ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ

και τους μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς στυλοβάτες του

Οι εργαζόμενοι στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής με επικεφαλής το ΔΣ του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων ΨΝΑ, αγανακτισμένοι για την κατάσταση διάλυσης και βαρβαρότητας στο υπό κατάρρευση ψυχιατρείο, προχώρησαν, στις 26/5/2015, στην κατάληψη του γραφείου του Διοικητή Π. Θεοδωράκη.

Ο Π. Θεοδωράκης, ακραιφνής νεοφιλελεύθερος, τοποθετήθηκε στη θέση του Διοικητή των δύο μεγάλων ψυχιατρείων, ΨΝΑ και Δρομοκαΐτειο, από τον φασίστα υπουργό Άδωνι Γεωργιάδη, για να τα κλείσει, εφαρμόζοντας στην πράξη το σύμφωνο Λυκουρέντζου – Αντόρ για το κλείσιμο μέχρι το καλοκαίρι του 2015 και των τριών μεγάλων ψυχιατρείων (Δαφνί, Δρομοκαΐτειο, Ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης). Αυτό ξεσήκωσε τους εργαζόμενους στο ΨΝΑ, που με απόφαση μαζικής γενικής συνέλευσης τον κήρυξαν ανεπιθύμητο από την πρώτη στιγμή.

Παρέμεινε όμως στη θέση του, ακόμα και μετά την εκλογή της κυβέρνησης Σύριζα, αλαζονικός και προκλητικός, συνεχίζοντας να τρομοκρατεί τους εργαζόμενους, με τις αστυνομικού τύπου νυχτερινές εφόδους του, απαξιώνοντάς τους διαρκώς, αδιάφορος στις εκκλήσεις τους να παρθούν έστω και τα στοιχειώδη μέτρα αποφυγής δραματικών «συμβάντων» στους ασθενείς, περικόπτοντας διαρκώς τις δαπάνες ακόμα και για τα αναγκαία λειτουργικά έξοδα του ψυχιατρείου και απειλώντας με δικαστική διεκδίκηση αποζημίωσης, όταν από τη νέα ηγεσία του Υπουργείου Υγείας ζητήθηκε η παραίτησή του.

Με την ίδια αλαζονεία και προκλητικότητα αντιμετώπισε και την ηγεσία του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων ΨΝΑ, μετά τη συμβολική κατάληψη του γραφείου του. Όπως συνηθίζει το αντιδραστικό κατεστημένο που εκπροσωπεί, έκανε μήνυση στους συνδικαλιστές (πρόεδρο, γραμματέα και μέλος του ΔΣ του σωματείου). Με την ποινικοποίηση του δίκαιου αγώνα για την απομάκρυνσή του, θεωρεί ότι μπορεί να παραμείνει στο πόστο του ως τοποτηρητής της ψυχιατρικής και άλλης βαρβαρότητας. Η στάση του αποτελεί μέρος του πολέμου, ανοιχτού και καλυμμένου που διεξάγουν αυτή τη στιγμή τα μνημονιακά κέντρα και τα φερέφωνά τους ενάντια στην κυβέρνηση και τον λαό.

Αυτή η απαράδεκτη στάση πρέπει να καταδικαστεί από όλο το κίνημα, που πρέπει να συσπειρωθεί στο πλευρό των εργαζομένων στο Δαφνί και το Δρομοκαΐτειο,  ενάντια στην ποινικοποίηση του αγώνα, για την άμεση απομάκρυνση του Διοικητή Π. Θεοδωράκη, σαν πρώτο βήμα για τις βαθιές αλλαγές, μέσα από ρήξεις, που πρέπει να γίνουν στο ψυχιατρικό σύστημα.

Γιατί είναι το ίδιο το ψυχιατρικό σύστημα που νοσεί βαθειά. Το τελευταίο συμβάν στο ΨΝΑ, που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει και πυροδότησε τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων ήταν οι συνθήκες μέσα στις οποίες έγινε ο φόνος νοσηλευόμενου ασθενούς από συνασθενή του. Ο ασθενής ήταν καθηλωμένος μηχανικά από το ένα χέρι, ενώ το θύμα ήταν και αυτό καθηλωμένο και από τα δυο χέρια. Το συμβάν έγινε νύχτα. Στη βραδινή βάρδια ο νοσηλευτής ήταν μόνος του και όταν έφτασαν οι ενισχύσεις από άλλα τμήματα ήταν πλέον αργά.

Πρόκειται για ένα χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Η συσσώρευση της ιδρυματικής βίας πυροδότησε τη φονική έκρηξη του ασθενούς, που στράφηκε στον πιο εύκολο στόχο, τον διπλανό του συνασθενή. Οι όροι μέσα στους οποίους ασκείται η ψυχιατρική στο Δαφνί –και σε όλα τα ψυχιατρεία-  εγκυμονούν θανάσιμους κινδύνους. Οι τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό όλων των κλάδων, η εργασιακή εξουθένωση όλων όσων υπηρετούν, η διαρκής απαξίωσή τους από τον Διοικητή που έψαχνε αφορμές για να καταγγείλει αυτούς που δεν δουλεύουν, η διαρκής υποβάθμιση όλων των παρεχόμενων υπηρεσιών, λόγω της σκληρής λιτότητας που επέβαλε, παίζουν σημαντικό ρόλο.

Μαζί, όμως, με όλα αυτά πρέπει να αναζητήσουμε τις ευθύνες και στο ίδιο το ψυχιατρικό σύστημα και στον τρόπο που αυτό λειτουργεί. Έχουμε καταγγείλει πολλές φορές τον «ασυλιακό» τρόπο λειτουργίας του ψυχιατρείου, τις μηχανικές καθηλώσεις, τις μεγάλες ποσότητες ψυχοφαρμάκων, την απουσία κάθε ψυχοθεραπευτικής, ψυχοεκπαιδευτικής ή άλλου τύπου ομαδικής δραστηριότητας, τις ατέλειωτες ώρες που οι ασθενείς μένουν αδρανείς, χωρίς κανείς να ασχολείται μαζί τους, καταδικασμένοι στην παθητικότητα και την ανία, τη διαρκή αναπαραγωγή της ψυχοπαθολογίας τους,  εσωτερικεύοντας τη βία του περιβάλλοντος, ανοιχτή ή καλυμμένη. Μέσα σε τέτοιους όρους οι βίαιες εκρήξεις γίνονται, δυστυχώς, αναπόφευκτες. Είναι θέμα χρόνου να συμβεί το μοιραίο.

Το τραγικό συμβάν υπογραμμίζει το γεγονός ότι το εγχείρημα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που έκλεισε ήδη τριάντα χρόνια ζωής, απέτυχε, παίρνοντας τη μορφή της απλής μετεγκατάστασης στην κοινότητα της ιδρυματικής ψυχιατρικής, στις εξωνοσοκομειακές δομές (οικοτροφεία, ξενώνες, κ.λπ.). Η άσκηση της ψυχιατρικής βίας σε όλες τις μορφές της (ψυχολογικές, κοινωνικές, φυσικές, χημικές) παραμένει το κύριο εργαλείο ελέγχου, που αποτελεί την ουσία της «θεραπευτικής αντιμετώπισης» του νοσηλευόμενου στο ψυχιατρικό ίδρυμα, καταπατώντας κάθε όρο σεβασμού της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του ασθενούς.

Μέσα από τη διοχέτευση εκατομμυρίων ευρώ των ευρωπαϊκών προγραμμάτων αποασυλοποίησης στις διάφορες ΜΚΟ, που λειτούργησαν ως κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις, ιδιωτικοποιήθηκε ουσιαστικά το όλο εγχείρημα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και ο Δημόσιος Τομέας Ψυχικής Υγείας αφέθηκε να καταρρεύσει.

Όταν πέρσι, ανακοινώθηκε απ’ τον Θεοδωράκη το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων, ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων μπροστά στο ενδεχόμενο να μείνουν οι ασθενείς στο δρόμο και οι εργαζόμενοι χωρίς δουλειά.

Η πορεία στην περιοχή Δαφνί – Δρομοκαΐτειο, Πράκτικερ που οργάνωσε τότε η «πρωτοβουλία για ένα πολύμορφο κίνημα για την ψυχική υγεία» με τη συμμετοχή πολλών συλλογικοτήτων της περιοχής και πλήθος κόσμου ενάντια στο βίαιο κλείσιμο των Ψυχιατρείων έθεσε ξεκάθαρα και επιτακτικά το αίτημα της δημιουργίας ενός κοινωνικού κινήματος για την ψυχική υγεία, την ανάγκη της ρήξης με το ψυχιατρικό κατεστημένο σε όλα τα επίπεδα, την ανάγκη μιας άλλης Ψυχιατρικής, ανοιχτής στην κοινωνία, με αποφασιστικούς συντελεστές σ’ αυτή τη διαδικασία τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία. Δεν μπορεί να μιλά κανείς για ψυχιατρική μεταρρύθμιση όσο οι ψυχικά πάσχοντες  παραμένουν αντικείμενα κοινωνικού ελέγχου και αποκλεισμού, όσο υφίστανται την πολιτική της καταστολής σε όλες τις μορφές της.

Και το κρίσιμο ερώτημα είναι: τί θα κάνει η κυβέρνηση Σύριζα; Τί θα κάνει η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας; Τί αντίκρυσμα έχουν οι δημόσιες –και σωστές– διαπιστώσεις του υφυπουργού Υγείας Ξανθού για την ανάγκη «αλλαγής ψυχιατρικού παραδείγματος;». Ως πότε θα δέχονται τους εκβιασμούς κάθε διοικητή δημόσιου οργανισμού; Ως πότε θα αποφεύγουν να βάλουν το μαχαίρι στο κόκκαλο του ψυχιατρικού κατεστημένου; Τί θα γίνει με το σύμφωνο Λυκουρέντζου – Αντόρ; Θα ακυρωθεί τελικά από τη νέα κυβέρνηση ή απλά θα δοθεί παράταση στο κλείσιμο των ψυχιατρείων;

Είναι όσο ποτέ αναγκαίο να σταθούμε όλοι στο πλευρό του κινήματος που αναπτύσσεται στο ΨΝΑ, όλο το υγειονομικό κίνημα σε σύνδεση με τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης, Κοινωνικά Ιατρεία – Φαρμακεία και κάθε μορφή αυτοοργάνωσης, ενάντια στην ανθρωπιστική καταστροφή, για τη διαμόρφωση των όρων ανάπτυξης ενός πλατειού κοινωνικού κινήματος για την Ψυχική Υγεία, ενάντια στο στιγματισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό, που θα κάνει πράξη το όραμα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης σε σύγκρουση με κάθε μορφής απολογητική (φιλό – ή αντιμνημονιακή) της σημερινής βαρβαρότητας.

Η αποπομπή που αποφάσισε, τελικά και με μεγάλη καθυστέρηση η κυβέρνηση, στις 2/6/2015, του Π. Θεοδωράκη πρέπει να είναι μόνο το πρώτο βήμα.

Κατερίνα Μάτσα

1-6-2015