ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ ΚΑΙ AIDS

[Η ομιλία αυτή έγινε στις 4/12//2014 στο αμφιθέατρο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας στην ημερίδα που οργάνωσε η Περιφέρεια Αττικής με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS (1η Δεκεμβρίου). Τις εργασίες της ημερίδας άνοιξε η περιφερειάρχης Αττικής Ρένα Δούρου και η πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ Τζένη Κρεμαστινού, η οποία παρακολούθησε μέχρι τέλους τις ομιλίες…
Η ημερίδα έκλεισε με την ομόφωνη απόφαση απαίτηση από την κυβέρνηση να καταργηθεί η κατάπτυστη υγειονομική διάταξη 39Α/12 Λοβέρδου / Αδ-όνειδος…]



Κ. Μάτσα, Θ. Βούρβος, Μ. Ατζέμης

Η Κατερίνα, μια από τις οροθετικές τοξικομανείς γυναίκες που διαπομπεύτηκαν από το Λοβέρδο ως υπουργό Υγείας το 2012 με τη  συνδρομή του ΚΕΕΛΠΝΟ, του οποίου οι γιατροί παραβίασαν τους πιο βασικούς κανόνες ιατρικής δεοντολογίας, αυτοκτόνησε την Παρασκευή 28 Νοέμβρη 2014.

Στις 4 Απρίλη 2014, όταν έγινε η κατάπτυστη επιχείρηση, η Κατερίνα έγραφε: «Είμαι μια από τις 27 τοξικοεξαρτημένες οροθετικές γυναίκες που διαπομπευθήκαμε και στη συνέχεια μας φυλάκισαν για διάστημα ως ένα χρόνο, με την κατηγορία της πορνείας και της «βαρειά σκοπούμενης σωματικής βλάβης» στους υποτιθέμενους πελάτες μας. Η κατηγορία της πορνείας δεν αποδείχτηκε, και στη δίκη δυο από εμάς που καταθέσαμε αγωγή ενάντια στο ελληνικό κράτος για παράνομη φυλάκιση στις 4/4/2014, κερδίσαμε αποζημίωση ύψους… 10 ευρώ την ημέρα. Η βλάβη που μας έγινε θα κυνηγά αιώνια εμάς και τα παιδιά μας. Εμείς όμως είμαστε φορείς δικαιωμάτων…»1.

Απελπισμένη και περήφανη κραυγή, δημόσια καταγγελία της βαρβαρότητας μιας Πολιτείας, που ποινικοποιεί την αρρώστια και εξοντώνει τους αρρώστους. Μιας Πολιτείας που κρατά ακόμα σε ισχύ την υγειονομική διάταξη 39Α/12 του Λοβέρδου, που επανέφερε ο Άδωνις Γεωργιάδης, μετά την κατάργησή της για ένα μικρό χρονικό διάστημα.


Κρίση και Aids

Θύματα της κρίσης που μαστίζει τη χώρα και οι οροθετικοί. Όπως δήλωνε τότε, το 2011, ο καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Άγγελος Χατζάκης «Από τις εμπειρίες μας σε άλλες χώρες, η οικονομική κρίση εξαθλιώνει περισσότερο τις ευαίσθητες ομάδες, στις οποίες ανήκουν και οι ναρκομανείς, που αναγκάζονται να χρησιμοποιούν από κοινού μια σύριγγα για τη δόση τους με αποτέλεσμα να μην τηρούνται οι κανόνες υγιεινής»2.

Η μεγάλη έκρηξη έγινε το 2011, όταν η αναλογία ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους από 2,54 που ήταν προηγούμενα ανέβηκε στα 50. Σε επιδημιολογική έρευνα που έγινε τότε βρέθηκε ότι 1 στους 6 χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών ήταν και οροθετικοί, οι περισσότεροι άστεγοι, περιφερόμενοι στις πιάτσες της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης, εξαθλιωμένοι χρήστες, βασικά ηρωίνης, με ένα ποσοστό 10-15% μετανάστες. Ήταν η εποχή που έμπαιναν στις πιάτσες τα λεγόμενα «ναρκωτικά της κρίσης» (σίσα, τάι, κροκοντίλ κ.α.) πολύ φθηνά, εύκολα προσβάσιμα και πολυτοξικά, με προσμείξεις ακόμα και υγρών μπαταρίας, όπως λέγεται.

Όπως φαίνεται από τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το ΚΕΕΛΠΝΟ τον Οκτώβρη 2014, η έκρηξη των κρουσμάτων aids είχε διάρκεια 2 περίπου χρόνια (2011-2013). Στους χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών οι περισσότερες μολύνσεις καταγράφηκαν το 2012, ενώ το 2013 ο αριθμός των περιστατικών στην ομάδα των τοξικομανών παρέμεινε υψηλός, αλλά σαφώς μικρότερος συγκριτικά με το 2012. Στο πρώτο δεκάμηνο του 2014 συνεχίζεται η πτωτική πορεία και οι περισσότερες μολύνσεις που δηλώνονται στο ΚΕΕΛΠΝΟ αποδίδονται στην απροφύλακτη σεξουαλική επαφή, κυρίως μεταξύ ανδρών. Οι χρήστες που δηλώθηκαν ως οροθετικοί το 2014 ήταν 84, στην πλειοψηφία τους άνδρες, ηλικίας 25-44 ετών, ένας αριθμός σαφώς χαμηλότερος από την προηγούμενη διετία.

Συνολικά στο ΚΕΕΛΠΝΟ μέχρι 31 Οκτωβρίου 2014 καταγράφτηκαν 14.288 περιστατικά HIV λοίμωξης, στην πλειοψηφία τους άνδρες (82,3%). Απ’ αυτούς οι 6.850 βρίσκονται σε αντιρετροϊκή θεραπεία. Ο συνολικός αριθμός θανάτων έχει φτάσει του 2.471 άτομα.

Σ’ ό,τι αφορά την εξάπλωση του ιού HIV στον κόσμο καταγράφονται περί τα 35 εκατομμύρια κρούσματα, απ’ τα οποία κάνουν θεραπεία λιγότερο από τα μισά.

Κοινωνικός στιγματισμός, κοινωνική απόρριψη

Ο άνθρωπος που μαθαίνει ότι είναι φορέας του ιού HIV έρχεται αντιμέτωπος με:

Τον κοινωνικό στιγματισμό
Την απειλή της απώλειας της εργασίας του και τα συνακόλουθα οικονομικά προβλήματα
Τον φόβο της απόρριψης από την οικογένεια, τους φίλους, τον κοινωνικό περίγυρο
Την προοπτική της μόνιμης λήψης φαρμακευτικής αγωγής, η οποία έχει παρενέργειες, και μάλιστα σοβαρές

Όλα αυτά στον τοξικομανή, ήδη αποδιοπομπαίο τράγο της οικογένειας και της κοινωνίας αποκτούν διαστάσεις τρομακτικές.

Κανείς δεν γίνεται τυχαία τοξικομανής. Έχει τους δικούς του λόγους, που κάνουν το συγκεκριμένο άτομο να στραφεί στις ουσίες, μια προσωπική τραυματική ιστορία, μια δυσλειτουργική οικογένεια, έναν εξαιρετικά ευάλωτο, ελλειμματικό ψυχισμό, μια τεράστια ψυχική οδύνη, μια τραγική αποξένωση από τον εαυτό και τους άλλους, μια κοινωνική παθολογία, που τον κάνει να αναζητά απεγνωσμένα έναν τρόπο φυγής από μια αβίωτη πραγματικότητα.
Όταν πια εγκατασταθεί η τοξικομανία και γίνει τρόπος ζωής καταδικάζονται να ζουν την εξαθλίωσή τους μέσα στο φόβο, την ενοχή και τη ντροπή. Μια ντροπή που μεγαλώνει, όταν το βλέμμα των άλλων, επικριτικό και χλευαστικό καρφώνεται πάνω τους. Ντροπή καταχωνιασμένη μέσα τους, στρώματα ντροπής το ένα επάνω στο άλλο, από τότε που ήρθαν στον κόσμο μέχρι τώρα, που η τοξικομανία τούς κάνει δαχτυλοδειχτούμενους, αποδέκτες τρομακτικής ταπείνωσης και καταφρόνιας.

Όλα αυτά αποκτούν καταστροφικές διαστάσεις όταν στην τοξικομανία τους προστίθεται και το aids. Ο φόβος, η ενοχή, η ντροπή που ήταν ήδη στοιχεία της δυστυχισμένης τους ύπαρξης τώρα τους σφραγίζουν αμετάκλητα.
Από τη στιγμή που πληροφορούνται ότι είναι φορείς του ιού HIV βασανίζονται μέσα τους από την ιδέα ότι φταίνε βασικά οι ίδιοι για τη μόλυνσή τους, είναι ένοχοι για το «κακό» που τους βρήκε.

Iδιαίτερα η γυναίκα τοξικομανής, διπλά απαξιωμένη και στιγματισμένη «επειδή είναι γυναίκα», βιώνει με ακόμα μεγαλύτερη οδύνη την οροθετικότητά της. Αισθάνεται ότι είναι ανίκανη πλέον, δεν της επιτρέπεται, εφ’ όρου ζωής να αναλάβει τους κοινωνικούς της ρόλους,  της συζύγου και της μητέρας. Κατακλύζεται από ενοχή και ντροπή και βυθίζεται στην απόλυτη απελπισία. Όταν πληροφορείται για πρώτη φορά ότι είναι φορέας του ιού αισθάνεται ότι η ζωή της τελειώνει εδώ. Οι καταθλιπτικές αντιδράσεις, διαφορετικής έντασης σε κάθε περίπτωση, μπορεί να φτάσουν στη βαθειά μελαγχολία και στην αυτοκτονία.

Αλλά και αργότερα, όταν πια έχει μπει στη θεραπευτική διαδικασία της αντιμετώπισης της νόσου, η γυναίκα τοξικομανής και οροθετική έχει ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης.

Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να υπάρχουν ειδικά για γυναίκες προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης τύπου she, που το «κέντρο ζωής» προσπάθησε να δημιουργήσει χωρίς, όμως, να βρει ανταπόκριση από τις μονάδες ειδικών λοιμώξεων.
Αλλά και ο άντρας τοξικομανής και οροθετικός χρειάζεται και αυτός ψυχολογική υποστήριξη. Το ψυχολογικό υπόστρωμα της  τοξικομανίας του είναι εξαιρετικά ευάλωτο, η προσωπικότητά του συναισθηματικά ανώριμη, η αποδοχή της οροθετικότητας και η αντιμετώπισή της εξαιρετικά δύσκολη.

Γι’ αυτό είναι απολύτως απαραίτητο να δημιουργηθούν πολλά Συμβουλευτικά Κέντρα με επαρκή στελέχωση και πολλές δημόσιες μονάδες ειδικών λοιμώξεων, ώστε να καλύψουν τις μεγάλες, και διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για ψυχολογική υποστήριξη και επαρκή φροντίδα του οροθετικού τοξικομανή, όπως επίσης και στεγαστικές δομές για τους άστεγους οροθετικούς που δεν μπορούν να βρουν καταφύγιο σε κάποιο ξενώνα, κέντρα σίτισης και φροντίδας, δομές νομικής υποστήριξης και εκπροσώπησης. Υπολογίζεται ότι το 44,4% των αστέγων σήμερα είναι χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών.

Οροθετικότητα και απεξάρτηση

Οι ψυχολογικές αντιδράσεις του ατόμου που πληροφορείται ότι είναι φορέας του ιού HIV περνούν από διαδοχικά στάδια άρνησης, φόβου, θυμού, κατάθλιψης μέχρι να φτάσουν στην τελική αποδοχή.

Το χρονικό διάστημα της παραμονής του σε κάθε στάδιο κυμαίνεται, αφού εξαρτάται από την προσωπικότητα του ίδιου, τη στάση του περίγυρου, το βαθμό της ψυχολογικής υποστήριξής του, που περιλαμβάνει οπωσδήποτε και τη σωστή επιστημονική ενημέρωση.

Όταν αυτή εξασφαλίζεται, μπορεί να καταφέρει να δημιουργήσει στον οροθετικό τοξικομανή και το κίνητρο ένταξης σε θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης.

Η ευαισθητοποίηση, λοιπόν, του εξαρτημένου, οροθετικού ατόμου για την απεξάρτησή του αρχίζει στις μονάδες ειδικών λοιμώξεων και στα Συμβουλευτικά Κέντρα, όπου οι λειτουργοί της υγείας, στην πλειοψηφία τους, υπερβαίνουν τον εαυτό τους και τα εμπόδια που μπαίνουν θεσμικά. Δημιουργούν με αυτά τα άτομα σχέσεις ανθρώπινες, θεραπευτικές. Μέσα από το αληθινό ενδιαφέρον και το σεβασμό που εκδηλώνουν τους κάνουν να αισθάνονται ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Έτσι συχνά καταφέρνουν να τους πείσουν να απευθυνθούν σε πρόγραμμα απεξάρτησης.

Όταν το κάνουν η ζωή τους αλλάζει.

Η ένταξη στην ομάδα εμψύχωσης, ευαισθητοποίησης, ψυχοθεραπείας, τέχνης, σε όλες τις ομάδες του θεραπευτικού πλαισίου και σε όλες τις φάσεις της θεραπευτικής διαδικασίας με όρος ισοτιμίας, σεβασμού, κατανόησης και φροντίδας λειτουργεί λυτρωτικά.

Τόσο η ατομική θεραπευτική σχέση με τον ψυχοθεραπευτή του, όσο και με τους άλλους θεραπευτές, μέλη της θεραπευτικής ομάδας, αλλά και με τους συνθεραπευόμενους μέσα στην ομάδα του και μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο συνολικά του δίνουν την ευκαιρία και τον κάνουν ικανό να μοιρασθεί τα συναισθήματα, τις αγωνίες, τους φόβους, το άγχος του θανάτου, τις δυσκολίες που δημιουργούν στην καθημερινότητά του οι παρενέργειες των αντιρετροϊκών φαρμάκων.

Η εμπειρία μας έχει δείξει ότι η παρουσία οροθετικών σε στεγνό πρόγραμμα απεξάρτησης λειτουργεί θετικά ως προς την ενδυνάμωση του κινήτρου, την ενίσχυση της απόφασης της απεξάρτησης και στους άλλους, τους συνθεραπευόμενους.

Μέσα από την ψυχολογική υποστήριξη που του δίνεται τόσο μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο της απεξάρτησης όσο και στο πλαίσιο της μονάδας ειδικών λοιμώξεων όπου παρακολουθείται παράλληλα, μπορεί να εξασφαλισθούν οι προϋποθέσεις της απόλυτης συνέπειας στην τήρηση του θεραπευτικού πρωτοκόλλου, της συμμόρφωσης που απαιτεί η αντιρετροϊκή θεραπεία. Μια συνέπεια που λείπει εντελώς απ’ τη ζωή του στα ναρκωτικά και συχνά δεν αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητάς του. Μια συνέπεια που υπονομεύεται από το πένθος που κουβαλά στο βάθος της ψυχής του και τον κάνει αυτοκαταστροφικό.

Σ’ ό,τι αφορά τις πολιτικές μείωσης της βλάβης (με δωρεάν διάθεση συρίγγων και προφυλακτικών και ένταξη σε προγράμματα υποκαταστάτων) πρέπει να αναπτυχθούν, χωρίς όμως να παρουσιάζονται ως η ριζική λύση του προβλήματος. Ριζική λύση είναι βασικά η απεξάρτηση μέσα από τα στεγνά προγράμματα και η πραγματική κοινωνική επανένταξη του απεξαρτημένου. Η υποκατάσταση μπορεί να παίξει το ρόλο της μόνον όταν αυτή λειτουργεί στα πλαίσια του θεραπευτικού πλουραλισμού και του κράτους πρόνοιας. Γιατί μέσα σε συνθήκες ανθρωπιστικής καταστροφής κανείς δεν δικαιούται να υποστηρίζει ότι η διανομή συρίγγων, προφυλακτικών, μεθαδόνης και βουπρενορφίνης μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Προκαταλήψεις και ρατσισμός

Όταν ο οροθετικός τοξικομανής απευθύνεται για διάφορα προβλήματα υγείας στα νοσοκομεία του ΕΣΥ αντιμετωπίζεται συχνά –με λαμπρές βέβαια εξαιρέσεις– με προκατάληψη ή και ρατσισμό. Ενδεικτικό παράδειγμα η στάση της γιατρού που εφημέρευε στο γενικό κρατικό Αθήνας και δημιούργησε μια φοβερή σκηνή, όταν πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον ασθενή ότι ήταν οροθετικός, πυροδοτώντας ρατσιστικές αντιδράσεις, και εκείνων που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην αίθουσα αναμονής.

Οπωσδήποτε οι ευθύνες δεν είναι μόνο ατομικές. Η υποστελέχωση των ειδικών μονάδων αλλά και ολόκληρου του υπό κατάρρευση ΕΣΥ, οι τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό όλων των ειδικοτήτων, ιδιαίτερα νοσηλευτών, κοινωνικών λειτουργών και γιατρών, η εργασιακή εξουθένωση, η έλλειψη επιστημονικής ενημέρωσης και η γενικευμένη ανασφάλεια που δημιουργεί η μνημονιακή πολιτική στα δημόσια νοσοκομεία, δημιουργούν ασφυκτικούς όρους που λειτουργούν πολύ αρνητικά στη θεραπευτική αντιμετώπιση των οροθετικών ή των πασχόντων, ιδιαίτερα αυτών που έχουν διπλό το πρόβλημα, της τοξικομανίας και του aids. Δημιουργούν, πέραν των άλλων, και προβλήματα στη συνέχιση της θεραπείας τους, με άμεσες επιπτώσεις, ακόμα και στη ζωή τους.

Η φροντίδα του οροθετικού και τα δικαιώματά του

Η φροντίδα που παρέχεται στον οροθετικό πρέπει να παρέχεται με αγάπη και αποδοχή, με σεβασμό στην αξιοπρέπειά του, στα ανθρώπινα δικαιώματα. «Είμαι ακόμα φορέας δικαιωμάτων», έγραφε στο τελευταίο γράμμα της η Κατερίνα, ένα από τα θύματα της διαπόμπευσης. Η φροντίδα μπορεί να αποφέρει καρπούς μόνο εάν δομηθούν σχέσεις ουσιαστικής συνεργασίας ανάμεσα σε όλους τους λειτουργούς της υγείας, σε όλες τις δομές που συμμετέχουν στη θεραπευτική διαδικασία, στην οικογένεια, τους φίλους, τους συντρόφους τού συγκεκριμένου ατόμου, την κοινωνία και την Πολιτεία.

Μόνο σ’ αυτή τη βάση η φροντίδα γίνεται ικανή να ανακουφίσει τον πόνο και να φωτίσει τις σκοτεινές σκέψεις του, που δεν παύουν ποτέ να υπάρχουν, αφού αυτή η οριακή κατάσταση φέρνει διαρκώς αντιμέτωπο το άτομο με το φάσμα του θανάτου.

Απ’ αυτήν την άποψη, πρέπει να πούμε για άλλη μια φορά ότι η άποψη της «αυτομόλυνσης» των τοξικομανών είναι ένας επικίνδυνος μύθος, που ενισχύει τις προκαταλήψεις, τα κοινωνικά στερεότυπα και την κοινωνική απόρριψη του τοξικομανή.

Κανείς δεν γίνεται τοξικομανής για να πεθάνει. Γίνεται για να καταφέρει να αντέξει τη ζωή του. Πρόκειται για μια «παράδοξη στρατηγική επιβίωσης», που μοιάζει με το παιχνίδι της ρώσικης ρουλέτας.

Η κατάσταση είναι ακόμα πιο δραματική στις φυλακές. Αυτή τη στιγμή στο νοσοκομείο Αγ. Παύλος του Κορυδαλλού υπάρχουν 160 τρόφιμοι. Εκτιμάται ότι το 90% είναι οροθετικοί. Απ’ αυτούς, το 70% είναι χρήστες ναρκωτικών. Όλοι αυτοί, που προέρχονται από όλες τις φυλακές της χώρας, διαβιώνουν μέσα σε άθλιες συνθήκες, σ’ ένα νοσοκομείο δυναμικότητας 60 κλινών, με ένα γιατρό και ένα ψυχολόγο. Οι ασθενείς συνωστίζονται σε κουκέτες και όχι κρεβάτια. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η εξάπλωση μεταδοτικών νόσων σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς είναι ραγδαία.
Εδώ, λοιπόν, καταπατούνται όλα α δικαιώματα των ασθενών και αυτή η καταπάτηση έχει σαν τίμημα την ίδια τη ζωή των κρατουμένων.

Με αντίστοιχη αναλγησία αντιμετωπίζονται και άλλα προβλήματα των οροθετικών τοξικομανών. Ένα από αυτά αφορά το επίδομα των 1390 ευρώ ανά δίμηνο. Τα ΚΕΠΑ απαιτούν παράβολο 46 ευρώ για να δεχτούν την αίτηση. Αυτό συχνά δεν υπάρχει και η αίτηση δεν γίνεται δεκτή. Αλλά και αυτοί που το παίρνουν θα πρέπει να αποδεικνύουν κάθε δυο χρόνια ότι παραμένουν οροθετικοί, γιατί δεν αναγνωρίζεται επίσημα η χρονιότητα της κατάστασής τους. Επίσης, με βάση το γράμμα του νόμου πρέπει να πέσει η άμυνα του οργανισμού, δηλαδή να νοσήσουν, για να το πάρουν. Στην πράξη, ευτυχώς, σιωπηρά εγκρίνεται σε όσους παίρνουν αγωγή.

Σ’ ό,τι αφορά τα φάρμακα συχνά υπάρχουν ελλείψεις –το περίφημο «στερείται»- στα φαρμακεία δημόσιων νοσοκομείων, όπως για παράδειγμα στο Αττικόν ή στο ΑΧΕΠΑ.

Αυτές οι ελλείψεις σε αντιρετροϊκά φάρμακα, μαζί με τις ακόμα πιο τραγικές ελλείψεις –λόγω της διαρκούς μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης που επιβάλλει η μνημονιακή πολιτική– στα καινούργια φάρμακα για τις ηπατίτιδες που συνυπάρχουν στην πλειοψηφία των οροθετικών τοξικομανών, μπορεί να έχει και αυτό μοιραίες συνέπειες.
Έχει μεγάλη σημασία να τονίσουμε εδώ ότι υπάρχουν λειτουργοί της υγείας που κάνουν τις αναγκαίες, σε επίπεδο ηθικής, υπερβάσεις και παρέχουν αντιρετροϊκά φάρμακα σε ανασφάλιστους οροθετικούς χρήστες ουσιών, προκειμένου να σωθεί η ζωή τους, ενώ Διοικητές Νοσοκομείων τα αρνούνται σε ανασφάλιστους μετανάστες.

Υπάρχει ελπίδα;

Μέσα στις συνθήκες της ανθρωπιστικής κρίσης που ζούμε η ελπίδα βρίσκεται στον αγώνα που πρέπει να δώσουμε ως λειτουργοί της υγείας στο ΕΣΥ και στις άλλες δομές, που παρέχουν φροντίδα σε αυτά τα άτομα, μαζί με τις συλλογικότητες που κινητοποιούνται στα πλαίσια της κοινωνικής αλληλεγγύης, για να δοθούν πραγματικές λύσεις στα προβλήματα που αφορούν την πρόληψη, τη θεραπεία και την κοινωνική επανένταξη αυτών των ατόμων.

Για να σχεδιασθεί κεντρικά μια πανελλαδική πολιτική πρόληψης με τη συνεργασία όλων των φορέων.

Για να οργανώσουμε μέσα από συλλογικές δράσεις την αντίστασή μας στον κοινωνικό ρατσισμό, που υψώνει φραγμούς και οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό και την εξόντωση.

Για να καταργηθεί η κατάπτυστη υγειονομική διάταξη 39Α/12.

Για να υπερασπισθούμε μαζί με τα οροθετικά άτομα τα δικαιώματά τους.

Για να διεκδικήσουμε ένα κράτος Πρόνοιας που θα έχει στο επίκεντρο του τον άνθρωπο  και τις ανάγκες του.

Για να διαμορφώσουμε τους όρους που απαιτούνται για να αντιμετωπισθεί το διπλό πρόβλημα του HIV οροθετικών εξαρτημένων ατόμων.

Για να υπάρχουν οι αναγκαίες μονάδες απεξάρτησης, τα στεγνά προγράμματα, δημόσια και δωρεάν και οι όροι κοινωνικής επανένταξης που θα δίνουν στο απεξαρτημένα οροθετικά άτομα τη δυνατότητα να πουν κάποια στιγμή αυτό που λέει ένας απεξαρτημένος του 18 άνω: «Κατάφερα να ζει το aids στη σκιά μου κι όχι εγώ στη δική του»

4/12/2014

1. Άντα Ψαρρά «Είμαστε φορείς δικαιωμάτων» Εφημερίδα Συντακτών 1-12-2014.

2. Ρούλα Παππά – Σουλούνια «AIDS: η μάστιγα των τοξικομανών» Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28/8/2011.