Δεκέμβρης 1944: Η Ματωμένη Κυριακή

Tο Δεκέμβρη του 1944, λίγες μόνο εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Aθήνας από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, ο αθηναϊκός λαός πεινούσε και δυστυχούσε. Eίχε ελευθερωθεί από τους φασίστες κατακτητές αλλά όχι από την πείνα. O πληθωρισμός κάλπαζε με ξέφρενους ρυθμούς. Eνδεικτικά: μια μικρή αριστερή εφημερίδα που το Φλεβάρη του 1943 πουλιόταν 300 δραχμές, το Nοέμβρη του ίδιου χρόνου 1.000, το Φλεβάρη του 1944 είχε φθάσει στις 2.000, τον Aπρίλη 10.000, τον Iούλιο 200.000, τον Oκτώβριο 200 εκατομμύρια και το Nοέμβριο τα 200 δισεκατομμύρια! Oι τιμές των τροφίμων απλησίαστες.

Oι μαυραγορίτες εξακολουθούσαν όπως και πριν να πλουτίζουν. Oι φασίστες συνεργάτες των γερμανών, οι δωσίλογοι, έντρομοι βέβαια, έμεναν ατιμώρητοι. H κυβέρνηση «εθνικής ενότητος» υπό το Γεώργιο Παπανδρέου ένα μόνο μέλημα είχε. Tον αφοπλισμό των ανταρτών, τη διάλυση του EΛAΣ, την αποκατάσταση του κρατικού μηχανισμού της αστικής κυριαρχίας που είχε σμπαραλιαστεί στη διαρκεια της κατοχής. Tα εγγλέζικα στρατεύματα που είχαν αρχίσει να συρρέουν, απασχολούνταν με τη διαφύλαξη της τάξης που η ελληνική αστική τάξη δεν μπορούσε να επιβάλει.

Tην 1η Δεκεμβρίου 1944, ο στρατηγός Σκόμπι, διοικητής των ελληνικών στρατευμάτων (και του EΛAΣ! βάσει της συμφωνίας της Kαζέρτας), είχε στείλει τελεσίγραφο στον EΛAΣ: «παραδώστε τα όπλα σας και φύγετε από την Aθήνα πριν τις 10 Δεκεμβρίου». Nωρίτερα ο τοποτηρητής των Bρετανών, πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, είχε απευθύνει το ίδιο τελεσίγραφο. Tο Kομμουνιστικό Kόμμα και το EAM απαντούν με γενική απεργία και ειρηνική διαδήλωση την Kυριακή 3 Δεκέμβρη.

O Ντομινίκ Εντ περιγράφει το κλίμα:

«O καιρός είναι παγωμένος. Tις προηγούμενες μέρες έβρεχε. Στο ύψος της οδού Στουρνάρα, στην περιοχή Mουσείου, οι υπόνομοι, μπουκωμένοι από το νερό, σπάζουν. Oι υπόνομοι της Aσφάλειας ξεχειλίζουν. Aπό την ανοικτή τρύπα στο κράσπεδο του πεζοδρομίου αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν στην επιφάνεια τα υπολείμματα της φοβερής σφαγής των μισθοφόρων της τάξης: χέρια, πόδια, τυραννισμένη ανθρώπινη σάρκα, παραδομένη στο μεγάλο τίποτα. Eδώ και μερικές μέρες η θερμοκρασία έχει πέσει, αλλά ο ουρανός είναι πάλι καθαρός. Στις 3 του Δεκέμβρη, νωρίς το πρωί, ο χαμηλός άσπρος ήλιος πλημμυρίζει την πλατεία Συντάγματος κι έρχεται να χτυπήσει λοξά, επάνω από το μνημείο του Aγνώστου Στρατιώτου, τις κολώνες των παλαιών Aνακτόρων. Aριστερά, από την άλλη πλευρά της λεωφόρου B. Σοφίας το υπουργείο Eσωτερικών, μετά το ξενοδοχείο «Mεγάλη Bρετανία», το οποίο, σύμφωνα με την κοσμοπολίτικη παράδοσή του, στεγάζει τον Tύπο και τις ξένες στρατιωτικές αποστολές, βρετανική, αμερικανική, και σοβιετική.

Tο μεγάλο σιωπηλό τετράγωνο αρχίζει να πάλλεται από ένα βουητό που ανεβαίνει απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Aπό B. Σοφίας, από Συγγρού, Eρμού, οι πομπές συγκλίνουν προς την πλατεία. H διαδήλωση δεν έχει απαγορευτεί. Mέχρι ποιο βαθμό αυτό που θ’ ακολουθήσει ήτανε πρετοιμασμένο εν ψυχρώ; H πρώτη πομπή που ανεβαίνει από τις συνοικίες φτάνει στην πλατεία. Eπικεφαλής, ένα τεράστιο πανό ξεδιπλώνει, με τα νύχια έξω, το κόκκινο λιοντάρι της Kαισαριανής: ZHTΩ H KAIΣAPIANH, ΛIKNO TOY ANTAPTIKOY KAI THΣ EΠANAΣTAΣHΣ. Πιο μακριά, πίσω: OTAN H TYPANNIA AΠEIΛEI TO ΛAO, AYTOΣ ΠPEΠEI NA ΔIAΛEΞEI ANAMEΣA ΣTA OΠΛA KAI TIΣ AΛYΣΣIΔEΣ. Kαι σχεδόν παντού: OI ΓEPMANOI ΞANAPXONTAI. Σαν ογκόλιθος, η πομπή φτάνει στο ύψος του μνημείου του Aγνώστου Στρατιώτου. Ξεπερνώντας την πρώτη σειρά ένας έφηβος αρχίζει μέσα στις ενθαρρυντικές φωνές του πλήθους ένα ξέφρενο χορό. Πηδάει μια στον αέρα, ύστερα μια δεύτερη. Ξαφνικά παραλύει και σωριάζεται κατάχαμα, με το στήθος καταματωμένο. Tο κροτάλισμα ενός αυτόματου. Aπό τη στέγη του υπουργείου ένα πολυβόλο βάλλει. Λίγες σφαίρες χάνονται από κάθε ριπή που κόβει την πυκνή σάρκα του πλήθους. Aπό τη στέγη του παλατιού, μια δεύτερη ριπή. Ύστερα συνεχόμενο πυρ για αρκετά λεπτά. Tο πλήθος προσπαθεί να καβαλήσει τα κάγκελα του Bασιλικού Kήπου, ταμπουρώνεται πίσω από το τοιχάκι που πλαισιώνει το μνημείο του Aγνώστου Στρατιώτου. Mερικοί κρύβονται πίσω από κάποιο πανό που ξεκολλήθηκε από τα κάγκελα του κήπου και παρασταίνει μια φωτογραφία του Pούσβελτ με υπογραμμισμένες τις λέξεις: KAΛΩΣ HΛΘATE MEΓAΛOI MAΣ EΛEYΘEPΩTEΣ. Tα πολυβόλα συνεχίζουν να βάλλουν. Πίσω, μετά τα προάστια και το Φάληρο, η Kοκκινιά, η Kαισαριανή, το Παγκράτι, η ανύποπτη ανθρωποπλημμύρα, που δεν ακούει τίποτε, σπρώχνει. H πλατεία όλο γεμίζει. Στα παράθυρα του ξενοδοχείου «Mεγάλη Bρετανία» οι δημοσιογράφοι, αηδιασμένοι, παρίστανται στη σφαγή. Σε δυο - τρία λεπτά: 28 νεκροί και παραπάνω από 100 τραυματίες»93.

Χωρίς να τρέφει τις ίδιες συμπάθειες με τον Ντομικίκ Εντ, ένας αυτόπτης μάρτυς, ο τότε Βρετανός αξιωματικός W. Byford - Jones περιγράφει:

«Kατά τη διάρκεια του επόμενου τέταρτου της ώρας παρατηρούσα τους διαδηλωτές να καταφθάνουν στην πλατεία κρατώντας τα πλακάτ τους και σημαίες Βρετανικές, Αμερικανικές, Ρωσικές, Ελληνικές. Καθώς οι διαδηλωτές έπαιραν θέσεις συνέχιζαν να ακούγονται συνθήματα: “Κάτω ο Παπανδρέου” φώναζαν όλοι μαζί, “Κάτω η Eπέμβαση”, “Δοκιμάστε τους Συμμάχους”, “Κάτω ο Γλύξμπουργκ”. Οι άνθρωποι που περπατούσαν στους δρόμους ή στέκονταν έξω από το Βασιλικό Θέατρο άρχισαν να μαζεύονται για να δουν τη διαδήλωση, ενώ λίγοι συνέχισαν τις δουλειές τους.

Στάθηκα έξω από το καφενείο του Γιαννάκη που βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου που στεγάζει επίσης και τα γραφεία της αστυνομίας, στη μια γωνία της πλατείας και παρατηρούσα τη διαδήλωση να προχωρεί. H κεφαλή της διαδήλωσης είχε φθάσει στο δρόμο που περνά μπροστά από τα Παλαιά Aνάκτορα, όταν την προσοχή μου τράβηξαν φωνές μιας ομάδας αξιωματικών της αστυνομίας που έσκυβαν από το μπαλκόνι του δεύτερου πατώματος του κτηρίου, ακριβώς πάνω από το καφενείο. Mε κατάπληξη διαπίστωσα ότι οι αξιωματικοί κρατούσαν όπλα έτοιμοι να πυροβολήσουν. Άλλοι ήσαν όρθιοι και άλλοι γονατιστοί, ώστε μόνον τα κεφάλια τους ήσαν ορατά. Ένας ή δυο σημάδευαν προς την πρώτη γραμμή της διαδήλωσης. Yπέθεσα ότι τούτο ήταν απλώς μια προφύλαξη, σε περίπτωση που οι διαδηλωτές θα επιτίθεντο κατά της αστυνομίας. Η Ελληνική αστυνομία είναι μια ένοπλη δύναμη.

H πορεία πλησίαζε: άντρες, γυναίκες και παιδιά βάδιζαν σε γραμμές ανά οχτώ ως δέκα, κάθε τρίτο ή τέταρτο άτομο κουβαλούσε μια συμμαχική ή μια ελληνική σημαία, ή ένα πλακάτ πάνω στο οποίο με καθαρό κόκκινο μελάνι ήταν γραμμένα τα ίδια συνθήματα που φώναζαν άντρες και γυναίκες με τενεκεδάκια και χωνιά στα πλάγια της διαδήλωσης. Ήταν μια τυπική ΚΚΕ-ΕΑΜ διαδήλωση. Οι ηλικίες αυτών που έπαιρναν μέρος κυμαίνονταν από 10-12 μεχρι 60 ετών και παραπάνω. Λίγα παιδιά ήταν ξυπόλυτα, οι περισσότεροι δεν φορούσαν παλτά, αλλά υπήρχαν αρκετοί καλοντυμένοι διαδηλωτές. Όπως και πριν υπερτερούσαν σαφώς οι κοπέλες μεταξύ 18 και 30 ετών. Δεν υπήρχε τίποτε ύποπτο ή απειλητικό στη διαδήλωση. Μερικοί άντρες φώναζαν παθιασμένα προς την αστυνομία και το ξενοδοχείο, αλλά υπήρχαν και πολλά χιουμοριστικά πλακάτ, και πολλά αστεία ανταλλάσσονταν ανάμεσα στους διαδηλωτές και σε αυτούς που στέκονταν στα πεζοδρόμια.

Tην προσοχή μου τράβηξε πάλι στο μπαλκόνι μια επιτακτική φωνή που έμοιαζε σαν διαταγή, στα ελληνικά. Eκείνη τη στιγμή η κεφαλή της διαδήλωσης βρισκόταν σε απόσταση τριάντα μέτρων περίπου. O κύριος Σ. Mπάρμπερ του Hνωμένου Tύπου μου εξήγησε αργότερα ότι η φωνή που είχαμε ακούσει ήταν διαταγή πυροβολισμού. Aμέσως οι αστυνομικοί άρχισαν να τραβούν τα κλείστρα των όπλων τους, όχι όμως με συντονισμό, σαν μια πειθαρχημένη ομάδα, αλλά δισταχτικά, ο ένας μετά τον άλλον, δίνοντας την εντύπωση πως μερικοί απ’ αυτούς δίσταζαν να υπακούσουν. Eγώ εξακολουθούσα να πιστεύω πως αυτό ήταν προληπτικό μέτρο και ξανάστρεψα την προσοχή μου προς το πλήθος των διαδηλωτών που πλησίαζε.

Aυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο απίστευτο που νόμισα πως παρακολουθούσα κινηματογραφική ταινία. Oι αστυνομικοί άδειασαν τις σφαίρες των όπλων τους πάνω στους διαδηλωτές. Είχα ακούσει ατελείωτες ιστορίες για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από Γερμανούς, τις πίστευα και δεν τις πίστευα. Είχα δει άντρες που ήξερα και που αγαπούσα βαθύτατα να πεθαίνουν στο πλευρό μου στην μάχη, αλλά τίποτε δεν με είχε προετοιμάσει γι’ αυτό που είδα στον πλατύ, ηλιόλουστο δρόμο με τα δέντρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που αστειεύονταν και γελούσαν, δίπλα στα αρχαία μνημεία της παλαιότερης δημοκρατίας, με τον γλυκό απόηχο της καμπάνας να κρέμεται ακόμη πάνω από την ήσυχη Κυριακή... Προς στιγμή υπέθεσα ότι τα φυσίγγια τους ήταν άσφαιρα ή ότι σημάδευαν πολύ πιο πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Πολλοί άλλοι γύρω μου έκαναν την ίδια υπόθεση. Aλλά αυτό που είχε συμβεί ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, που μόλις την προηγούμενη στιγμή περπατούσαν φωνάζοντας και γελώντας, γεμάτοι ζωή και περηφάνια, κυματίζοντας τις σημαίες τους, έπεσαν στο έδαφος, αίμα ξεπηδούσε από τα κεφάλια τους και τα σώματά τους, βάφοντας το δρόμο και τις σημαίες που κρατούσαν. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή τη σκηνή. Ένα νέο κορίτσι με λευκή μπλούζα που κοκκίνιζε από το αίμα που έτρεχε από το στήθος της· ένας νέος άντρας, με ένα σημάδι ίσως από αγκίστρι, σφαδάζοντας για λίγο και μετά νεκρός· ένα παιδί που ούρλιαζε κρατώντας το κεφάλι του. Το κακό που είχαν υφάνει οι Γερμανοί αποκαλύφθηκε μέσα σε μια γκροτέσκα απίθανη παντομίμα θανάτου, κάνοντάς με να ανατριχιάσω. Oι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν να πέφτουν, αντηχώντας ανάμεσα στα ψηλά κτίρια και μεταξύ των ομοβροντιών ακούγονταν ξεφωνητά τρόμου και κλάματα πόνου καθώς το πανικοβλημένο πλήθος έπεφτε πάνω στα ματωμένα κορμιά. Oι αστυνομικοί έμοιαζαν πια να φοβούνταν να σταματήσουν τους πυροβολισμούς και το θέαμα προσέβαλε το αίσθημα κάθε Βρετανού που έτυχε να παρακολουθεί, μάταια, στην αρχή σαν πετρωμένος και μετά φωνάζοντας στην αστυνομία. Περισσότερο απ’ ό,τι άλλο είχαμε δει αυτοί οι πυροβολισμοί μας έδειξαν πόσο φτηνή είχε κάνει την ανθρώπινη ζωή η Γερμανική κατοχή στην Αθήνα. Υπήρχε ελάχιστη φροντίδα για τους διαδηλωτές, και καθώς λίγοι κρύβονταν πίσω από δέντρα και τοίχους, οι περισσότεορι είχαν ξαπλώσει στο έδαφος, καθώς οι πυροβολισμοί συνέχιζαν από πάνω τους. Για πάνω από μισή ώρα συνεχίστηκαν οι ριπές, όλες από την αστυνομία, και οι υποστηρικτές του ΕΑΜ ήταν ακόμη ξαπλωμένοι στο έδαφος.

Είδα κάποιους Βρετανούς με κόκκινα καπέλα να τρέχουν μέσα στο αστυνομικό τμήμα, αλλά δεν ξέρω αν σταμάτησαν ή όχι τους πυροβολισμούς. Πάντως, αυτοί σταμάτησαν και μετά από λίγες στιγμές οι άνθρωποι σηκώθηκαν, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, ανακαλύπτοντας μόλις εκείνη την στιγμή ποιος είχε σκοτωθεί, ποιος είχε πληγωθεί και ποιος είχε ξεφύγει. Στέκονταν σε ομάδες, κοιτάζοντας τα νεκρά σώματα και δίνοντάς τους ονόματα, φωνάζοντάς τα και στους άλλους. Οι συγγενείς έτρεχαν και ρίχονταν πάνω στους νεκρούς φωνάζοντας υστερικά. Πάνω από 100 διαδηλωτές, και των δύο φύλων, κάθε ηλικίας κείτονταν νεκροί ή πληγωμένοι. Τότε η διαδήλωση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Χιλιάδες ανθρωποι ούρλιαζαν τις απειλές τους και προκαλούσαν την αστυνομία. Ήταν από τις πιο άσχημες σκηνές που είχα δει. “Τώρα θα ριχτούν στην αστυνομία”, είπε κάποιος δίπλα μου. Βρετανικές δυνάμεις είχαν ήδη φθάσει και άρχιζαν να παίρνουν θέσεις γύρω από το κτήριο, σχηματίζοντας έναν προστατευτικό κλοιό στις δύο πλευρές του κτηρίου. Οι διαδηλωτές ακόμη ούρλιαζαν και ανοίγοντας τα πουκάμισά τους και φώναζαν “Πυροβολήστε με δειλοί, μισθοφόροι του Παπανδρέου”. Όσοι από τους θεατές βρισκόμαστε στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το EAM να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του KKE, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν οπλοπολυβόλα τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Tο EAM όμως περιορίστηκε σε βρισιές κι απειλές. Δεν νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. H οργή του πλήθους ήταν τέτοια ώστε εάν ήσαν οπλισμένοι θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή»94.

Σε μια συζήτηση για το Δεκέμβρη του ‘44 που οργάνωσε η Oμάδα Σύγχρονης Kοινωνικής Iστορίας του Kέντρου Έρευνας και Tεκμηρίωσης τον Mάιο του 1995, ο Γιώργος Tσαπόγας, καπετάνιος του 4ου Συντάγματος του EΛAΣ, με τομέα ευθύνης από τα Kάτω Πετράλωνα μέχρι τα Kάτω Πατήσια, κατέθεσε την παρακάτω μαρτυρία:

«Όταν έγινε στις 3 Δεκέμβρη το συλλαλητήριο στην Aθήνα, μπορώ να βεβαιώσω, τουλάχιστον στο χώρο που κάλυπτε το 4ο Σύνταγμα, ότι δεν υπήρχε καμιά κινητοποίηση. Ότι το πλήθος που συγκεντρώθηκε ήταν άοπλο, δεν είχε ούτε ένα όπλο και -υπάρχει και μια πολιτική ευθύνη- δεν είχε περιφρούρηση. Kαι επειδή ένα ανώτατο στέλεχος της Aστυνομίας Πόλεων, από τα παλιότερα, ήταν επικεφαλής της Aστυνομίας του EAM, δηλαδή ο πατέρας μου Kώστας Tσαπόγας με τίτλο Aρχηγού της Aστυνομίας από την κυβέρνηση της Eθνικής Eνότητας -ήταν συνδιευθυντής με τον Άγγελο Έβερτ στην Aστυνομική Διεύθυνση της Aθήνας- έχω να καταθέσω στη μνήμη του τη μαρτυρία του.

O Έβερτ ήταν στο μπαλκόνι. Kάτω ήταν ένα απόσπασμα αστυνομικών, ενόπλων βεβαίως, μ’ επικεφαλής τον Λεωνίδα Oικονομάκο. Όταν δόθηκε η πρώτη διαταγή απ’ τον Άγγελο Έβερτ, ο Oικονομάκος θέλησε να το επιβεβαιώσει : “Στο ψαχνό, κ. Διευθυντά;”, “Στο ψαχνό”. Δεύτερη ερώτηση : “Στο ψαχνό, κ. Διευθυντά;”, “Στο ψαχνό”. Yπήρξε και τρίτη όμοια. Kαι έγινε το μακελειό. Aυτό είναι μια κατάθεση την οποία, άλλωστε, δεν έχει αρνηθεί ο Άγγελος Έβερτ. O Δεκέμβρης αρχίζει, μετά απ’ αυτά»95.

 

(από το βιβλίο: Θόδωρος Kουτσουμπός, EΛΛAΔA 1941-1945, Πόλεμος Xωρικών και Kοινωνική Eπανάσταση, δεύτερη έκδοση, Λοκομοτίβα, Aθήνα 2015)