H EΠANAΣTAΣH ΣTHN ΦINΛANΔIA


Η επίδραση της Οκτωβριανής επανάστασης στην ανεξαρτητοποίηση της Φινλανδίας και τον εμφύλιο πόλεμο

100 χρόνια πριν, η φλόγα της παγκόσμιας επανάστασης που κορυφαίο σημείο της υπήρξε η Oκτωβριανή επανάσταση του 1917, εξαπλώθηκε στη γειτονική Φινλανδία. Aντίθετα όμως από τη γειτονική Pωσία, στη Φιλανδία η επανάσταση ηττήθηκε, αν και υπήρχαν όλες οι δυνατότητες μιας πολύ σπουδαίας νίκης. Oι «Kόκκινοι» ηττήθηκαν στον φινλανδικό εμφύλιο πόλεμο (27 Γενάρτη - 15 Mάη1918) εξαιτίας πρώτα πρώτα της προδοσίας της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και της ανικανότητας της ηγεσίας του επαναστατικού κινήματος. Οι αιματηρές σφαγές και η πολιτική καταπίεση που ακολούθησαν την ήττα, έγιναν ένα δριμύ ιστορικό κατηγορώ για την φινλανδική σοσιαλδημοκρατία.


Η Φινλανδία κάτω από τσαρική κατοχή από το 1808, υπήρξε ένα αυτόνομο κράτος (Μεγάλο Δουκάτο) μέσα στην τσαρική Ρωσία. Παρ' όλα αυτά οι Φινλανδοί σοσιαλιστές παρέμεναν παγιδευμένοι μέσα σε ένα «εθνικό τείχος». Δεν είχαν καν ακούσει για το σχίσμα των μπολσεβίκων με τους μενσεβίκους το 1902, ούτε και για τις πολεμικές του Λένιν και του Τρότσκι ενάντια στον Κάουτσκι ή την αντιπολεμική συνάντηση στο Τσίμερβαλντ. Η ηγεσία της φινλανδικής εργατικής τάξης το 1917-18 ήταν τόσο «ανάπηρη» που ήταν ανίκανη να υπερασπιστεί την εξουσία που ήδη είχε στα χέρια της.
Ο Κούουσινεν (Otto Wille Kuusinen) που ήταν ηγέτης και θεωρητικός του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SDP) από το 1911 έως το 1917, εξομολογήθηκε στη μπροσούρα του Η φινλανδική επανάσταση: «Υπάρχει η εντύπωση ότι το κόμμα είχε διχαστεί ανάμεσα στην επαναστατική και τη μετριοπαθή πτέρυγα, στην πραγματικότητα ανάμεσα στο Κέντρο, που ήταν και η πλειοψηφία της ηγεσίας, και σε μια ανοιχτά ρεβιζιονιστική Δεξιά, η οποία κυριαρχούσε στην κοινοβουλευτική ομάδα. Το Κέντρο δεν πίστευε στην επανάσταση, δεν την πιστεύαμε, ούτε καλέσαμε σε εξέγερση». Αυτά έγραψε ο αρχιτέκτονας της ήττας σε μια έξαρση αυτοκριτικής. Όπως έγραψε ο Τζέιμς Κάννον (James Cannon), αιτία της ήττας ήταν «η υιοθέτηση μιας παθητικής και μοιρολατρικής στάσης για την προώθηση της ταξικής πάλης». Η Δεξιά και το Κέντρο της σοσιαλδημοκρατίας ήταν και οι δύο παγιδευμένοι μέσα σε αυταπάτες για τη σταδιακή δημοκρατική εξέλιξη και αλλαγή μέσα από το κοινοβούλιο.
Η συλλογικότητα που είχε την ικανότητα να παίξει τον πιο σπουδαίο επαναστατικό ρόλο αποτελούνταν από μικρότερες ομάδες Φινλανδών, έξω από το SDP, που είχαν όμως μπει στο κόμμα των μπολσεβίκων. Επρόκειτο για επαναστάτες σαν τον Adolf Taimi ή τους αδελφούς Rahja, που αργότερα έγιναν και προσωπικοί φρουροί του Λένιν. Αυτοί οι μπολσεβίκοι είχαν εκλεγεί στην Κόκκινη Φρουρά του Ελσίνκι, που αποτελούσε την πιο ριζοσπαστική αντιπολίτευση μέσα στο SDP. Μετά το τέλος της γενικής απεργίας του Νοεμβρίου 1917 και όλο το διάστημα μέχρι την εξέγερση του Ιανουαρίου 1918 η Κόκκινη Φρουρά προπαγάνδιζε την επανάσταση και καλούσε το SDP να αναλάβει τα καθήκοντά του. Μάλιστα απείλησε το κόμμα ότι θα ηγηθούν της εξέγερσης οι ίδιοι, αν οι ηγέτες του SDP αποδεικνύονταν δειλοί.


0 Βίκτορ Σερζ (Victor Serge) περιγράφει: Η συνθήκη του Μπρεστ Λιτόβσκ σφράγισε τη θυσία του φινλανδικού προλεταριάτου, πάνω στο οποίο οι Ρώσοι επαναστάτες είχαν σωστά εναποθέσει τις μεγαλύτερες ελπίδες τους. Όπως είχε τονίσει ο Λένιν σε πολλές περιπτώσεις, αν η Ρωσία ήταν η πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης, η Φινλανδία ήταν από τα πιο προχωρημένα έθνη στον κόσμο. Τα πάντα στην προκειμένη περίπτωση φαίνονταν να υπόσχονται μια εύκολη νίκη του σοσιαλισμού. Τα έθιμα και η πολιτική του κουλτούρα, οι κατακτήσεις του εργατικού κινήματος αλλά και η βιομηχανική δομή ήταν παρόμοια με εκείνα των πιο προοδευτικών δημοκρατιών της Δύσης.
Στις 14 Γενάρη 1918 (27 με το νέο ημερολόγιο) η Κόκκινη Σημαία υψώθηκε στο κτίριο του Εργατικού Οίκου στο Ελσίνκι. Οι εργάτες κατέλαβαν την πόλη γρήγορα, Γερουσία και κυβέρνηση εγκατέλειψαν την πόλη καταφεύγοντας στην Βάασα. Σε μερικές μέρες, σχεδόν χωρίς αντίσταση, οι Κόκκινοι κατέλαβαν τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, Τούρκου, Τάμπερε, Βίμπουργκ όπως και ολόκληρη τη Νότιο Φινλανδία. Οι ηγέτες των σοσιαλδημοκρατών (Μάννερ, Σίρολα, Κούουσινεν κ.λπ.) σχημάτισαν μια Εργατική Κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο των αντιπροσώπων του λαού, που ήταν κάτω από τον έλεγχο του κεντρικού συμβουλίου και είχε 35 αντιπροσώπους (10 αντιπρόσωποι από τις κόκκινες φρουρές, 10 από τα συνδικάτα, 10 απ' το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και 5 από εργατικές οργανώσεις του Ελσίνκι). Η δραστηριότητά τους είχε σκοπό να «πορευτούν μέρα με τη μέρα προς την σοσιαλιστική επανάσταση». Αυτό τουλάχιστον ανέφεραν οι Λαϊκοί Αντιπρόσωποι. Ήταν δυνατή η δικτατορία του προλεταριάτου; Ήταν αναγκαία; Η ηγεσία του κινήματος δεν μπήκε καν στον κόπο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο, παρόλο που η βιομηχανία απασχολούσε περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους από έναν συνολικό πληθυσμό τριών εκατομμυρίων. Το υπόλοιπο προλεταριάτο και οι εργαζόμενοι στη γεωργία υπολογίζονταν συνολικά σε άλλο μισό εκατομμύριο περίπου. Μέχρι να ηττηθεί η επανάσταση, οι περισσότεροι ηγέτες της δεν είχαν σαφή ιδέα για τους στόχους της. Στόχος των ηγετών του προλεταριάτου ήταν να εγκαθιδρύσουν ένα καθεστώς χωρίς την απαλλοτρίωση των πλουσίων ή τη δικτατορία της εργατικής τάξης, μια κοινοβουλευτική δημοκρατία στην οποία το προλεταριάτο θα ήταν η ηγετική τάξη.


Δυστυχώς, τα Σοβιετικά στρατεύματα έπρεπε να αποσυρθούν από τη Φινλανδία σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Στη Φινλανδία έμειναν μόνο μερικές χιλιάδες Ρώσοι εθελοντές, που ενσωματώθηκαν στην Ερυθρά Φρουρά, αν και πολλοί από αυτούς νοσταλγούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Από τις 15 Ιανουαρίου έως την 1η Απριλίου, οι οργανωτικές προσπάθειες της κυβέρνησης των εργαζομένων κατάφεραν να συγκεντρώσουν μια δύναμη 60.000 ατόμων.
Ο επικεφαλής της Λευκής Κυβέρνησης Σβίνχουντ (Svinhufvud) έλαβε την υποστήριξη του Γερμανού Βίλχεμ του Β (Wilhelm II) που προορίζανε για βασιλιά, μια και σκόπευαν να φτιάξουν μια μοναρχία μετά την ανεξαρτησία. Είκοσι χιλιάδες Γερμανοί, υπό τη διοίκηση του von der Goltz, αποβιβάστηκαν στις 3 του Απρίλη στο Χάνκο, στο Ελσίνκι και στην Λοβίσα καταδιώκοντας τους Κόκκινους κατά πόδας. Το Ελσίνκι κατελήφθη μετά από μια οδυνηρή μάχη στο δρόμο στις 13-14 του Απρίλη. Μετά τη σφαγή οι Γερμανοί και οι Λευκοί υποχρέωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά των εργαζομένων να παρελάσουν από μπροστά τους για να τους ταπεινώσουν. Σ' αυτήν την «παρέλαση» δολοφονήθηκαν επί τόπου περίπου εκατό γυναικόπαιδα. Τις συλλήψεις ακολούθησαν και άλλου είδους άγρια αντίποινα. Ο Εργατικός Οίκος βομβαρδίστηκε από το πυροβολικό. Η άρνηση της εργατικής κυβέρνησης να οργανώσει την άμυνα της Κόκκινης Φινλανδίας, οι διαφορές μεταξύ των ηγετών της πάνω στην εκτίμηση της πολιτικής κατάστασης, η άρνησή τους να ωθήσουν την επανάσταση μπροστά, καθώς και η επίπτωση της Συνθήκης του Brest-Litovsk, όλα αυτά βοήθησαν στο να αποδυναμωθούν οι Κόκκινοι. Η απόβαση των γερμανικών στρατευμάτων είχε τον πιο αποθαρρυντικό αντίκτυπο. Η ισχύς της Γερμανίας είχε φτάσει στο μέγιστο τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή.


Ο εμφύλιος πόλεμος στη Φινλανδία ήταν ιδιαίτερα αιματηρός. Σ' όλες τις 100 μέρες που διήρκησε αλλά και με ό,τι ακολούθησε, σκοτώθηκε το 1% του πληθυσμού της χώρας, περίπου 40.000 άνθρωποι! Ο εμφύλιος διήρκεσε από τον Γενάρη μέχρι τον Μάη του 1918. Τουλάχιστον 6.000 κόκκινοι και περίπου 3.500 λευκοί σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Όμως και εκτός πεδίου μάχης, με συνοπτικές αποφάσεις στρατοδικείων εκτελέστηκαν τουλάχιστον 10.000 κόκκινοι και 1.650 λευκοί. Από το 1918 μέχρι το 1922 θανατώθηκαν, στα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από τις κακουχίες και την πείνα περίπου 13.440 άνθρωποι. Στους θανάτους πρέπει να προσθέσουμε και τους χίλιους περίπου που εκτελέστηκαν χωρίς δίκη κατά την διάρκεια φυλάκισής τους. Συνολικά μέχρι τα τέλη του 1918 είχαν περάσει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης τουλάχιστον 80.000 κόκκινοι. Μετά από αυτά, τελικά παρέμειναν στη φυλακή περίπου 23.000 κόκκινοι.


Αυτό που έγραψε ο Τρότσκι για την ηγεσία του Κούουσινεν ισχύει και για τους ηγέτες του SDP ως σύνολο: «Ο Κούουσινεν είναι ένας από εκείνους που δολοφόνησαν τη φινλανδική επανάσταση του 1918. Κάτω από την πίεση των γεγονότων και των μαζών, ο Κούουσινεν, παρά τις αγνές προθέσεις του, αναγκάστηκε να αποδεχτεί την επανάσταση, αλλά σαν καλός φιλισταίος θέλησε να την προσαρμόσει στις καλύτερες συνταγές των χορτοφάγων. Αν, όπως στην Ουγγαρία, τα γεγονότα είχαν ρίξει την εξουσία στα πόδια του, δεν θα είχε σκύψει καν να τη μαζέψει».
Δημήτρης Mιζάρας