ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ


Στην απόφαση του υπουργείου υγείας να παρακρατώνται αυθαιρέτως οι συντάξεις των ψυχικά πασχόντων αντιδρούν οι πολλοί φορείς των υπηρεσιών ψυχικής υγείας (γιατροί, ψυχολόγοι, συγγενείς ασθενών κ.ά). Mε (νέα) επιστολή τους στην υφυπουργό Z. Mακρή αναφέρουν:
 
1. Η παρακράτηση των συντάξεων των ψυχικά πασχόντων που φιλοξενούνται σε στεγαστικές δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, όπως αυτή προβλέπεται από την παρ. 9 του άρθρου 66 του νόμου 3984 του 2011, η οποία προστέθηκε στην παρ. 8 του άρθρου 13 του ν. 2716/99, (όπως αντίστοιχα και των περιθαλπόμενων σε δομές κλειστής περίθαλψης, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 66 του ν. 3984/11), αντιβαίνει και καταστρατηγεί θεμελιώδη, από διεθνείς οργανισμούς και το Σύνταγμα αναγνωρισμένα, ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, καθώς και τους ίδιους τους στόχους της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, που έγκεινται ακριβώς στην απόκτηση των ικανοτήτων για την πλήρη άσκηση των «δικαιωμάτων του πολίτη», ενός πλήρως ισότιμου και χωρίς διακρίσεις πολίτη, και στην θεσμική και κοινωνική στήριξη στην άσκηση αυτή.
Στη θέση αυτή συντείνει και η πρόσφατη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (ν. 4074/2012). Αντίθετα, η αφαίρεση μέρους της περιουσίας (σύνταξης), ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή σοβαρού προβλήματος ψυχικής υγείας, συνιστά απαγορευμένη από τη Σύμβαση διάκριση εις βάρος των ατόμων με αναπηρία ή σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας (αρ. 12 § 5 της Σύμβασης).
Η μεταχείριση των ψυχικά πασχόντων, μέσα από μια διαχρονική συνέργεια κοινωνικών προκαταλήψεων και της παραδοσιακής ιδρυματικής ψυχιατρικής, ήταν συνυφασμένη με κάθε είδους διακρίσεις, αποκλεισμούς, την διαρκή καταστρατήγηση και ακύρωση των δικαιωμάτων τους, την υποβάθμιση έως και πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασής τους. Ο σφετερισμός των εισοδημάτων και των περιουσιακών τους στοιχείων ήταν μέρος (ενίοτε το κυρίαρχο) αυτής της ακύρωσης και απαξίωσης.
Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση, στο βαθμό που δεν διαιωνίζεται ως λόγια κενά περιεχομένου, δεν συνέλαβε και δεν οραματίστηκε ποτέ τους σκοπούς και τις μεθόδους της ως απλή αλλαγή της μορφής και του τρόπου διαχείρισης της «μειονεκτικής θέσης», του κοινωνικού αποκλεισμού και του εξοστρακισμού των ψυχικά πασχόντων, αλλά το αντίθετο : ως διαδικασία, την κεντρική θέση στην οποία έχει το ψυχικά πάσχον υποκείμενο και της οποίας οι θεραπευτικές/αποκαταστασιακές μέθοδοι είναι αποτελεσματικές στο βαθμό που έχουν την ευκαιρία να βρεθούν σε μια δομική συνάρθρωση με κοινωνικές πολιτικές, αλλά και με δημόσιους θεσμούς που στηρίζουν ενεργά το υποκείμενο στην ανάκτηση και στην πλήρη άσκηση των δικαιωμάτων του, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν να κάνουν με τα εισοδήματα και τα περιουσιακά του στοιχεία.
Στη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων, τα άτομα με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, ένοικοι των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, δικαιούνται κατάλληλης υποστήριξης (αρ. 12 § 3 της Σύμβασης). Οφείλει, συνεπώς, το κράτος αφενός να προστατεύει τους χρήστες/λήπτες των υπηρεσιών από την όποια εκμετάλλευση και αφετέρου να τους παρέχει υποστήριξη ώστε οι ίδιοι να αποφασίζουν για την περιουσία τους. […]
22/10/2013