191 χρόνια από την “Έξοδο” του Μεσολογγίου Έξι σημεία για την επανάσταση του '21

 

Το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο, 

κρεμώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο

κι απ’ όπου χαράζει έως όπου βυθά, 

τα μάτια μου δεν είδαν 

τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι”.

 

Όποιος αναλογίζεται τέτοιες μέρες του Απριλίου την έξοδο του Μεσολογγίου, δεν μπορεί παρά να θυμηθεί τους παραπάνω στοίχους του Διονύσιου Σολωμού από τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” που η κατάληξή τους, δηλαδή το “αλωνάκι”, αναφέρεται στο Μεσολόγγι, το οποίο ο Σολωμός χαρακτηρίζει ως “τόπον ενδοξότερον” ακριβώς λόγω των συνταρακτικών γεγονότων της 10ης -11ης Απριλίου 1826.

 

Στις 11 Απριλίου κλείνουν 191 χρόνια από την πιο ηρωική στιγμή της Επανάστασης του ‘21, δηλαδή το σπάσιμο της 3ης πολιορκίας του Μεσολογγίου από τους τους πολιορκούμενους Μεσολογγίτες.

 

Η κατάληψη του Μεσολογγίου από τους Οθωμανούς αποτέλεσε μια αρνητική τομή για την Επανάσταση του ‘21 από τη σκοπιά της εξέλιξης των εχθροπραξιών των δύο πλευρών. Ένα χρόνο μετά την πτώση του Μεσολογγίου, το οποίο αποτελούσε το προπύργιο της επανάστασης στη δυτική Ρούμελη, έπεφτε και η Αθήνα, η οποία αποτελούσε το προπύργιο της επανάστασης στην ανατολική Ρούμελη.

 

1.

 

Ωστόσο αυτές οι στρατιωτικές ήττες των επαναστατημένων της Ελλάδας, επιτάχυναν -υπό την πίεση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, αλλά και του ανταγωνισμού των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Ρωσίας, Γαλλίας)- την ευθεία επέμβαση των τελευταίων ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία.

Η επέμβαση αυτή φάνηκε στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου τον Οκτώβρη του 1827 και στην επέμβαση του γαλλικού στρατού στην Πελοπόννησο το 1828.

Τα γεγονότα αυτά υπήρξαν καθοριστικά, από στρατιωτικής απόψεως, για τη διεθνή αναγνώριση της αυτονομίας και, τελικά, της ανεξαρτησίας της Ελλάδας από τους Οθωμανούς, το 1832.

 

Μ’ άλλα λόγια, η  αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας δεν επιβλήθηκε μόνο από τον 10ετή αγώνα των επαναστατών στην Ελλάδα, αλλά και από τη συνειδητοποίηση (εκ μέρους των Τριών Δυνάμεων) του αναπότρεπτου της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την οποία θα μπορούσαν οι ίδιες αυτές Μεγάλες Δυνάμεις να επωφεληθούν, η καθεμία με τον δικό της τρόπο.

 

Έτσι, το πρώτο συμπέρασμα το οποίο προκύπτει είναι ότι η δυναμική του ανταγωνισμού μεταξύ διεθνών δυνάμεων σε δύο επίπεδα(μεταξύ Αγγλίας – Ρωσίας – Γαλλίας και μεταξύ Αγγλίας - Ρωσίας – Γαλλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) έκανε εφικτή την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Και αυτό παρά το γεγονός ότιοι εγχώριες δυνάμεις των Ελλήνων επαναστατών είχαν ηττηθεί στρατιωτικά αλλά και παράλληλα είχαν διχαστεί σε ακραίο βαθμό σε πολιτικό επίπεδο λόγω των διαδοχικών εμφυλίων πολέμων το 1824 και έπειτα το 1826.

 

2.

 

Εκτός από τη δυναμική του διεθνούς ανταγωνισμού των αποικιοκρατικών δυνάμεων της εποχής, υπήρχε άλλο ένα στοιχείο που ξεπέρασε το γεγονός των στρατιωτικών ηττών της επανάστασης στην Ελλάδα.

Το στοιχείο αυτό ήταν η πολιτική έκβαση του 2ου εμφυλίου πολέμου (1824 - 1825), δηλαδή η επικράτηση  της προσωρινής συμμαχίας του Ρουμελιώτη στρατηγού  Γ. Καραϊσκάκη – του κοσμοπολίτη Φαναριώτη Αλεξ. Μαυροκορδάτου – και του Υδραίου καπεταναίου Κουντουριώτη  (παρά τις τεράστιες μεταξύ τους διαφορές!). Η συμμαχία αυτή εξασφάλισε την υποστήριξη των Άγγλων έναντι των Πελοποννησίων κοτσαμπάσηδων.

Μ’ άλλα λόγια, η θετική επίδραση του διμέτωπου ανταγωνισμού μεταξύ των αποικιοκρατικών δυνάμεων της εποχής πάνω στο ζήτημα της ελληνικής ανεξαρτησίας  θα ήταν αδύνατη χωρίς να έχει προηγηθεί μία στοιχειώδης ανεξαρτητοποίηση τηςελληνικής πολιτικής από τις τάσεις εκείνες οι οποίες τάσσονταν υπέρ της αυτονομίας (από τους Οθωμανούς) και ενός χαλαρού ομοσπονδιακού -νεο κοτσαμπασίδικου τύπου συστήματος διακυβέρνησης και όχι υπέρ της ανεξαρτησίας και ενός σύγχρονου συγκεντρωτικού αστικού κράτους.

Αυτό σημαίνει πως χωρίς ένα “εσωτερικό” πολιτικό ξεκαθάρισμα μεταξύ των Ελλήνων υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας δεν θα ήταν δυνατόν να ανοίξει ο δρόμος για μία ανοιχτή παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, η οποία ήταν καταλυτικά θετική για την ανεξαρτησία της χώρας από τους Οθωμανούς, αν και, παράλληλα, καταλυτικά αρνητική σε βάρος κάθε δημοκρατικής κοινωνικής και πολιτικής μεταρρύθμισης, και συνολικά της πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας(μιας και έκτοτε εγκαθιδρύθηκε η κηδεμονία από τις δυτικές δυνάμεις και προπαντός την Αγγλία).

Μ’ άλλα λόγια, η Αγγλία -η οποία είχε τον καθοριστικό ρόλο στην αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας- επενέβη ανοιχτά υπέρ αυτής εφόσον είδε ότι κυριάρχησε εκείνη η μερίδα στην ηγεσία της ελληνικής επανάστασης, η οποία τασσόταν υπέρ της ανεξαρτησίας, αλλά και της αγγλικής κηδεμονίας μέσω των δανείων που είχαν ήδη εκταμιευτεί.

 

3.

 

Έτσι σχηματίστηκετο πρώτο ανεξάρτητο κράτος, απόρροια της αποσύνθεσης των βασιλείων και των αυτοκρατοριών που είχαν σχηματισθεί στην ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης, της Β. Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ήδη από το Μεσαίωνα (Αυστριακή, Ρωσική, Οθωμανική).

Η έκρηξη της ελληνικής επανάστασης το 1821 συνέβη παρά τις αντιδραστικές πολιτικές συνέπειες που έφερε στην Ευρωπαϊκή ήπειρο η πτώση του Ναπολέοντα το 1815 με την ήττα του στη μάχη του Βατερλό.

Η κατάρρευση της γαλλικής κυριαρχίας στην ηπειρωτική Ευρώπη έδωσε μεγάλο χτύπημα στον εμπόριο των Ελλήνων μεταξύ Δύσης και Ανατολής, οδηγώντας στη ριζοσπαστικοποίησή τους.

Eκείνο το οποίο αποδεικνύεται είναι πως οι καταστρεπτικές οικονομικές συνέπειες που έφερε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και προπαντός στο κομμάτι της οικονομίας της που συγκεντρώνονταν στον ιστορικό ελλαδικό χώρο, η κατάρρευση της Γαλλικής κυριαρχίας στην ηπειρωτική Ευρώπη ξεπέρασαν (με θετικό τρόπο για το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης τρόπο) τις αρνητικές πολιτικές συνέπειες του συνολικού πισωγυρίσματος πολιτικών ανατροπών που έφερε η Γαλλική Επανάσταση στην περίοδο 1789 -1815.

 

4.

 

Ο “χαρακτήρας” της ελληνικής επανάστασης ήταν διπλά διεθνής. Όχι μόνο αποτέλεσε βίαιη αντανάκλαση διεθνών (και όχι μόνο Ευρωπαϊκών και μεσανατολικών) κοινωνικών και γεωπολιτικών  τεκτονικών αλλαγών της περιόδου μετά την Γαλλική Επανάσταση του 1789, αλλά και γιατί εξαρχής οργανώθηκε και εκδηλώθηκε σε διεθνή κλίμακα, μιας και είχε ως βάση εκδήλωσης την περιοχή των Βαλκανίων και γενικότερα τη Νοτιανατολική Μεσόγειο.  Παράλληλα, ήταν τεράστια η διεθνής εμβέλεια της ελληνικής επανάστασης. Δεν μπορεί κανείς παρά να θυμάται πάντα με συγκίνηση πως ο Ελβετός φιλέλληνας ιατρός, Ιωάννης -Ιάκωβος Μάγερ σκοτώθηκε δίπλα στον Έλληνα φρούραρχο του Μεσολογγίου, Θανάση Ραζή -Κότσικα κατά την έξοδο της 11ης Απριλίου 1826.

Η ίδια η ελληνική επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία ξεκίνησε ουσιαστικά εκτός του ιστορικού ελλαδικού χώρου και συγκεκριμένα από τη Μολδοβλαχία (εντός των σημερινών συνόρων της Ρουμανίας), μιας και εκεί δόθηκε η πρώτη σημαντική μάχη (Δραγατσάνι, Ιούνιος 1821) με επικεφαλής του πρώτου επαναστατικού αποσπάσματος τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Νωρίτερα, το 1804 είχε ξεσπάσει η εξέγερση στη Σερβία,επίσης, ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία.

Το ξέσπασμα του απελευθερωτικού αγώνα στην Ελλάδα δεν ήταν δεμένο μόνο με τον αντίστοιχο απελευθερωτικό των Σέρβων που είχε ήδη κλείσει τον πρώτο κύκλο του κατά την πρώτη δεκαετία του 1800 με τη δολοφονία του Καραγιώργη από τον Ομπρένοβιτς, αλλά και από το αυτονομιστικό “κίνημα” του Αλβανού Αλή Πασά με έδρα τα Ιωάννινα.  Ο Αλή Πασάς που πολεμούσε μετο στρατό του Σουλτάνου την περίοδο 1820 -1822, βρισκόταν σε “επαφή” με μέλη της “Φιλικής Εταιρείας” των Ελλήνων επαναστατών.

Η ίδια η έκρηξη του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα και, προπαντός, οι πρώτες επιτυχίες του θα ήταν αδιανόητες αν τα Σουλτανικά στρατεύματα δεν ήταν απασχολημένα σε πόλεμο με το στρατό του Αλή Πασά.

Αλλά και η ίδια η αποτυχία του αυτονομιστικού “κινήματος” του Αλή Πασά ενίσχυσε τις τάσεις υπέρ του ακηδεμόνευτου -δηλαδή χωρίς την “προστασία” κάποιου Έλληνα (π.χ. των κοτσαμπάσηδων) ή Αλβανού (όπως “έπαιζε” ως σενάριο για τον Αλή Πασά) ανωτέρου αξιωματούχου εντός του συστήματος εξουσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Με άλλα λόγια η ελληνική επανάσταση ήταν  μέρος μιας αντι-οθωμανικής και  αστικο-φιλελεύθερης επαναστατικής διαδικασίας που αφορούσε ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων. Η επανάσταση στην Ελλάδα επηρεάστηκε θετικά (κυρίως από το αυτονομιστικό κίνημα του Αλή Πασά ) κατά την περίοδο της 1821 -22, αλλά αμέσως μετά αρνητικά, δεδομένου ότι κανένα άλλο κίνημα δεν εκδηλώθηκε στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ασίας και έτσι απομονώθηκε εκείνο της Ελλάδας.

Το μόνο “κίνημα” το οποίο επηρέασε εν τέλει θετικά -αν και με τεράστιες απώλειες για το λαό της Πελοποννήσου -ήταν εκείνο των Αιγυπτίων ενάντια στο Σουλτάνο. Ο Σουλτάνος προκειμένου να κατευνάσει τις αυτονομιστικές τάσεις του Αιγύπτιου Πασά, Μεχμέτ Αλή, και αφού πρώτα είχε αποτύχει να καταστείλει μόνο με τα δικά του στρατεύματα τους επαναστατημένους στην Ελλάδα, ζήτησε τη στήριξή του.

Η άγρια λεηλασία του Μοριά ήδη από το 1825 από τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ (τη στήριξη του οποίου ζήτησε ο Σουλτάνος) προξένησε όχι μόνο τεράστια ανθρώπινη τραγωδία στην Πελοπόννησο, αλλά και τη γαλλική εισβολή στην Πελοπόννησο το 1828, η οποία σε συνδυασμό νωρίτερα (τον  Οκτώβρη του 1827) με τη καταστροφή του αιγυπτιακού στόλου και τον αλύγιστο αγώνα των κλεφτών στη Ρούμελη έκανε εφικτή τη στρατιωτική ήττα συνολικά των Οθωμανικών δυνάμεων (τουρκικών, αιγυπτιακών κ.λπ.). Έκτοτε, αν και η ελληνική επανάσταση ανέκαμψε στρατιωτικά  (με την ανοιχτή πλέον στήριξη την Τριών Μεγάλων Δυνάμεων), δεν ανέκαμψε ποτέ πολιτικά, μιας και εδραιώθηκε η πιο συντηρητική “γραμμή” δηλαδή εκείνη της εξάρτησης από τις ξένες δυνάμεις και της διατήρησης του κοινωνικού “στάτους κβο” που υπήρχε και επί οθωμανικής κυριαρχίας.

H κυριαρχία της συντηρητικής εθνικής γραμμής στον πολιτικό στίβο της ελληνικής επανάστασης οφειλόταν και στην  αποτυχία του εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος στη Σερβία την περίοδο αυτή, τις διαφορετικές επιρροές των ηγεσιών των κινημάτων αυτών από τις Αυτοκρατορίες της εποχής εκείνης (π.χ. οι Σέρβοι επηρεάζονταν από τους Ρώσους ή ακόμα και από τους Αυστριακούς, ενώ οι Έλληνες είχαν επιρροές  από τους Γάλλους, τους Άγγλους αλλά και τους Ρώσους) με βάση τα διαφορετικά συμφέροντα των αναδυόμενων εθνικών  αστικών τάξεων κάθε  περιοχής.

Οι εξελίξεις αυτές  εμπόδισαν την  ενοποίηση των επαναστατικών κινήσεων σε Ελλάδα και Σερβία σε ένα κοινό μέτωπο με κοινό στόχο μία βαλκανική ομοσπονδία ανεξάρτητη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και κάθε άλλη αυτοκρατορία,όπως αυτή που οραματίστηκε ο επαναστάτης δημοκράτης Ρήγας Φεραίος.

Η αποτυχία της ενοποίησης με το σερβικό επαναστατικό κίνημα οδήγησε το ελληνικό επαναστατικό κίνημα στην απομόνωση η οποία οδήγησε,με τη σειρά της, στη στρατιωτική ήττα την περίοδο 1825 - 1826 από τους Οθωμανούς, έπειτα  στην αναζήτηση ξένου προστάτη στη μία ή την άλλη δύναμη (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και έτσι στην “αποδοχή” μιας κολοβής ανεξαρτησίας, δηλαδή στην ίδρυση ενός κράτους εξ αρχής χρεωμένου στην Αγγλία (λόγω των δυο δανείων που είχε λάβει η ηγεσία του Αγώνα το 1824 και το 1826), αλλά και της “εγγύησης” των Μεγάλων Δυνάμεων.

 

6.

 

Η επικράτηση της συντηρητικής εθνικής γραμμής στην εγχώρια πολιτική σκηνή συνέβη παρά το γεγονός ότι οι μισές από τις “δεξαμενές” απ’ όπου προέκυψαν οι πιο προβεβλημένοι ηγέτες της ελληνικής επανάστασης είχαν διεθνή οικονομική, πολιτική ή ακόμα και φυλετική καταγωγή.

Οι διεθνείς “δεξαμενές” μερίδας των ηγετών ήταν οι Έμποροι και οι Φαναριώτες.

Οι έμποροι, έχοντας ως έδρα διάφορες πόλεις της Ευρώπης και της Ρωσίας (λόγω του εμπορίου μεταξύ Δύσης - οθωμανικής Ανατολής) αποτέλεσαν τη μητρική “δεξαμενή” της Επανάστασης (από άποψη στρατολόγησης μελών), δεδομένου ότι ως το πρωτοπόρο ακτιβιστικό κομμάτι της ίδρυσαν, οργάνωσαν και καθοδηγούσαν τη “Φιλική Εταρεία” από το 1814 στην Οδησσό (Πόλη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας).

Οι Φαναριώτες με έδρα στην ίδια την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη) ακολούθησαν αρχικά την κίνηση των Ελλήνων εμπόρων και αποτέλεσαν το πολιτικό - διπλωματικό κομμάτι της ηγεσίας της επανάστασης.

Ενδεικτική της τελικής πολιτικής επικράτησης των Φαναριώτικων και εν γένει μη αστικών (με την έννοια της κοινωνικής καταγωγής) στοιχείων στην πολιτική  ηγεσία της επανάστασης καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα το 1821-1832, ήταν ότι σ’ αυτήν  “έπαιξαν” προσωπικότητες  όπως ο υπασπιστής του Τσάρου,  Δημήτριος Υψηλάντης, ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ηπειρώτης ιατρός Ιωάννης Κωλέττης και σε καμία περίπτωση κανένας έμπορος πρωτεργάτης του αγώνα.

Για παράδειγμα, ένας εκ των ιδρυτών της “Φιλικής Εταιρείας”, ο Εμμανουήλ Ξάνθος (καταγωγή : Πάτμος), πέθανε άπορος στην Αθήνα το 1852, αφού είχε απομονωθεί πολύ νωρίτερα από την ηγεσία της επανάστασης  (για την ακρίβεια από τα πρώτα χρόνια της).

Ούτε, όμως, και κανείς από τους μεγάλους στρατηγούς του Αγώνα, ο οποίος γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Ελλάδα (και όχι στο εξωτερικό, όπως συνέβηκε με τους κοσμοπολίτες Έλληνες εμπόρους) κατάφεραν ποτέ να ηγηθούν πολιτικά στον Αγώνα. Ο Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε το 1826 φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του αρχιστράτηγου, ενώ ο Κολοκοτρώνης από αρχιστράτηγος των επαναστατικών ελληνικών στρατευμάτων κατέληξε... υπασπιστής του Όθωνα.

Αντίθετα, οι (Πελοποννήσιοι) κοτσαμπάσηδες, οι οποίοι ήταν προ-επαναστατικά μέρος του οθωμανικού συστήματος εξουσίας στον ελλαδικό χώρο και αποτέλεσαν την πιο συντηρητική πτέρυγα της επανάστασης, αν και ηττήθηκαν στρατιωτικά στον εμφύλιο του 1825, διατήρησαν ανέπαφη την οικονομική δύναμή τους κατά τη διάρκεια της επανάστασης -αλλά και μετά την ολοκλήρωσή της- (μιας και ποτέ δεν εφαρμόστηκε κάποια κοινωνική μεταρρύθμιση π.χ. με τη μορφή της αναδιανομής της γης) και τελικά επιβλήθηκαν πολιτικά μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια από τους Μαυρομιχάληδες  της Μάνης.

 

6.

 

Η εσωτερική διάσπαση της ηγεσίας του Αγώνα που έφτασε στο σημείο του ανοιχτού εμφυλίου πολέμου κυρίως το 1824 -1825 αποδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης, ο οποίος υπήρχε από τη γέννησή της.

Και αυτό γιατί ο στόχος της αποτίναξης της οθωμανικής κυριαρχίαςμε κατάληξη είτε την αυτονομία, είτε την εθνική ανεξαρτησία, είτε ακόμα και τη βαλκανική ομοσπονδία είχε “εκ φύσεως” και κοινωνικό χαρακτήρα, μιας και ήταν αντικειμενικά (και όχι μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων της μίας ή της άλλης πολιτικής πτέρυγας των επαναστατημένων) δεμένη με το τέλος της οθωμανικής οικονομικής εκμετάλλευσης του πληθυσμού του ελλαδικού χώρου όπως αυτός υπήρχε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης.

Οι ίδιες αντίπαλες πλευρές του εμφυλίου του 1824 -25 είχαν διαφορετικό κοινωνικό πρόσημο. Από τη μεριά της εμφύλιας σύγκρουσης ήταν οι Πελοποννήσιοι κοτσαμπάσηδες οι οποίοι “κρύβονταν” πολιτικά πίσω από την ψευτο-δημοκρατική υπεράσπιση του Βουλευτικού Σώματος στο οποίο οι ίδιοι κυριαρχούσαν .

Από την άλλη μεριά της σύγκρουσης στο εσωτερικού του στρατοπέδου των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί(γόνοι φτωχών αγροτικών οικογενειών των ορεινών περιοχών της Στερεάς Ελλάδας) με πολιτικό επικεφαλής τον Υδραίο καραβοκύρη μεγαλέμπορο και πρόεδρο του Εκτελεστικού, Γιώργο Κουντουριώτη και διπλωματικό επικεφαλής τον  κοσμοπολίτη εκ Φαναρίου, Αλέξανδρο Μαυροκοδράτο. 

 

Δ.Κ.