6 Ιουνίου 1943: Ο τροτσκιστής ηγέτης Παντελής Πουλιόπουλος εκτελείται από τους Ιταλούς φασίστες

Η εκτέλεση του Παντελή Πουλιόπουλου από τους ιταλούς φασίστες, στο Νεζερό, κοντά στο Δομοκό, στις 6 Ιούνη του 1943, ήταν μια βαριά απώλεια για την εργατική τάξη και το διεθνές τροτσκιστικό κίνημα σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το ζήτημα της εξουσίας έμπαινε και στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Ο Παντελής Πουλιόπουλος ήταν από τα χρόνια του μεσοπολέμου ο πιο σημαντικός θεωρητικός του μαρξισμού, ένας από τους ηρωικότερους επαναστάτες ηγέτες του προλεταριάτου στην Ελλάδα, και, φυσικά, τροτσκιστής. Γεννημένος το 1900 στη Θήβα αριστεύει στις σπουδές του στη Νομική Αθήνας· σε ηλικία 20 χρόνων επιστρατεύεται στο μέτωπο της Μικράς Ασίας όπου ο Βενιζέλος έχει αρχίσει την άθλια εκστρατεία. Στα χρόνια του πολέμου και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, ο Πουλιόπουλος αναπτύσσει μεγάλη αντιπολεμική δράση ως επικεφαλής της Κεντρικής Επιτροπής μιας κομμουνιστικής οργάνωσης αντιπολεμικών πυρήνων φαντάρων,  η δράση των οποίων έγινε ο εφιάλτης των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών. Λίγες μέρες πριν την μικρασιατική καταστροφή συνελήφθη με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» που συνεπάγονταν τη βέβαιη εκτέλεση. Η απόδρασή του από τις φυλακές έγινε δυνατή με την κατάρρευση του στρατιωτικού μετώπου το 1922.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ζει ενεργά τα θυελλώδη ιστορικά γεγονότα που συγκλονίζουν τη χώρα τα χρόνια των πρώτων μεγάλων πολιτικών συγκρούσεων του εγχώριου εργατικού κινήματος με την άρχουσα τάξη. Ο Παντελής Πουλιόπουλος ηγείται της ένωσης Παλαιών Πολεμιστών η οποία συγκεντρώνει στις τάξεις της χιλιάδες στρατιώτες της Μικράς Ασίας και ανάπηρους από τον πόλεμο. Το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ταξική πάλη της περιόδου και ο Πουλιόπουλος με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και συγγραφέας των θέσεών της ήταν ο αναγνωρισμένος σε δίκες και αναρίθμητες μάχες και διαδηλώσεις ηγέτης της.

Το 1924 συνέρχεται το τρίτο έκτακτο συνέδριο του ΣΕΚΕ στο οποίο αποφασίζεται η μετονομασία του σε ΚΚΕ - ελληνικό τμήμα της 3ης Διεθνούς. Ο Παντελής Πουλιόπουλος εκλέγεται ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του και με αυτήν την ιδιότητα στέλνεται αντιπρόσωπος στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Το 1926, μαζί με άλλα μέλη της ηγεσίας του ΚΚΕ, δικάζεται με την κατηγορία ότι υποθάλπει την απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης λόγω της υιοθέτησης του προγράμματος της 3ης Διεθνούς για «Ενιαία Ανεξάρτητη Μακεδονία» και «Ενιαία Ανεξάρτητη Θράκη» και την υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των καταπιεσμένων από την ελληνική αστική τάξη σλαβομακεδόνων και μουσουλμάνων. Η δίκη του Πουλιόπουλου, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1925 και συνεχίστηκε το Φλεβάρη του 1926, υπήρξε ένα πολύκροτο πολιτικό γεγονός. Αν και ο Πουλιόπουλος είχε διαφορετική θέση, καθώς έβλεπε τη λύση του εθνικού προβλήματος στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, υπερασπίστηκε με θάρρος και αποστομωτική πολιτική και νομική επιχειρηματολογία τη θέση του Κόμματός του, μετατρέποντας την πολύωρη απολογία του σε δριμεία επίθεση ενάντια στην ελληνική άρχουσα τάξη και το σοβινισμό της. Το κατηγορητήριο κατέπεσε, ωστόσο η απόφαση του δικαστηρίου ήταν η εξορία του στη Φολέγανδρο από όπου απελευθερώνεται μαζί με άλλους εξόριστους αγωνιστές στην Ανάφη και την Αμοργό, τον Αύγουστο του 1926 μετά την κατάλυση της δικτατορίας του Παγκάλου από τα στρατεύματα του Κονδύλη και την χορήγηση αμνηστίας στους πολιτικούς κρατούμενους. Η επανεκλογή του στη θέση του γραμματέα του ΚΚΕ γίνεται αμέσως με την επιστροφή του στην Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1926. 

Την περίοδο αυτή, μετά την προδοτική πολιτική της σταλινικής ηγεσίας της 3ης Διεθνούς στην επαναστατική Γενική Απεργία στην Αγγλία και την επανάσταση στην Κίνα,  κορυφώνεται η σύγκρουση μέσα στην Τρίτη Διεθνή  ανάμεσα στη σταλινική γραφειοκρατία και την Αριστερή Αντιπολίτευση υπό τον Λέοντα Τρότσκι. Το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν μένει ανεπηρέαστο και ο Παντελής Πουλιόπουλος παραιτείται από τη θέση του γραμματέα το Μάρτη του 27. Αρνείται το αίτημα του σοβιετικού αντιπροσώπου για έναν χωρίς αρχές συμβιβασμό με τους πολιτικούς του αντιπάλους και καλεί σε κομματική αναδιοργάνωση στη βάση των αρχών του μπολσεβικισμού. Τελικά, διαγράφεται μαζί με άλλα στελέχη για τροτσκισμό το Σεπτέμβρη του 1927 και ηγείται στην ομάδα αντιπολίτευσης προς το ΚΚΕ εκδίδοντας, μαζί  με τον Μάξιμο και άλλους μαρξιστές διανοητές της εποχής, το περιοδικό «Σπάρτακος», ένα από τα πιο αξιόλογα θεωρητικά μαρξιστικά περιοδικά.

Ο σταλινικός καρκίνος κατατρώει το ΚΚΕ. Με εντολή της Κομιντέρν, το 1931, διορίζεται γενικός γραμματέας ο Ζαχαριάδης και διαγράφονται όσοι αγωνιστές εργάτες διαφωνούν με την σταλινική γραμμή. Το 1934 γίνεται η 6η Ολομέλεια στην οποία κορυφώνεται η αποσύνθεση της στρατηγικής και του προγράμματος του ΚΚΕ: με την παράθεση παραποιημένων στοιχείων η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως χώρα μισοφεουδαρχική και η επικείμενη επανάσταση αστικοδημοκρατική με στόχο την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος «δημοκρατικής δικτατορίας» όπου η εργατική τάξη θα μοιράζεται την εξουσία με την «φτωχομεσαία» αγροτιά… Ο δρόμος για την Βάρκιζα έχει ανοίξει.

Κατά τη δεκαετία του ‘30 ο Παντελής Πουλιόπουλος παίρνει μέρος σε όλες τις διαμάχες και τις ζυμώσεις που υπάρχουν στο κομμουνιστικό κίνημα. Ασκεί πολεμική στο «Αρχείο του Μαρξισμού» και τη μετεξέλιξή του, την ΚΟΜΛΕΑ - το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης. Το 1934 γράφει το κορυφαίο του έργο «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα» με το οποίο κατεδαφίζει όλες τις σταλινικές αιτιάσεις για τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της επανάστασης και αναπτύσσει τη μαρξιστική θεωρία και το πρόγραμμα της διαρκούς επανάστασης για την Ελλάδα.

Με όπλο την πλούσια φιλοσοφική και πολιτική του μόρφωση, τη γνώση πολλών ξένων γλωσσών και την αδιάκοπη εργασία του, κατορθώνει να μεταφράσει πολλά σημαντικά μαρξιστικά έργα στα ελληνικά- ανάμεσα στα οποία την εκλαϊκευμένη έκδοση του Κεφαλαίου του Μαρξ από τον Κάουτσκι και την Προδομένη Επανάσταση του Τρότσκυ - αλλά και να γράψει πολλά θεωρητικά συγγράμματα (για το φασισμό, ενάντια στα λαϊκά μέτωπα κ.α)

Το 1936, μετά την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας ο Πουλιόπουλος επικηρύσσεται. Επί δύο χρόνια ζει στην παρανομία και παλεύει για το σχηματισμό ελληνικού τμήματος της 4ης Διεθνούς. Το 1938 εντοπίζεται από τους χαφιέδες της ασφάλειας και οδηγείται στις φυλακές Αβέρωφ, μετά στην Αίγινα και τελικά στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως κομμουνιστών της Ακροναυπλίας. Μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης συμμετέχει στην μεγάλη συζήτηση που υπάρχει στο τροτσκιστικό κίνημα γύρω από τον επικείμενο πόλεμο, την προλεταριακή επανάσταση και την ανάγκη υπεράσπισης της σταλινικής ΕΣΣΔ με επαναστατικά μέσα, γράφοντας τα σημαντικότερα ντοκουμέντα για τον παράνομο τύπο. Από το 1940 και μετά αρχίζει μια έντονη πολεμική με τον Άγι Στίνα γύρω από το ζήτημα του ταξικού χαρακτήρα της ΕΣΣΔ και την ανάγκη υπεράσπισής της στον πόλεμο. Ο Πουλιόπουλος, υπερασπίζεται τη μαρξιστική θέση για το ζήτημα αυτό κρατώντας. Tο 1941, μετά την κατάληψη της Eλλάδας από τα στρετεύματα του φασιστικού άξονα,  η ελληνικές κρατικές αρχές παραδίνουν όλους τους κρατούμενους της Ακροναυπλίας στις δυνάμεις κατοχής. Ο Παντελής Πουλιόπουλος προτείνει στους συγκρατουμένους του την απόδραση ωστόσο οι σταλινικοί ηγέτες αντιτάσσονται. Στη συνέχεια, από τις φυλακές της Λάρισας μεταφέρεται για νοσηλεία σε στρατιωτικό νοσοκομείο στην Αθήνα καθώς βρίσκεται υπό το κράτος μεγάλων ταλαιπωριών και βασάνων που επιφέρει η πείνα μαζί με τη σταλινική βία που ασκείται εναντίον των τροτσκιστών. Συνεχίζει τον αγώνα με το απαράμιλλο κομμουνιστικό ήθος που τον διακρίνει. 

Αν και γνωστό σε πολλούς, το ηρωικό τέλος του επαναστάτη, δεν είναι γνωστό στη νέα γενιά με ευθύνη των σταλινικών συκοφαντών. Μετά την ανατίναξη της γέφυρας στο Κούρνοβο από τον ΕΛΑΣ οι ιταλοί φασίστες για αντίποινα διατάζουν την εκτέλεση των 106 φυλακισμένων κομμουνιστών στο Νεζερό ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Παντελής Πουλιόπουλος. Οι μαρτυρίες, για το τελευταίο περιστατικό της ζωής του, μιλούν για το θάρρος με το οποίο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα έβγαλε λόγο στα ιταλικά, καλώντας τους στρατιώτες να δείξουν την ταξική διεθνιστική τους αλληλεγγύη στους καταδικασμένους και να μην πυροβολήσουν, να πολεμήσουν τον ιταλικό ιμπεριαλισμό και να συναδελφωθούν με τα ταξικά τους αδέρφια. Οι στρατιώτες κατέβασαν τα όπλα αρνούμενοι να πυροβολήσουν. Το δολοφονικό έργο ανέλαβε αξιωματικός πυροβολώντας τον Πουλιόπουλο και διατάζοντας τη δολοφονία όλων των υπόλοιπων κρατουμένων.  

Ερν. Α.