν μειώνει την αξία της νέας διοίκησης στην περιοχή. Μολαταύτα, κάνει μεγάλη διαφορά στο αν η Κουρδική ηγεσία της Συρίας δρα με ένα επαναστατικό πνεύμα ή απλά εκμεταλλεύεται τη διελκυστίνδα του πολέμου μεταξύ του ιμπεριαλισμού και ενός περιφερειακού δεσπότη. Επίσης κάνει μεγάλη διαφορά το κίνητρο που βρίσκεται πίσω από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης Άσαντ. Στην πράξη, ο Άσαντ μπορεί να προσπαθεί να εμπλέξει τον Τουρκικό στρατό στο Συριακό πεδίο μάχης έτσι ώστε να μπορέσει να δημιουργήσει μια πατριωτική ατμόσφαιρα μεταξύ των Σύριων, ίσως την τελευταία του ελπίδα για να γατζωθεί στην εξουσία. 

Η εμφάνιση ενός Δυτικού Κουρδιστάν που είναι δυνητικά αντιιμπεριαλιστικά προσανατολισμένο σηματοδοτεί μια τεράστια αλλαγή στην ισορροπία των δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Ήδη η Τουρκική κυβέρνηση έχει απειλήσει με πόλεμο και εισβολή σε αυτό το νέο εν δυνάμει Κουρδιστάν. Οι διεθνιστές σε όλο τον κόσμο έχουν καθήκον να υπερασπιστούν αυτό τον καταπιεσμένο λαό ενάντια στους καταπιεστές του, στα αντιδραστικά περιφερειακά κράτη όπως και στον ιμπεριαλισμό. Ας ειπωθεί, ωστόσο, ότι το Δυτικό Κουρδιστάν, ακόμα και με την εξουσία συγκεντρωμένη στα χέρια των νέων κυρίων του, είναι μια πάρα πολύ εύθραυστη υπόθεση. Μόνο με μια στρατηγική της διαρκούς επανάστασης που στοχεύει στην απελευθέρωση και των τεσσάρων τμημάτων του Κουρδιστάν μπορεί αυτή η νέα οντότητα να επιβιώσει και να ανθίσει.

Πιο γενικά, η Αραβική επανάσταση μπορεί να προχωρήσει και να αποτινάξει τα δεσμά και από το φιλο-ιμπεριαλιστικό δεσποτισμό του παλαιού καθεστώτος και από τον αντιδραστικό Ισλαμισμό αν κλίνει ακόμα περισσότερο σε μια διαδικασία διαρκούς επανάστασης προς την εργατική τάξη, τους φτωχούς εργαζόμενους και την άνεργη νεολαία. Εδώ ξανά, είναι καθήκον της διεθνούς αριστεράς να πολεμήσει τις ανόητες θεωρίες του “επανασχεδιασμού της Μέσης Ανατολής από τις ΗΠΑ” σαν την εξήγηση για την Αραβική επανάσταση και να προσφέρει ένα χέρι βοηθείας στην αριστερά και τις λαϊκές μάζες που έχουν κάνει ασπίδα τα σώματα τους ενάντια στις σφαίρες των νέων Φαραώ, των Μπεν Αλί, των Μουμπαρακ, των Σάλεχ και των Άσαντ.