ΛΕΡΟΣ - 25 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

του Θόδωρου Mεγαλοοικονόμου

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την έναρξη της παρέμβασης για την αποϊδρυματοποίηση του ψυχιατρείου της Λέρου, δεκάδες άνθρωποι, λειτουργοί ψυχικής υγείας από την Ελλάδα, την  Τεργέστη της Ιταλίας, την Ολλανδία, την Αγγλία κλπ, οι οποίοι είχαν τότε συμμετάσχει και συμβάλει αποφασιστικά στο έργο των ριζικών αλλαγών στο ψυχιατρείο, μαζεύτηκαν, στις 19-21 Ιουνίου, στη Λέρο σε μια «συνάντηση αποτίμησης» της «εμπειρίας της Λέρου» και συζήτησης, στο φως αυτής της εμπειρίας, για το τώρα και τις προοπτικές μιας πραγματικής, και όχι κατ’ όνομα, ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

Μαζί τους ήταν, επίσης, δεκάδες άλλοι, ιδιαίτερα νέοι και νέες, που συμμετείχαν σε αυτή την αναδρομή σε μιαν από τις μοναδικές εμπειρίες ριζικού μετασχηματισμού του ψυχιατρικού θεσμού στην Ελλάδα: πολλές αναμνήσεις και μεγάλη συγκίνηση περπατώντας στους χώρους (και επίσης, βλέποντας τις εικόνες σε φωτογραφίες και ντοκιμαντέρ) όπου κάποτε στοιβάζονταν, μέσα σε απερίγραπτες συνθήκες, οι «αζήτητοι» της ελληνικής ψυχιατρικής και του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού συστήματος - χώροι που τώρα έχουν αφεθεί να καταρρεύσουν. Να μετατραπούν σε ερείπια, που, με τον τρόπο τους, συμβολίζουν το «μετά την εμπειρία της Λέρου» : τα ερείπια του οράματος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, η οποία ποτέ δεν έγινε και στα οποία συνίστατο ο εκσυγχρονιστικός νεοϊδρυματισμός που ακολούθησε, μέχρι, φυσικά, την ολοσχερή κατάρρευση όταν ξέσπασε η τωρινή οικονομική κρίση. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν χάνουν την ευκαιρία να δώσουν το «παρών» και υπουργοί, πρόεδροι, δήμαρχοι, διάφοροι εποφθαλμιούντες ρόλους στην εκάστοτε νέα πολιτική συνθήκη, αλλά, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες, ο τόνος που δόθηκε και κυριάρχησε ήταν αυτός των ενεργών υποκειμένων της μεταρρυθμιστικής εμπειρίας στη Λέρο, καθώς και ανθρώπων που τώρα εμπλέκονται με διάφορους τρόπους και με αυθεντικό ενδιαφέρον στην Ψυχική Υγεία και αγωνιούν για το παρόν και το μέλλον της.
 


Η συζήτηση γύρω από την ιστορική διαδρομή του μετασχηματισμού στην Λέρο είναι σήμερα τόσο πιο χρήσιμη όσο περισσότερο βλέπουμε να βουλιάζει το σύστημα υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, όπως ολόκληρη η κοινωνία, μέσα σε μια χωρίς προηγούμενο διαλυτική κρίση, με την εγγενή, δομική βία του ψυχιατρικού θεσμού να έχει αναχθεί σε μιαν αυτονόητη καθημερινότητα των υπηρεσιών. Μια βία που, στη σύγχρονη μορφή της, εκφράζεται με την εναλλαγή του πρόσκαιρου εγκλεισμού (με ακραίες και εκτός παντός ελέγχου κατασταλτικές πρακτικές) του ψυχικά πάσχοντος, μέχρις ότου κατασταλεί φαρμακευτικά, για να επανατοποθετηθεί (το συντομότερο δυνατό) στο χώρο της κοινωνικής εγκατάλειψης, στο χώρο των σύγχρονων «αζήτητων», που τότε γέμιζαν τα αρματαγωγά από τον Σκαραμαγκά για την Λέρο, αλλά που, σήμερα, η σύγχρονη «Λέρος» είναι η πόλη των μόνων και αβοήθητων, είναι οι δρόμοι και οι γειτονιές της, η συνθήκη όχι απλώς των εμφανών, αλλά των πολύ περισσότερων «αφανών» αστέγων.

Η επιστροφή στην «εμπειρία της Λέρου», στο πώς αυτό που στην ψυχιατρική ονομάστηκε «Λέρος», κατασκευάστηκε και πώς, εν συνεχεία, έγινε δυνατό να ξεπεραστεί, μπορεί να βοηθήσει να δούμε ξανά, όπως τότε, την Αποϊδρυματοποίηση όχι ως μια διοικητική - τεχνική διαδικασία (όπως την έβλεπε -και- τότε η κυρίαρχη πολιτική εξουσία, η κυρίαρχη ψυχιατρική κοινότητα και οι ΜΚΟ ψυχικής υγείας που ενεπλάκησαν), όχι, δηλαδή, ως μια διαδικασία που ανάγεται στο κλείσιμο του ψυχιατρείου ως κατάργηση, αλλά ως μια διαδικασία της οποίας βασικό υποκείμενο (από κοινού με τον λειτουργό ψυχικής υγείας και με την ευρύτερη κοινωνία) πρέπει διαρκώς να αναδύεται η ανθρώπινη ύπαρξη που πάσχει.

Ως προς το πώς κατασκευάστηκε, μπορούμε να ανατρέξουμε στο κυρίαρχο «ψυχιατρικό παράδειγμα». Είναι στη βάση της λογικής και της κουλτούρας που επικρατούσε, τόσο στο πεδίο της ψυχιατρικής, όσο και σε αυτό της πολιτικής πρακτικής, που η λύση της περαιτέρω εξορίας των ήδη εξόριστων από την κοινωνία και πλεοναζόντων στα ψυχιατρεία επιλέχθηκε, τόσο από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, όσο και από την ψυχιατρική κοινότητα, ως η μόνη δυνατή, αλλά και η δέουσα σ’ αυτές τις περιπτώσεις «υπερκορεσμού». Ακριβώς επειδή επρόκειτο (τότε, όπως και τώρα) για μια ψυχιατρική που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια», που δεν βλέπει ανθρώπους αλλά διαγνωστικές κατηγορίες, που σχετίζεται με τον «άλλο» μόνο μετατρέποντάς τον σε «πράγμα», στο «αντικείμενο αρρώστια», που, όσο πιο πολύπλοκο και δύσκολο είναι αυτό το «αντικείμενο», τόσο περισσότερο επιφυλάσσει σ’ αυτό  την απλοποιητική λύση του περαιτέρω εγκλεισμού, της απομόνωσης και της θεραπευτικής εγκατάλειψης - η οποία, τότε, συμβάδιζε με μια πολιτική τάξη πραγμάτων που ασκούσε στην πράξη πολιτικές εξορίας και στρατοπέδων συγκέντρωσης κατά των πολιτικών της αντιπάλων.

Για πολλούς η «Λέρος», όταν προέκυψε ως «διεθνές σκάνδαλο» και ως «εθνική ντροπή», ταυτιζόταν με το αδύνατο της αλλαγής.
Καθοριστικές παράμετροι που, ωστόσο, έκαναν δυνατή την αποδόμηση μιας σειράς θέσφατων και κατασκευών της κυρίαρχης ψυχιατρικής, όπως, π.χ., για το «ανίατο», για την αμετάστρεπτη πορεία προς την χρονιότητα κ.λπ., ήταν, μεταξύ άλλων:
* Η εγκαθίδρυση της προτεραιότητας της προσωπικής σχέσης με το νοσηλευόμενο ως ανθρώπινης ύπαρξης και όχι ως διαγνωστικής κατηγορίας (χωρίς κανενός είδους επιλογή και αποκλεισμό), ενάντια στη μαζική διαχείριση των αναγκών. Στην κατεύθυνση, δηλαδή, της σφαιρικότητας της σχέσης άνθρωπος προς άνθρωπο και όχι απλά στη μερικότητα της σχέσης "ειδικός" προς "ασθενή".
* Η διασφάλιση της ελευθερίας ως μιας ουσιαστικά θεραπευτικής κατάστασης.
* Η προσπάθεια για ανάπτυξη όλων των δραστηριοτήτων σε μια σχέση συνεργασίας με το μόνιμο, φυλακτικό προσωπικό, στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος του φυλακτικού ρόλου.

Η στρατηγική του βαθμιαίου, αλλά ριζικού μετασχηματισμού του ψυχιατρείου είχε συνδεθεί,  από την ομάδα παρέμβασης, με την αδιαπραγμάτευτη διατήρηση των θέσεων εργασίας μέσω του μετασχηματισμού της ιδρυματικής οικονομίας προς ποικίλων ειδών παραγωγικές δραστηριότητες. Μια κίνηση συνδεδεμένη με το ρίξιμο των τοίχων και την ενσωμάτωση του πρώην ψυχιατρείου (μετασχηματισμένου σε μονάδες κατοικίας και συνεταιριστικές δραστηριότητες) στον πολεοδομικό ιστό του νησιού, με την αξιοποίηση των εγκαταλειμμένων κτιρίων του, πρώην ιταλικών στρατώνων (μουσείο, χώροι πολιτιστικών δραστηριοτήτων κ.λπ.), την ίδρυση ΚΨΥ, Κινητής Μονάδας για τα γύρω νησιά, κ.λπ.

Ενας βασικός παράγοντας, αν και όχι ο μόνος, που έκανε την ως άνω προοπτική να φαντάζει ως άκρως εξωπραγματική, ήταν ο απότομος τερματισμός των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων για τον μετασχηματισμό του ψυχιατρείου, τον Ιούνιο του 1995. Ήταν τότε που κατέρρευσε απότομα η όποια συνέχεια μιας ανολοκλήρωτης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήξερε πολύ καλά τί θα επακολουθούσε με την απότομη διακοπή των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων στη Λέρο (καθώς οι όποιοι μετασχηματισμοί δεν είχαν παγιωθεί και δεν είχε οικοδομηθεί και τεθεί σε λειτουργία μια εναλλακτική λύση), όπως ήξερε πολύ καλά τί σήμαινε το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων, το οποίο προβλεπόταν για φέτος στο σύμφωνο Αντόρ-Λυκουρέντζου, χωρίς να υπάρχει, έστω και κατ’ ελάχιστον, το ολοκληρωμένο δίκτυο των κοινοτικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούσε εναλλακτικά στο ψυχιατρείο και στον εγκλεισμό.

Ετσι, το ΚΘ Λέρου οδηγήθηκε, αντί στο ξεπέρασμά του, στον βαθμιαίο μαρασμό του. Όχι μόνο η Κινητή Μονάδα έχει κλείσει, αλλά και οι δυο μονάδες «οξέων» έχουν παύσει να λειτουργούν.

Η τριήμερη συνάντηση στη Λέρο έδωσε την ευκαιρία να έλθει ξανά στο προσκήνιο, ως ένα πολύτιμο και αναξιοποίητο μέχρι τώρα κεφάλαιο μιας χειραφετητικής θεωρίας και πράξης σ’ αυτήν την εξαιρετικά κρίσιμη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, ως ένα πολύτιμο εφόδιο απέναντι στα αδιέξοδα και τις αγκυλώσεις της κυρίαρχης ψυχιατρικής, για το χτίσιμο ενός άλλου μέλλοντος για την Ψυχική Υγεία – αλλά, ταυτόχρονα, και ως της δέουσας στάσης και αντιμετώπισης των «διαφορετικών», των «άλλων» της νέας εποχής, των μεταναστών και των προσφύγων που αναζητούν προστασία, φιλοξενία και ασφαλές πέρασμα (μεταξύ άλλων, και διαμέσου της Λέρου) προς άλλες χώρες, διωγμένοι από πολέμους, στρατιωτικούς, αλλά και οικονομικούς και κοινωνικούς.