Αναταραχή στους εργασιακούς χώρους από την αύξηση του κατώτατου μισθού

 

Σαν ''βόμβα'' έχει σκάσει στους εργασιακούς χώρους η κυβερνητική απόφαση για την αύξηση του μικτού κατώτατου μισθού κατά 11% και την ταυτόχρονη κατάργηση του υποκατώτατου μισθού των νέων από την 1η /2/2019.

Οι μεν εργοδότες κοιτάνε πώς να αποφύγουν τα επιπλέον μισθολογικά και ασφαλιστικά βάρη που φέρνουν τα παραπάνω μέτρα, οι δε εργαζομένοι περιμένουν να δουν στο τέλος του τρέχοντος μήνα, αν θα ''μπει'' στον τραπεζικό λογαριασμό τους η προβλεπόμενη αύξηση στον καθαρό μισθό τους.

Και πώς να μην υπάρχει τέτοια αμηχανία και από τις δύο πλευρές, όταν οχτώ χρόνια μετά τη μείωση του κατώτατου κατά 22%, αλλά και ένα μπαράζ μειώσεων μισθών και συντάξεων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, είναι για πρώτη φορά από το 2010 -οπότε χρεοκόπησε ο ελληνικός καπιταλισμός και μπήκε στα Μνημόνια- που δίδεται αύξηση στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα;

Το σοκ μέσα στους κόλπους της κοινωνίας μετά από αυτήν την κυβερνητική απόφαση είναι το πρώτο που πρέπει να προσεχθεί, ανεξάρτητα από τα κίνητρα της κυβέρνησης ή τις εργοδοτικές προθέσεις.

Κατά τα άλλα, ήδη φαίνεται να υπάρχουν εντονότατες αντιστάσεις από μερίδα εργοδοτών προς αυτήν την κατεύθυνση.
Και αυτό, γιατί όπως ήδη λένε οι εκπρόσωποί τους, η κυβέρνηση δεν μείωσε ταυτόχρονα -σύμφωνα με όσα οι ίδιοι ζητούσαν- τις ασφαλιστικές εισφορές τους, αλλά ούτε και τους φόρους τους έτσι ώστε να μπορέσουν να αυξήσουν τις καθαρές αμοιβές των εργαζομένων, αφού γλιτώσουν κεφάλαια από εισφορές και φόρους.

Παράλληλα, όπως διατείνεται ο ΣΕΒ, η παραγωγικότητα της εργασίας έχει καταρρεύσει κατά τη μνημονιακή περίοδο, ενώ η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές είναι πολύ χαμηλή.
Έτσι, κατά τους εργοδότες, δεν δικαιολογείται καμία αύξηση και μάλιστα τόσο ''μεγάλη'', σαν αυτή που αποφάσισε η κυβέρνηση. Αντίθετα, ο ΣΕΒ υποστήριξε επιπλέον μείωση 15% στο μικτό κατώτατο μισθό, δηλαδή να πέσει στα... 498 ευρώ έναντι 586 ευρώ που ήταν έως την 31/1/2019.

Η άποψη αυτή του ΣΕΒ δείχνει ξεκάθαρα το αν και κατά πόσο είναι διατεθειμένοι οι εργοδότες να δώσουν τη σχετική αύξηση ή να την ''απορροφήσουν'' με άλλες περικοπές σε βάρος και πάλι των εργαζομένων.

Στην αντίθετη κατεύθυνση, η κυβέρνηση υποστηρίζει πως αφού, από το... 1995 έως το 2018 η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 4%, αλλά η αγοραστική δύναμη μειώθηκε κατά 7%, γι' αυτό, έπρεπε να αυξηθεί κατά... 11% ο κατώτατος μισθός.

Η ουσία είναι άλλη : Ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να δείξει, κυρίως στα στρώματα τα οποία τον στήριξαν στις τελευταίες εκλογές, αλλά όχι μετά την προδοσία του "Όχι'' το 2015, πως επιστρέφει στις ''αριστερές'' ρίζες του. Στα ίδια πλαίσια, ακύρωσε τις περικοπές στις συντάξεις το Γενάρη του 2019 (που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ψηφίσει), ενώ εξετάζει να επιστρέψει μέρος των περικοπών τις οποίες υπέστησαν οι συνταξιούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Μάλιστα, και η Νέα Δημοκρατία δεν τολμά δημοσίως να ταχθεί ενάντια στην αύξηση του κατώτατου μισθού, ούτε στην επιστροφή των αναδρομικών.
Συνεπώς είναι συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα -και όχι μόνο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ- που είναι πολιτικά ''υποχρεωμένο'' λόγω του αρνητικού σε βάρους ταξικού συσχετισμού δυνάμεων (παρά τα σκληρά χτυπήματα τα οποία έχει δεχθεί ο λαός) να υποσχεθεί αυξήσεις στο λαό, μετά τη μνημονιακή λεηλασία του 2010-2018. Αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό θέμα το οποίο πρέπει να προσεχθεί.

Ωστόσο, ερώτημα αποτελεί το αν μπορεί να ''αναγκάσει'', στην πραγματικότητα, τους εργοδότες να αυξήσουν τις αμοιβές των εργαζομένων που έχουν στην επιχείρησή τους, δεδομένου πως αυτοί έχουν το δικαίωμα να μετατρέπουν συμβάσεις (από πλήρους σε μερικής απασχόλησης), να διαμορφώνουν όπως θέλουν το ωράριο, να μειώνουν τις αμοιβές των υψηλότερα αμοιβομένων, να απολύουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί κάνει κάτι τέτοιο.

Ο μόνος τρόπος για να εφαρμοσθεί στην πράξη η κυβερνητική απόφαση στον ιδιωτικό ''τομέα'' της οικονομίας, ο οποίος ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές θριαμβολογίες περί ''ανάκαμψης'' εξακολουθεί να είναι χρεοκοπημένος, είναι η... εθνικοποίησή του και, μάλιστα, χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο καθώς αυτός χρωστά στο δημόσιο αλλά και είναι υπερχρεωμένος στις τράπεζες οι οποίες επιζούν υπό την κρατική ''προστασία''.

Αυτό είναι το τρίτο σημείο το οποίο πρέπει να προσεχθεί σε σχέση με την υπόθεση της αύξησης του κατώτατου.

Επίσης, ακόμα μεγαλύτερο ερώτημα αποτελεί αν ο προϋπολογισμός, τόσο ο φετινός όσο και των επόμενων ετών θα μπορέσει να σηκώσει την καταβολή αναδρομικών των συνταξιούχων και δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία θα ανέλθουν τουλάχιστον σε 6 -7 δισ. ευρώ. Και αυτό την ώρα που εμφανίζεται κάμψη στα έσοδα από φόρους και εισφορές. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να σηκώσει αυτό το βάρος, χωρίς νέες σκληρές παρεμβάσεις.

Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως ο μόνος δημοσιονομικά εφικτός τρόπος -ειδικά σε συνθήκες μεταμνημονιακής εποπτείας και υπέρογκου δημοσίου χρέους- για την καταβολή των αναδρομικών στους δικαιούχους του -χωρίς να πληγεί ο λαός είναι η αυξανόμενης κλίμακας φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου σε σημείο που ισοδυναμεί με ''απολλοτρίωσή'' του. Αυτό δεν πρόκειται να το κάνει το αστικό κράτος, αλλά μόνο ένα εργατικό κράτος, προφανώς εκτός των πλαισίων της ευρωζώνης και της ΕΕ. Διαφορετικά, για να δοθούν τα αναδρομικά, πρέπει το αστικό κράτος να περικόψει άλλες δημόσιες δαπάνες οι οποίες καλύπτουν λαϊκές ανάγκες, γεγονός που ισοδυναμεί με μία νέα φάση κοινωνικού πολέμου, την οποία για την ώρα θέλει να αποφύγει η αστική τάξη λόγω των επικείμενων εκλογών. Αυτό είναι το τέταρτο σημείο που πρέπει να προσεχθεί.

Ωστόσο, οι αντοχές των καπιταλιστών και του κράτους δεν ''αφορούν'' καθόλου τους εργάτες, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους. Αυτοί έχασαν τουλάχιστον το 1/4 του εισοδήματός τους, ενώ οι απώλειες είναι πολύ μεγαλύτερες αν ληφθούν υπόψιν οι απώλειες από τους επιπλέον φόρους, άμεσους (π.χ. το χαράτσι στα ακίνητα) και έμμεσους (αύξηση ΦΠΑ). Οι περισσότεροι από αυτούς φεσώθηκαν παράλληλα στην εφορία, τα ταμεία, τις τρέπεζες, τη ΔΕΗ ακόμα και την ΕΥΔΑΠ και δεν μπορούν πλέον να επιβιώσουν και να προοδεύσουν ούτε οι ίδιοι, ούτε -κυρίως- τα παιδιά τους !

Αυτό είναι το πέμπτο στοιχείο το οποίο πρέπει να τονισθεί: Τα χρέη αυτά που αφορούν στο εσωτερικό της χώρας δεν μπορούν να πληρωθούν χωρίς μία νέα μαζική υποτίμηση της εργατικής δύναμης, αλλά και την απώλεια τίτλων μικρής ιδιοκτησίας από πλατιά λαϊκά στρώματα. Η διπλή αυτή σύγκρουση με αντικείμενο την πλήρη ελαστικοποίηση της εργασίας και ταυτόχρονα το άγριο χτύπημα της μικρής ιδιοκτησίας μένει να γίνει και θα κρίνει την εξέλιξη της τρέχουσας κρίσης της καπιταλιστικής κρατικής εξουσίας στη χώρα αυτή, η οποία χωρίς να έχει λύσει τις προηγούμενες αιτίες της (π.χ. δημοσιονομικά, εμπορικά ελλείμματα κ.λπ.) θα έχει να κάνει με νέες.
Δ.Κ.