Εντυπώσεις από τη νέα ταινία του Π. Βούλγαρη «Το Τελευταίο Σημείωμα»

«Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι. Πάμε στη μάχη»*

Εντυπώσεις από τη νέα ταινία του Π. Βούλγαρη «Το Τελευταίο Σημείωμα»

Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, Tο Τελευταίο Σημείωμα, παίζεται αυτό τον καιρό στους κινηματογράφους. Είναι μια σπουδαία ταινία για την οποία αξίζουν συγχαρητήρια στον Π. Βούλγαρη και τους συνεργάτες του. Σας προτρέπουμε να τη δείτε.

Το Τελευταίο Σημείωμα μιλά για τους διακόσιους εκτελεσμένους κομμουνιστές ανήμερα την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, το σημείωμα αναφέρεται στο χαρτί που έγραψε τις τελευταίες σκέψεις ο Ναπολέων Σουκατζίδης στην κοπέλα του, τη Χαρά.

Η ιστορία αποτελεί πρόκληση από μόνη της, μια ιστορία θανάτου την μέρα που οι αγωνιστές γιορτάζουν την ύπαρξη και τη ζωή, την Πρωτομαγιά.
Όμως στην ιστορία των 200 της Καισαριανής δεν είναι ο θάνατος που κυριαρχεί αλλά η ζωή. Με την εκτέλεσή τους οι 200 κομμουνιστές επαναδιαπραγματεύονται τους όρους της ζωής και του θανάτου, ανατρέπουν τις έννοιες έτσι που και οι εκτελεσμένοι είναι ολοζώντανοι, ενώ οι εκτελεστές είναι ολότελα νεκροί.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας και ιδιαίτερα προς το μαρτυρικό τέλος αυτός ο ύμνος στη ζωή, παίρνει χρώμα και ήχο. Πράγματι μετά την προβολή της ταινίας είσαι κλαμένος άλλα χαρούμενος.

 

Τα γεγονότα είναι σχετικά ακριβή, όμως δεν έγκειται εκεί η ουσία. Η ταινία μιλά για την ιστορία των 200 κομμουνιστών που χαρακτηρίζει μια ολόκληρη ματωμένη εποχή, εργατών και αγροτών που πεθαίνουν χαμογελαστοί πολεμώντας ενάντια στο φασισμό. Το πνεύμα αυτής της εποχής παρά τις όποιες ιστορικές ενστάσεις μεταφέρεται αυτούσιο, ακόμα κι εάν αποτελεί παράλειψη ότι στην τελική διαταγή η λέξη “κομμουνιστές” αντικαθίστανται με τη λέξη “Έλληνες”.

Οι κομμουνιστές και κομμουνίστριες στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου περνούν τις μέρες τους περήφανα. Ένας ένας έρχονται βασανισμένοι σύντροφοι από το κολαστήριο της Μέρλιν αλλά παραμένουν όρθιοι γιατί έχουν ο ένας τον άλλο, γιατί το “κόκκινο άλογο καλπάζει” όπως λέει ο ανώνυμος κομμουνιστής στους συντρόφους του, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Η ουσία της ύπαρξης και της στράτευσης αποδίδεται σε εικόνες, οι συντροφικές σχέσεις και η προσδοκία σε ένα διαφορετικό κόσμο στον κομμουνισμό.

Το τελευταίο τους βράδυ οι 200 κομμουνιστές στήνουν γλέντι τρικούβερτο. Ποιος τρελός άραγε γλεντάει που θα πεθάνει, σκέφτονται οι ναζί αξιωματικοί καθώς παίρνουν το δείπνο τους σιωπηροί στο απέναντι δωμάτιο. Ανάμεσα στα τελευταία λόγια του ο κομμουνιστής Ν. Σουκατζίδης λέει “τουλάχιστον φεύγω σαν άνθρωπος” και φωτίζει τη διαφορά ανάμεσα στα τέρατα που τρώνε σιωπηλά και τους κομμουνιστές.

Η θυσία των 200 της Καισαριανής είναι κάλεσμα στους ζωντανούς να πάρουν εκδίκηση, που απηχεί και στα προδομένα Δεκεμβριανά. Κάλεσμα που φτάνει ως τα αυτιά μας σήμερα, γιατί είναι πρόκληση η θύμηση ότι μπορείς να σταθείς και να φύγεις σαν άνθρωπος παρά να ζήσεις σα νεκρός σε μια εποχή που περισσεύει από δαύτους.
Τα μέσα του ήχου και της εικόνας ξυπνούν συναισθήματα που δύσκολα ανακινούνται αλλιώς. Μέσα απ’ την ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθόνη αποτυπώνεται καθαρά η διάκριση ανάμεσα στην βδελυγμία της υποταγής και την περηφάνια της ανυποταξίας. Φυσικά για τους πρωταγωνιστές η διάκριση είναι τόσο θολή όσο και σήμερα, όμως παραμένει το γεγονός ότι υπάρχουν δύο επιλογές, να σταθείς όρθιος και να φύγεις σαν άνθρωπος ή να ζήσεις σαν νεκρός.
Αν ο Ν. Σουκατζίδης αποδεχόταν την πρόταση του γερμανού διοικητή να φύγει ελεύθερος μαζί με την κοπέλα του, αρκεί να “έδινε” ένα όνομα, θα ήταν για πάντα νεκρός.
Είναι προκλητικό το ερώτημα που θέτει η ταινία σε μια εποχή που απεγνωσμένα αποζητούμε ηρεμία και ασφάλεια μετά από δέκα χρόνια φωτιάς. Είναι κανείς τόσο ζωντανός ώστε να διαλέξει ακόμα και το θάνατο αντί για μια ζωή που δεν είναι αξιοβίωτη;

                                                                                                     Φοίβος Χολέβας-Μανιάτης


* Έγραφε ένα από τα εκατοντάδες σημειώματα που πέταξαν στο πλάι του δρόμου προς Καισαριανή οι μελλοθάνατοι κομμουνιστές την πρωτομαγιά του 1944.