Στις ρίζες του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα : Νίκος Πελεκούδας, Η ΠΡΩΤΗ ΣΠΟΡΑ, σοσιαλιστικές και αναρχικές ομάδες στην Ελλάδα 1877-1907, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2017

Στις ρίζες του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα

 

Νίκος Πελεκούδας, Η ΠΡΩΤΗ ΣΠΟΡΑ, σοσιαλιστικές και αναρχικές ομάδες στην Ελλάδα 1877-1907, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 175

 

Κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο του συντρόφου και συντάκτη της Νέας Προοπτικής Νίκου Πελεκούδα Η ΠΡΩΤΗ ΣΠΟΡΑ, με προλόγους του Σάββα Μιχαήλ και του Άλκη Ρήγου. Όπως λέει και ο τίτλος, πρόκειται για μια μελέτη των απαρχών του σοσιαλιστικού και αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα. Σε μια περίοδο όπου η ανάγκη ιδεολογικής και πολιτικής επαναθεμελίωσης του  επαναστατικού εργατικού κινήματος είναι φανερή, η επάνοδος στις ρίζες, στα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα διαμόρφωσης του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Παραθέτουμε τον πρόλογο του Σάββα Μιχαήλ.

 

Σάββας Μιχαήλ

Για μια γενεαλογία του παρόντος   

Το παρελθόν μπορεί να γίνει διαυγέστερο μόνο αν ειδωθεί από την σκοπιά του παρόντος. Η μεθοδολογική προτροπή του Μαρξ στα Grundrisse ισχύει πάντα: «Η ανατομία του ανθρώπου, είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου». Αλλά και το αντίστροφο δεν πρέπει να αγνοείται: η ανατομία του χτες παραμένει νεκρή γνώση κι ασάλευτη εάν δεν ζωντανέψουν τα οστά και δεν πάρουν σάρκες και ζωή στο σήμερα. Κι είναι στο σήμερα και για την ετοιμασία του αύριο που το χτες μάς αφορά. Η εργασία του Νίκου Πελεκούδα ανιχνεύει αυτό που θα ονομάζαμε – μεταφέροντας τον σημαίνοντα τίτλο μιας μέχρι πρόσφατα ανέκδοτης συλλογής του Ανδρέα Εμπειρίκου – Προϊστορία ή Καταγωγή του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. Στρέφεται στις απαρχές, καταγράφοντας την πολιτική πορεία πρωτοπόρων ομάδων σοσιαλιστικής κι αναρχικής αναφοράς, που ανοίγονταν σε αχαρτογράφητα μέχρι τότε νερά, τρικυμισμένα από μεγάλες ιστορικές καταιγίδες και λαϊκούς κοινωνικούς αγώνες.  Η περίοδος της ανάδυσης αυτών των κινήσεων δεν ήταν τυχαία ούτε ήρεμη: η τριακονταετία 1877-1907 που απασχολεί την έρευνα του Νίκου Πελεκούδα είναι περίοδος μεγάλων αναταράξεων διεθνώς και στην Ελλάδα. Ο ιδιόρρυθμος ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός με τις εσωτερικές του αντιφάσεις, τις δομικές ανεπάρκειες και την ανολοκλήρωτη κι επισφαλή συγκρότηση ως Κράτους-Έθνους, είναι ιδιαίτερα ευάλωτος στην Πρώτη Μεγάλη Ύφεση του παγκόσμιου καπιταλισμού, καθώς αυτός βυθίζεται στην ιμπεριαλιστική παρακμή του στα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα η ανθρωπότητα δοκιμάζεται βάναυσα ήδη επί δέκα χρόνια από μια Τρίτη Μεγάλη Ύφεση που εγκυμονεί δεινά τρισχειρότερα από τις δύο προηγούμενες, του 18731893 και της δεκαετίας του 1930. Η Ελλάδα ήταν πάλι ο αδύνατος κρίκος της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής αλυσίδας που έσπασε πρώτος. Η εργατική τάξη μαζί με τα εκατομμύρια μιας λαοθάλασσας γνώρισαν και γνωρίζουν τον εφιάλτη των άγριων μνημονιακών χρόνων που δεν είναι καθόλου ορατό το τέλος τους – κι αντιστέκονται. Οι μεγάλοι μαζικοί αγώνες, προπαντός της περιόδου 2010-2012 αλλά κι οι πιο σποραδικοί αργότερα, οι μορφές αυτοοργάνωσης ή και αυτοδιαχείρησης που εμφανίστηκαν, οι φρούδες ελπίδες που επενδύθηκαν σε μια «αριστερή κυβέρνηση» για να δώσει τέλος στον κοινωνικό κανιβαλισμό, το μέγα ΟΧΙ του 2015 και το οικτρό Ναι της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ, το σοκ της διάψευσης, η απογοήτευση, η αναζήτηση διεξόδου από τον ερμητικό κλοιό, ενός νέου ορίζοντα και νέων όπλων για την κοινωνική χειραφέτηση, καθιστούν ζωτική την απόκτηση από τους καταπιεσμένους μιας ιστορικής ταξικής συνείδησης του Παρόντος. Κι αυτή είναι δυνατή εάν, όπως έγραφε ο Walter Benjamin στις Θέσεις για την Έννοια της Ιστορίας, οι ιστορικοί υλιστές συγκροτήσουν έναν διαλεκτικό «αστερισμό» γεμάτο εντάσεις ανάμεσα στο Τώρα και το Άλλοτε. Πώς οι εργάτες του Τώρα της Τρίτης Μεγάλης  Ύφεσης, οι κοινωνικοί αγωνιστές, οι επαναστάτες διανοούμενοι βλέπουν το Άλλοτε της Πρώτης Μεγάλης  Ύφεσης, όταν οι τότε εργάτες, αγωνιστές και διανοούμενοι αναζητούσαν στην Ελλάδα τους άγνωστους δρόμους για την απελευθέρωση από τα δεινά του κλυδωνιζόμενου και γι’ αυτό ανελέητου καπιταλισμού και του Κράτους του; Το ερώτημα δεν είναι στενά ακαδημαϊκό ούτε αποζητά την απάντηση σε μια ανώδυνη παρελθοντολογία. Ψάχνουμε μια Γενεαλογία του Παρόντος. Δεν πρέπει να περιοριστούμε σε εξωτερικές συγκρίσεις για τον εντοπισμό ομοιοτήτων π.χ. την ύπαρξη και τότε και τώρα μιας άλυτης κρίσης χρέους και μιας κρατικής χρεωκοπίας με την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, μιας ιμπεριαλιστικής Επιτροπείας των «πιστωτών» και των «θεσμών» τους. Τέτοιες ομοιότητες «ανακάλυψε» το 2015 και η Carmen Reinhardt, οικονομολόγος του Χάρβαρντ και του ΔΝΤ, στηρίζοντας τη γραμμή του ΔΝΤ στη διαμάχη του με τη Γερμανία και την ΕΕ για την απαγκίστρωση του πρώτου από το τρίτο αδιέξοδο μνημόνιο. Το επιχείρημα της Reinhardt είναι ότι το χρέος της Ελλάδας όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο αλλά είναι και μόνιμο, διαχρονικό, δομικό, αθεράπευτο γνώρισμα της διαρκώς υπό χρεωκοπία ελληνικής οικονομίας από το 1830 έως σήμερα... Από τη σκοπιά των ιστορικών συμφερόντων της, η εργατική τάξη δεν αναζητά την επιβεβαίωση μιας αιώνιας κοινωνικής δυστυχίας αλλά τον δρόμο της απαλλαγής απ’ αυτήν. Μια επανεξέταση της πρώτης εισόδου του εργατικού κινήματος της χώρας στην ιστορική αρένα των ταξικών συγκρούσεων δεν γίνεται από την θέση ενός «ώριμου» (ή και «υπερώριμου») προλεταριακού κινήματος που επιστρέφει νοσταλγικά στη «νηπιακή» ηλικία του. Ο Πελεκούδας, στην εργασία του, ασκεί σωστά κριτική σε μια τέτοια γραμμική αντίληψη της ιστορικής εξέλιξης, όπως εμφανίζεται λ.χ. στον πρωτεργάτη της ιστοριογραφίας του κινήματος, τον Γιάννη Κορδάτο. Η νιτσεϊκή έννοια της γενεαλογίας (μ’ όλη την κριτική στάση που έχουμε απέναντι στον Nietzsche και ιδιαίτερα τον μύθο της Αιώνιας Επιστροφής), ιδιαίτερα όπως την επεξεργάζεται ο Michel Foucault, μπορεί να βοηθήσει τον ιστορικό υλιστή να αποφύγει τη διολίσθηση σ’ αυτήν τη γραμμική αντίληψη της Ιστορίας, στον αναγωγισμό σε μια μυθική απαρχή που εμπεριέχει ήδη, εν σπέρματι, όλα τα στοιχεία και τον σκοπό της μετεγενέστερης εξέλιξης. Το ζητούμενο είναι πάντα να δούμε πώς οι ιστορικοί όροι γένεσης ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού ενεργοποιούνται κι αλληλεπιδρούν με τις σύγχρονες αντιφάσεις του όλου καπιταλιστικού συστήματος στην παρούσα φάση ιστορικής παρακμής και δομικής κρίσης του. Η διερεύνηση της γενεαλογίας μπορεί να επιτρέψει να δούμε πώς από ένα καταγωγικό πυκνό πλέγμα σχέσεων, μέσα από αντιφάσεις και ρήξη της συνέχειας, αναδύονται στο πεδίο των συγκρούσεων νέες ζωντανές κοινωνικές δυνάμεις. Η εργασία του Πελεκούδα αποτελεί μια συμβολή που μπορεί να στηρίξει μια τέτοια γενεαλογία, καθώς επικεντρώνεται ακριβώς πάνω σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο ανάδυσης νέων κυριαρχούμενων ταξικών δυνάμεων που η σύγκρουσή τους με την κυρίαρχη τάξη θα παίξει, από εδώ κι εμπρός, καθοριστικό ρόλο στην πορεία της νεοελληνικής αστικής κοινωνίας. Καταρχάς, μέσα από ποιο καταγωγικό πλέγμα σχέσεων αναδύεται το ελληνικό εργατικό κίνημα; Ποιος είναι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός της περιόδου αναφοράς; Αυτό είναι το πρώτο και βασικό ερώτημα που θέτει στο πρόγραμμα έρευνάς του ο Πελεκούδας. Μετά από μια επισκόπηση της σχετικά πλούσιας βιβλιογραφίας, ο συγγραφέας ορθά απορρίπτει την ευρύτατα διαδεδομένη άποψη (με τα ολέθρια πολιτικά αποτελέσματα) για ένα κυρίαρχο, ακόμα και μέσα στον 20ό αιώνα, «προκαπιταλιστικό» χαρακτήρα της Ελλάδας. Κοινωνία, οικονομία, κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτική σκηνή στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα βρίσκονται εντός καπιταλισμού κατά τον Πελεκούδα που μεθοδολογικά στηρίζεται στην ανάλυση των προκαπιταλιστικών σχηματισμών από τον Μαρξ στα Grundrisse και στις αναλύσεις του Λένιν για τον καπιταλισμό στη Ρωσία. Εκείνο που βαραίνει στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό εκείνη την περίοδο που γνωρίζει «καμπές κρίσιμες, με συνεχή άλυτα ζητήματα εδαφικής επέκτασης, οικονομικών κρίσεων, πολέμου» είναι η προσπάθεια “εθνικής αστικής ολοκλήρωσης”, ευρεία στον χρόνο, χωρίς το ένα και καταλυτικό κοινωνικοπολιτικό επεισόδιο που θα σήμαινε κάποιας μορφής αστικής επανάστασης». Η μετ’ εμποδίων, βασανιστική ολοκλήρωση της συγκρότησης του νεοελληνικού Κράτους-Έθνους γίνεται τελικά στον 20ό αιώνα, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου το 1948 – μέσα και μετά από δύο παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, χωρίς επανάσταση. Σε όλη αυτήν την πορεία το παγκόσμιο επικαθορίζει το περιφερειακό και τοπικό. Το μεγάλο καταγωγικό Συμβάν ήταν το «ένα και καταλυτικό κοινωνικοπολιτικό επεισόδιο» της εθνικοαπελευθερωτικής αστικής επανάστασης που είχε προηγηθεί πάνω από έναν αιώνα πριν, είχε προδοθεί και νικηθεί. Πρόκειται για την επανάσταση των αγροτολαϊκών πληβειακών μαζών του 1821 που ξέσπασε στο διεθνές ιστορικό έδαφος, το οποίο διαμόρφωσε η Γαλλική Επανάσταση, κι αμφισβήτησε όχι μόνον την οθωμανική αυτοκρατορική κυριαρχία αλλά και την Ιερά Συμμαχία και την όλη αντεπαναστατική μεταναπολεόντεια τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη – για να υπονομευτεί τελικά και οδηγηθεί στην ήττα από την ίδια την ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη, τη διασπασμένη σε αλληλοαποκλειόμενα μπλοκ συμφερόντων, συνδεμένα με τη μία ή την άλλη από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής και τα μητροπολιτικά κέντρα συσσώρευσης του κεφαλαίου. Το τελικό αποτέλεσμα το συμπύκνωσε ο επαναστάτης ποιητής, συναγωνιστής και ομοϊδεάτης φίλος του Διονύσιου Σολωμού Ούγο Φώσκολος με την φράση rivoluzione terminata ma non complete – επανάσταση οριστικά τερματισμένη αλλά ανολοκλήρωτη. Το νέο κράτος που θα αναδυθεί - και θα κηρύξει χρεωκοπία στους διεθνές δανειστές του πριν καν κηρύξει την τυπική ανεξαρτησία – θα είναι κομμένο και ραμένο στα μέτρα των ανακτοβουλίων και των συμφερόντων των Κυρίαρχων της Ευρώπης. Ένα λειψό «κράτος-φάντασμα» κατά τον Μαρξ, που μόλις μετά από 100 χρόνια θα βρει τα τελικά σύνορά του αλλά ποτέ αληθινή ανεξαρτησία από τη βούληση και τα συμφέροντα των Κυρίαρχων του καπιταλιστικού κόσμου... Το κράτος αυτό ήταν εξαρχής αστικό, με αστική οικονομία που συνδυάζει ανισόμετρα αρχαϊκά και μοντέρνα χαρακτηριστικά, κι είναι ενταγμένη σε χαμηλή βαθμίδα στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και την παγκόσμια αγορά. Παρόλη ή, σωστότερα, εξαιτίας της «φασματικής» κρατικής υπόστασης, ενός κράτους μετέωρου, επισφαλούς, διαρκώς επαπειλούμενου από τις διεθνείς εξελίξεις κι ανταγωνισμούς αλλά κι από τις εσωτερικές άλυτες κοινωνικές αντιφάσεις και συγκρούσεις, η ελληνική κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη, όπως επισημαίνει κι ο Πελεκούδας, όσο αδίστακτη κι ανελέητη ήταν στην προώθηση κι εδραίωση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων τόσο μεγαλύτερος ήταν κι ο φόβος της απέναντι στις κυριαρχούμενες τάξεις των φτωχών αγροτών, των πληβειακών μικροαστικών στρωμάτων της υπαίθρου και της πόλης, και της πρωτοεμφανιζόμενης εργατικής τάξης. Παρόλη τη μικρή εδαφική έκταση, το γραφειοκρατικό κράτος θα γίνει υπερτροφικό τέρας με κύριο σκοπό να αποτρέψει οποιαδήποτε ανεξάρτητη κινητοποίηση των κυριαρχούμενων τάξεων, συνδυάζοντας τα πελατειακά κομματικά κυκλώματα προς ενσωμάτωση κι απορρόφηση των εντάσεων με την ωμή κι άγρια καταστολή. Η εμφάνιση των πρώτων προλεταριακών εστιών αλλά και η εντεινόμενη ταξική διαφοροποίηση μέσα στην αγροτιά, όπως επισημαίνει κι ο Πελεκούδας, λειτουργούν σαν καταλύτης στην εξέλιξη του αστικού πολιτικού συστήματος. Από το 1879 ο δικομματισμός διαδέχεται τον κατακερματισμό του προηγούμενου πολυκομματισμού. Η εξέλιξη αυτή δεν εκφράζει μόνο την υπαρκτή διάσπαση και τον διπολισμό συμφερόντων μέσα στην ετερογενή κυρίαρχη αστική τάξη, με τη μία μερίδα να εκπροσωπεί το «εκσυγχρονιστικό», βιομηχανικό (κι όχι μόνο) μεγάλο κεφάλαιο, το ανοιχτό στις κυρίαρχες τάσεις και συμφέροντα της ευρωπαϊκής και διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας, και την άλλη μερίδα να έχει σαν βάση τις «παραδοσιακές» αστικές ελίτ που δημαγωγούν στις μικροαστικές μάζες στο όνομα της κρατικής προστασίας και προάσπισης των τοπικών συμφερόντων. Ο δικομματισμός, η πολιτική πόλωση μέσα στο αστικό σύστημα, ανάμεσα σε αντίπαλα αστικά κόμματα, «προοδευτικά» και «συντηρητικά», έχει βασική λειτουργία, από τη στιγμή μάλιστα που αναδύεται η εργατική τάξη στο πεδίο των συγκρούσεων και οξύνεται η καπιταλιστική κρίση, να μην βρει την αντίστοιχη πολιτική έκφραση η κοινωνική πόλωση ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και τις κυριαρχούμενες τάξεις, και προπαντός να αποτραπεί η συσπείρωσή τους γύρω από μια πολιτικά ανεξάρτητη εργατική τάξη. Αυτήν τη βασική για την προάσπιση του αστικού καθεστώτος λειτουργία ενός δικομματικού ή διπολικού συστήματος εντός του καπιταλισμού και του κράτους του, την βλέπουμε εν δράσει, σε διάφορες παραλλαγές και μεταμορφώσεις, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, στον 21ο αιώνα. Όταν πάλι η καπιταλιστική κρίση και κοινωνική πόλωση  φτάνει στα άκρα, όπως στη Δεύτερη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 ή την τωρινή Τρίτη Μεγάλη  Ύφεση, το δικομματικό ή και διπολικό σύστημα – όχι μόνο το πολιτικό «Κέντρο» – απονομιμοποιείται κι αποσυντίθεται, ενώ αναζητούνται πολιτικές λύσεις πέρα από τα άκρα του, ενισχύοντας την άκρα Δεξιά και τον φασισμό ή και την ανατρεπτική, ριζοσπαστική κι επαναστατική Αριστερά.  Ο κίνδυνος, σε κάθε περίπτωση, για το εργατικό κίνημα είναι διπλός: είτε να υποτιμηθεί η αντεπαναστατική απειλή και να μην αντιπαραταχθεί ενάντιά της ένα Ενιαίο Μέτωπο των δυνάμεων του κινήματος είτε να προσκολληθεί στο απονομιμοποιημένο αστικό πολιτικό σύστημα στο όνομα του «μικρότερου κακού» ή και του «αναγκαίου ενδιάμεσου σταδίου». Και οι δύο πολιτικές επιλογές έφεραν τεράστιες καταστροφές στον αιώνα που πέρασε. Ποιες πολιτικές εκφράσεις στην κοινωνική  πόλωση και ποιες προγραμματικές λύσεις στην κοινωνική κρίση έδωσαν οι διάφορες πρώτες σοσιαλιστικές και αναρχικές συλλογικότητες που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα την περίοδο 1877-1907;  Ο Πελεκούδας διερευνά το ζήτημα εξετάζοντας τις συγκλίσεις και αποκλίσεις σοσιαλιστών και αναρχικών σε οκτώ θεματικές: α) τις θεωρητικές αναφορές, β) τις οικονομικές διεκδικήσεις, γ) τις πολιτικές διεκδικήσεις, δ) τα μέσα πραγμάτωσης των στόχων (βία ή όχι, επανάσταση ή μεταρρύθμιση), ε) τη σχέση στρατηγικής και τακτικής, στ) το κοινωνικό υποκείμενο της απεύθυνσης, ζ) τη στάση απέναντι στο αγροτικό ζήτημα και η) τις προγραμματικές τοποθετήσεις σε ευρύτερα ζητήματα (διεθνισμός, Βαλκανική Ομοσπονδία, γυναικείο ζήτημα κ.ά.).    Οι επιρροές από τα ευρωπαϊκά πρότυπα και πολιτικά γεγονότα είναι σαφείς. Δεν πρόκειται, όμως, όπως σωστά λέει κι ο Πελεκούδας συμφωνώντας με τον Παναγιώτη Νούτσο και άλλους, για μηχανική μετακένωση σοσιαλιστικών ή αναρχικών ιδεών από τη Δύση στην Ελλάδα. Οι διάφορες συλλογικότητες και οι διανοούμενοι που συνδέονταν μαζί τους «εκτιμούν το παρόν τους», όπως γράφει, μέσα στο ιδιαίτερο ιστορικό κι εθνικό περιβάλλον, «επιλέγουν διεκδικήσεις, στόχους, μέσα πραγμάτωσής τους, ευρύτερους προσανατολισμούς». Γίνεται φανερό ότι σε εκείνο το πρώιμο στάδιο ανάδυσης δεν υπάρχουν σινικά τείχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες ομαδοποιήσεις αλλά κι η καθεμιά τους έχει να δείξει στο εσωτερικό της μεγάλη ετερογένεια και ιδεολογική ρευστότητα.Το κεντρικό, όμως, ζήτημα που διαφοροποιεί στρατηγικά τις κατευθύνσεις είναι το ίδιο το ζήτημα του Κράτους. Δεν πρόκειται απλώς για την «κλασική» αντιπαράθεση ανάμεσα σε Μπακούνιν και Μαρξ. Ο πρώτος, άλλωστε, είναι ελάχιστα γνωστός τότε και πρωτομεταφράζεται στα ελληνικά το 1893, ενώ ο μαρξισμός (στην πλεχανοβική του εκδοχή) παρουσιάζεται «επίσημα» με το έργο του Γεωργίου Σκληρού το 1907 – στο τέλος της περιόδου αναφοράς του συγκεκριμένου βιβλίου. Το ζήτημα του Κράτους είναι ιδιαίτερα οξυμένο και άμεσο μέσα στους ιδιαίτερους ιστορικούς όρους γένεσης και διαμόρφωσής του στη νεότερη Ελλάδα. Οι πάντες αναζητούν εκεί την απάντηση στο ερώτημα «Τις πταίει;» που έθεσε κι ο Τρικούπης τη δραματική στιγμή της κρατικής χρεωκοπίας. Ψάχνουν εκεί, στο Κράτος, την αιτία των κοινωνικών δεινών αλλά και τη λύση του κοινωνικού προβλήματος. Ποια λύση; Εδώ χωρίζονται ριζικά οι αντίθετοι δρόμοι σοσιαλιστών και αναρχικών. Στην συντριπτική πλειονότητα τους οι πρώτοι Έλληνες σοσιαλιστές, με όλες τις μεταξύ τους διαφορές και διαμάχες, τάσσονται υπέρ της ειρηνικής μεταρρύθμισης του αστικού κράτους, της εθνικής ολοκλήρωσής του, της δημοκρατικής βελτίωσης των θεσμών του, της ενίσχυσής του με ένα είδος κοινωνικής πρόνοιας υπέρ των ασθενεστέρων, με άλλα λόγια, υπέρ του αστικού “εκσυγχρονισμού” του ελληνικού Κράτους που πρόβαλε, τότε και διαχρονικά, η φιλελεύθερη μερίδα της αστικής τάξης. Η πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης ως όρος για μια νικηφόρα πάλη για την κοινωνική χειραφέτηση εγκαταλείπονταν μαζί με την απευκταία για τους μεταρρυθμιστές προοπτική μιας κοινωνικής επανάστασης. Αντίθετα, οι πιο ενεργοί μέσα στα εργατικά και αγροτικά κινήματα αναρχικοί που έρχονταν σε διαρκή σύγκρουση με την κρατική καταστολή έβλεπαν την χειραφέτηση να έρχεται μέσα από τη ρήξη με το Κράτος και μια «από τα κάτω», μη κρατική, ομοσπονδιοποίηση αυτόνομων κοινοτήτων. Με όλο το χάσμα ανάμεσα σε σοσιαλιστές και αναρχικούς, χρειάζεται να δούμε το στρατηγικό σημείο στο οποίο συμπίπτουν, ξεκινώντας από αντίθετες αφετηρίες και πορευόμενοι σε αντίθετες κατευθύνσεις: είναι αδιανόητη ή κι ανεπιθύμητη και για τους μεν και για τους δε η εργατική εξουσία, πάνω στα συντρίμμια της αστικής κρατική μηχανής. Ένα μισο-κράτος που σβήνει καθώς προχωράει η παγκόσμια διαρκής επανάσταση, η μετάβαση σε ένα πανανθρώπινο ελευθεριακό κομμουνισμό χωρίς τάξεις, χωρίς κράτος, η ανάδυση μιας ανθρωπότητας απελευθερωμένης από κάθε μορφή εκμετάλλευσης, καταπίεσης, και ταπείνωσης ανθρώπου από άνθρωπο, συμφιλιωμένης με τη Φύση. Μια τέτοια προοπτική άνοιξε και στη συνείδηση των πιο μαχητικών τμημάτων του ελληνικού προλεταριάτου μόνο με την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Από τότε αρχίζει και το πέρασμα όχι μόνο του ελληνικού εργατικού κινήματος αλλά κι όλης της καταπιεσμένης ανθρωπότητας από την Προϊστορία στην πραγματική Ιστορία της.