44 χρόνια μετά την εξέγερση και σφαγή του Πολυτεχνείου: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

44 χρόνια μετά την εξέγερση και σφαγή του Πολυτεχνείου
ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ

[Στο παρόν άρθρο, 44 χρόνια μετά την ηρωική εξέγερση και σφαγή του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973, δεν θα αναφερθούμε στις δολοφονίες, στα στρατόπεδα εξορίας, στις φυλακές και τα βασανιστήρια χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων, στην πλειοψηφία κομμουνιστών - ανάμεσα στους οποίους οι τροτσκιστές είχαν δυσανάλογα την τιμητική τους. Δεν θα αναφερθούμε επίσης στο ρόλο της χούντας στην προδοσία της Κύπρου, στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, στις σφαγές των μελών του ΑΚΕΛ και της ΕΔΕΚ και στην χωρίς μάχη, ντροπιαστική φυγή τους μόλις ο στρατός του τουρκικού Αττίλα εμφανίστηκε. Θα ασχοληθούμε με τα... οικονομικά της χούντας, πεδίο στο οποίο οι φασιστοχουντικοί νοσταλγοί του Παπαδόπουλου ου μην αλλά και του Χίτλερ συνήθως περηφανεύονται. Ας συγκρίνουμε λοιπόν τους μύθους με την συγκεκριμένη πραγματικότητα.]

Μύθος Νο 1: Σύμφωνα με τον νυν αντιπρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Άδωνη Γεωργιάδη, του μεγαλύτερου αστικού κόμματος -σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις- «Η οικονομία το 1974 ήταν κούκλα». Παρόμοιες απόψεις βέβαια έχουν ακουστεί κατά καιρούς και από ανθρώπους της ηγεσίας της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής, αλλά και από τον αυτοαποκαλούμενο φιλόσοφο και τηλεοπτικό μαϊντανό Στέλιο Ράμφο όπου σε εκδήλωση του «Ποταμιού» στις 2 Νοεμβρίου 2014 δήλωσε πως «το 1974 όταν έφυγε η χούντα άφησε μηδέν δημόσιο χρέος...» ( Βαγγέλης Σακκάτος, Οικονομικά «θαύματα» και θύματα της χούντας, www.efsyn.gr).

Η πραγματικότητα : Σύμφωνα με την έρευνα «Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974): Μια επισκόπηση» που διενήργησε για λογαριασμό του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου ο καθηγητής του Indiana University Βασίλης Καφίρης, κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε της δικτατορίας η εγχώρια οικονομία βρισκόταν σε μια σχετικά καλή κατάσταση. Μεταξύ των ετών 1961 και 1966 το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) αυξανόταν σε σταθερή βάση με ποσοστό της τάξης του 7% ετησίως ενώ το κατά κεφαλήν εγχώριο προϊόν αυξανόταν κάθε χρόνο κατά 6,3% με τιμές του 1958. Ωστόσο η δεξιά κυβέρνηση Καραμανλή διατηρούσε τους μισθούς σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ είχε επιλέξει να πραγματοποιήσει επενδύσεις σε λιγότερο παραγωγικούς τομείς όπως η κατασκευή δρόμων, ο εξηλεκτρισμός, ο τουρισμός, η βιομηχανία κτλ. Επιπλέον αξίζει να αναφερθεί ότι αν και ο τομέας της βιομηχανίας είχε προσεχθεί ιδιαίτερα η ανάπτυξή του δεν υπήρξε ουσιαστική.

Η χούντα αρχικά διατήρησε τα ποσοστά ανάπτυξης και εργασίας, τα οποία βέβαια είχαν διαμορφωθεί ήδη από την προηγούμενη από αυτήν κατάσταση, ωστόσο «η επεκτεινόμενη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της, ιδίως σε τομείς μη παραγωγικούς ανέτρεψε την προϋπάρχουσα νομισματική σταθερότητα και προξένησε πληθωρισμό όμοιο με αυτόν της μεταπολεμικής περιόδου». (Β. Καφίρης, ό.π).

Τεράστια αποτυχία σημείωσε η χούντα και στον τομέα της γεωργίας ο οποίος κατά την περίοδο εκείνη απασχολούσε το 44% του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας. Οι οικονομικοί «εγκέφαλοί» της είχαν προβλέψει ότι η πραγματική ανάπτυξη για την πενταετία 1968-1973 θα έφτανε στο 5,2%, η πραγματικότητα ωστόσο τους διέψευσε, αφού το ποσοστό της ανάπτυξης δεν ξεπέρασε το 1,8%. (Το αντίστοιχο ποσοστό πραγματικής ανάπτυξης για την περίοδο 1963-1966 ήταν στο 4,2%). Αξιοσημείωτο επίσης κρίνεται και το γεγονός ότι το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα από το 55% που βρισκόταν το 1966, έπεσε στο 43% το 1970. Δημιουργήθηκε έτσι ένα τεράστιο κύμα μετανάστευσης εργατών και αγροτών που αριθμητικά ξεπέρασε τις 500.000.

Και στη ναυτιλία τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα για το καθεστώς παρότι η χούντα με μια σειρά νόμων όπως ο 89/1967 ή ο 378/1968 παρείχε τεράστια προνόμια στους εφοπλιστές και στους μεγαλοβιομήχανους απαλλάσσοντάς τους από τους δασμούς, άλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το 1972 η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών «τίμησε» τον Γ. Παπαδόπουλο ανακηρύσσοντάς τον ως «ισόβιο πρόεδρο» του. 'Έτσι τα έσοδα φορολογίας που προέρχονταν από ναυτιλιακές εταιρίες, από 109 δις δραχμές που ήταν το 1968 μειώθηκαν σε 29 δις το 1972, περίοδο που ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους!

Η μεγαλύτερη αποτυχία της χούντας ωστόσο ήταν στον τομέα του ισοσκελισμού του εμπορίου. Σύμφωνα με τον Καφίρη «το έλλειμμα του εμπορίου το 1973 ήταν πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968». Οι σχετικά μικρές αυξήσεις στις εξαγωγές σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δυνατό να ισοσκελίσουν τη τεράστια άνοδο των εισαγωγών.
Από το 1971 η κακή κατάσταση της οικονομίας δεν ήταν δυνατό να καλύπτεται παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες του οικονομικού επιτελείου της χούντας. Έτσι στις 22/9/1971 – περίοδος που το καθεστώς είναι φαινομενικά πανίσχυρο- στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» δημοσιεύεται οικονομική ανάλυση του Κωνσταντίνου Κόλμερ, σύμφωνα με την οποία «ναι μεν σημειώθηκε το 1970 μια επιβράδυνση στην αύξηση του ρυθμού αυξήσεως του χρέους στο 12% έναντι 25% του 1969, όμως σημειώθηκε μια ουσιώδης αύξηση του κρατικού δανεισμού με έντοκα γραμμάτια και διπλασιασμός του δανεισμού με συνάλλαγμα». Για να λυθούν και οι όποιες απορίες παραθέτει έναν πίνακα με αποκαλυπτικά στοιχεία για το δημόσιο χρέος από το 1958 έως το 1970 με πηγή την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος (ΕΣΥΕ) :

ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΣΕ ΔΙΣ ΔΡΧ.

1958...3,5
1959...8,0
1960...9,7
1961...11,6
1962...13,1
1963...17,6
1964...21,4
1965...25,4
1966...32,0
1967...37,8
1968...45,3
1969...56,7
1970...63,7

Διπλασιάστηκε δηλαδή σχεδόν μέσα σε 4 μόλις χρόνια!
Το 1971 το δημόσιο χρέος ανήλθε στο ύψος των 71,4 δις δραχμών ενώ στις αρχές του 1973 «πέταγε» στα 87,5 δις, στην εξαετία της χούντας δηλαδή το εξωτερικό χρέος (ΤΟ ΒΗΜΑ 20/10/1973) έγινε 1,5 φορά μεγαλύτερο από όσο είχε φτάσει σε διάστημα 145 χρόνων, από καταβολής ελληνικού κράτους δηλαδή! (Βασίλης Γαλούπης, Τα φούμαρα των χουνταίων, www.topontiki.gr, 17/11/2016).

Μύθος No 2: Κατά την περίοδο της δικτατορίας δεν υπήρχαν οικονομικά σκάνδαλα, δεν έγιναν ρουσφέτια και νομοθετικές ρυθμίσεις προς όφελος των συνταγματαρχών και των οικείων τους, οι αστέρες της «εθνοσωτήριου επαναστάσεως» ήταν άνθρωποι με «καθαρά χέρια».

Η πραγματικότητα: Η χούντα υπήρξε ιδιαιτέρως γενναιόδωρη προς τους ανθρώπους της. Αν και οι συνταγματάρχες όπου και αν βρίσκονταν, διατείνονταν τον λιτό τους βίο, όπως αποδείχτηκε, αυτός μόνο λιτός δεν ήταν. Και επειδή «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται», δεν είχαν περάσει ούτε 20 ημέρες από την μέρα που πήραν την εξουσία όταν με τον Α.N. 5/1967 (ΦΕΚ 10/5/67) οι μηνιαίες αποδοχές του πρωθυπουργού ανέβηκαν από τις 23.600 δραχμές που ήταν προδικτατορικά σε 45.000 συν 1000 δραχμές την ημέρα για «εκτός έδρας», ενώ για κάθε υπουργό και υφυπουργό σε 35.000 από 22.400, συν 833 δραχμές ημερησίως για «εκτός έδρας». Ο Παπαδόπουλος εκτός βέβαια από πρωθυπουργός ήταν Αντιβασιλέας αλλά και υπουργός Προεδρίας, σίγουρα όχι αμισθί, την ίδια στιγμή που ο μέσος μισθός ενός βιομηχανικού εργάτη ήταν 4.453 δραχμές.

Στις 15/5/1967, 24 μόλις ημέρες μετά από το πραξικόπημα, το ελληνικό δημόσιο ανέθεσε στην Litton Industries την «οργάνωσιν και διεκπεραίωσιν της οικονομικής αναπτύξεως» σε Κρήτη και Δυτική Πελοπόννησο. Η Litton έλαβε προκαταβολή 1,2 εκατομμύρια δολάρια προκειμένου να βρει επιχειρηματίες όπου υποτίθεται ότι θα ήταν πρόθυμοι να πραγματοποιήσουν στη χώρα επενδύσεις του ύψους των 840 εκατομμυρίων δολαρίων μέσα στα επόμενα 12 χρόνια. Η Litton πληρωνόταν για τα δήθεν έξοδά της που αυτή παρουσίαζε στην «κοπιαστική» προσπάθεια ανεύρεσης υποψήφιων επενδυτών, συν κέρδος 11%. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αποικιακού τύπου σύμβαση. Αξιοσημείωτο είναι να αναφερθεί το γεγονός ότι η αμερικάνικη εταιρία εισέπραττε τα χρήματα 15 ημέρες αφότου παρουσίαζε στους συνταγματάρχες τα «έξοδά» της. Το πάρτι ρεμούλας είχε ξεκινήσει και για την Litton δεν έληξε παρά δυόμισι χρόνια αργότερα αφού η «μπίζνα» είχε παρατραβήξει. Σε άλλες περιπτώσεις ωστόσο συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς.(Διονύσης Ελευθεράτος, Λαμόγια στο χακί, Τόπος, Αθήνα 2015, σελ 135).

Στις 29/1/1968 η χούντα «μετά βαΐων κλάδων» ανακοίνωσε την υπογραφή σύμβασης με τον αμερικάνο εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ για την κατασκευή της Εγνατίας οδού που θα ένωνε Ηγουμενίτσα – Θεσσαλονίκη - Τουρκία. Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχονταν στα 150 εκατομμύρια δολάρια. Το έργο θα ολοκληρωνόταν από Έλληνες υπεργολάβους. Ο Μακντόναλντ θα φρόντιζε να βρεθούν χρηματοδότες που θα δανειοδοτούσαν το έργο και τις απαιτούμενες μελέτες που απαιτούνταν για την ολοκλήρωσή του με αμοιβή 14% επί των εξόδων. Όπως γίνεται κατανοητό ο εργολάβος δεν εισήγαγε στην Ελλάδα ούτε ένα δολάριο, εν τούτοις η χούντα, γράφει ο Ελευθεράτος: «κατέθεσε σε ελβετικές τράπεζες ομόλογα αξίας 105 εκατ. δολαρίων, ποσό ίσο με αυτό που θα εισήγαγε ο Μακντόναλντ και του έδωσαν και άλλα 33,4 εκατ. δολάρια σε ομόλογα, υπογεγραμμένα από τον ίδιο τον υπουργό Οικονομικών Ανδρουτσόπουλο». Ο εργολάβος κατάφερε να ενθυλακώσει ακόμα 4,8 εκατ. δολάρια σε μετρητά, όμως όπως έγραψε ο Θ. Οικονόμου: «Με τα λεφτά που έφαγε ο Μακντόναλντ, που πήρε η κοινοπραξία και με τις προσαυξήσεις λόγω τόκων, το Ελληνικό Δημόσιο έχει υποστεί ζημιά 1.372.000.000 δραχμές! Και κάθε μήνα το δημόσιο επιβαρύνεται με 4.000.00 δραχμές εκτός του ότι οι τιμές της κοινοπραξίας είναι τουλάχιστον 20% ανώτερες από τις τρέχουσες». (Θ. Οικονόμου, Για ποιόν δούλευε το μυστρί του Παττακού, περ. «Ταχυδρόμος», 21/5/1975).

Μια άλλη ενδεικτική περίπτωση του κλίματος γενικής διαφθοράς που υπήρχε στην περίοδο της χούντας αποτελεί ο μεγαλοπρεπής ναός που είχαν οραματιστεί οι δικτάτορες να στηθεί στα Τουρκοβούνια αποτελώντας «το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών μετά τον κλασσικό Παρθενώνα και τον βυζαντινό Λυκαβηττό»· δεν χτίστηκε μεν ποτέ, θησαύρισαν όπως φαίνεται αρκετοί δε. Πρόκειται για το περίφημο «Τάμα του Έθνους»: την υπόσχεση δηλαδή που έδωσαν τα μέλη της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης από την πόλη του Άργους όπου πραγματοποιήθηκε το μακρινό 1829 για την ανέγερση του ναού του Σωτήρος που περιέργως θυμήθηκε ο Γ. Παπαδόπουλος... το 1968. Συστάθηκε Ανώτατη Επιτροπή προκειμένου να υλοποιηθεί το «μεγαλόπνοο» σχέδιο, με πρόεδρο τον ίδιο τον Παπαδόπουλο και με τη συμμετοχή των δύο άλλων μεγάλων χουντικών αστέρων Παττακού και Μακαρέζου αλλά και του αρχιεπίσκοπου Ιερώνυμου. Φτιάχτηκε επίσης και ένα γνωμοδοτικό συμβούλιο αποτελούμενο από ακαδημαϊκούς και πρυτάνεις. Μεγάλα ονόματα, μεγαλόσχημοι παράγοντες και όπως αποδείχτηκε μεγάλες «μασέλες».

Η χούντα διαφήμιζε το «Τάμα», μεγάλα χρηματικά ποσά συγκεντρώνονταν για την ανέγερσή του, ωστόσο τα χρόνια περνούσαν και στην περιοχή δεν είχε σπεύσει ούτε ο Παττακός με το περίφημο μυστρί του. Τον Ιανουάριο του 1974 ύστερα από ενδοχουντικές διαμάχες οι υπεύθυνοι του «Ειδικού Ταμείου» κλήθηκαν σε απολογισμό. Τα αποτελέσματα; Κάτι παραπάνω από τα αναμενόμενα. Από τα 453,3 εκατομμύρια δραχμές που είχαν μαζευτεί, στο Ταμείο υπήρχαν μόνο 43 εκατ. δραχμές. Τα υπόλοιπα είχαν αναπαυθεί σε θωρακισμένα χρηματοκιβώτια που βρίσκονταν σε γραφεία υψηλά ιστάμενων του καθεστώτος.

Θα μπορούσαν πραγματικά πολλά ακόμα να γραφτούν, όπως για παράδειγμα για την υπόθεση με τα σάπια κρέατα του χουντικού υπουργού συνταγματάρχη Mπαλόπουλου, για τον γαμπρό του Παττακού και εργολάβο τεχνικών έργων – τι άλλο; -Ανδρέα Μεϊντάση και τα υπερκοστολογημένα έργα που έφτιαχνε, για τα απίστευτα ποσά που δινόταν σε θαλασσοδάνεια κ.τ.λ. Στις υπόγειες διαδρομές του μαύρου χρήματος κατά την συγκεκριμένη περίοδο παρελαύνουν τα ονόματα του Ωναση, του Νιάρχου, του Λάτση, του Τομ Πάππας, του Ανδρεάδη, αλλά και τα ονόματα κολοσιαίων πολυεθνικών όπως της Πεσινέ, της Νestle με την υπόθεση των δύο αμαρτωλών εργοστασίων γάλακτος, ακόμα και... της Siemens. Φαίνεται ότι σε ζητήματα διαφθοράς, υπογείων και υπέργειων διαδρομών χρήματος το ελληνικό κράτος είτε διοικείται από δικτάτορες είτε από εκλεγμένους αντιπροσώπους αστικών κομμάτων, έχει όντως συνέχεια!
Χαλβατζής Αλέξης