«...ΑΙ ΔΕ ΟΥΣΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΕΤΑΓΜΕΝΑΙ ΕΙΣΙ»

« …αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμέναι εισί»
                       Απόστολος Παύλος: Ρωμ. Ιγ’ 1-7, Τίτ. γ’1.


Όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο, ο μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος απευθυνόμενος προς το δύστυχο εκκλησίασμά του καταράστηκε «να σαπίσει το χέρι του υπουργού Παιδείας αν υπογράψει διάταγμα για την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών». Πρέπει να διευκρινίσουμε ευθύς εξαρχής τούτο: τους εξωφρενισμούς του Αμβρόσιου Καλαβρύτων δεν τους εκλαμβάνουμε ως μια εκδήλωση ενός περιθωριακού στοιχείου ανάξια σχολιασμού της. Ο προαναφερθείς αρχιερέας απλώς εξέφρασε δημοσίως, με ιδιαιτέρως άξεστο και χυδαίο τρόπο, τις κοινές σκέψεις ενός μεγάλου αριθμού αρχιερέων της ελλαδικής εκκλησίας που για λόγους άλλους προτίμησαν να μην εκφραστούν ομοιοτρόπως, προς το παρόν. Το ότι «αυτό δεν είναι (χριστιανική) αγάπη» που τόλμησε να ψελλίσει μια εκκλησιαζόμενη, πριν την απομακρύνουν, δεν είναι, από ιστορική άποψη, απόλυτα ακριβές. Αυτόν τον ισχυρισμό μας ας τον δούμε εκτενέστερα: Ειπώθηκε συχνά ότι ο χριστιανισμός εισήγαγε μιαν εντελώς νέα και καλύτερη στάση ως προς την αντιμετώπιση της δουλείας. Ουδέν ψευδέστερον τούτου. Ο Ιησούς δέχτηκε την δουλεία ως ένα γεγονός του περίγυρού του, ακριβώς όπως την δέχεται και η Παλαιά Διαθήκη. Το συχνά αναφερόμενο κείμενο (του Αποστόλου Παύλου) προς  Κολοσσαείς (γ’ 11) «Ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός», κατανοείται καλύτερα στο φως του παράλληλου κειμένου τής προς Γαλάτας επιστολής (γ’ 28) (του Αποστόλου Παύλου) «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού». Δεν υπάρχει «δούλος ουδέ ελεύθερος» με την ίδια ακριβώς έννοια που δεν υπάρχει «άρσεν και θήλυ».
Οι φράσεις αυτές ισχύουν με μιαν αυστηρώς πνευματικήν έννοια ως ακολούθως: η ισότητα υπάρχει «στα μάτια του Θεού» και δεν έχει καμιά σχέση με τα εγκόσμια. Η διάκριση ανάμεσα σε δούλο και κύριο σε τούτον τον κόσμο δεν θεωρείται πιά ότι χρειάζεται ν’ αλλάξει, όπως δεν χρειάζεται να αλλάξει η διάκριση ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα (βλ. G.E.M. DE STE. CROIX, Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο. Από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση. Εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, σελ. 519, του ίδιου, Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη, ΜΙΕΤ, σελ. 276, 277). Οι απανταχού Δυνάστες έσπευσαν να εισπράξουν την εν λευκώ επιταγή που τους έγραψε ο Απόστολος Παύλος όταν είπε «… αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμέναι εισίν» και συνέστησε αυστηρή υπακοή στις δημόσιες αρχές (Ρωμ. Ιγ΄ 1-7, Τίτ. γ’1). Επομένως, εξίσωνε την αντίσταση στις δημόσιες αρχές με την αντίσταση κατά της επιταγής του Θεού, πράγμα που κατ’ ανάγκην συνεπαγόταν καταδίκη. (βλ. ό.π.,  Ο Ταξικός Αγώνας κ.λπ. σελ. 535). Ο Ιγνάτιος, στην Προς Πολύκαρπον επιστολή του (4:3) δηλώνει πως οι δούλοι θα έπρεπε να δουλεύουν περισσότερο «εις δόξαν Θεού» (προφανώς με το παράδοξο σκεπτικό ότι ένας ακόμη πιο εντατικός ρυθμός εργασίας από την πλευρά του δούλου δύναται να αυξήσει «την δόξα του Θεού»). Κατά τον Αυγουστίνο, η δουλεία θα μπορούσε να είναι, για το καλό του δούλου, μια παιδευτική μορφή βελτίωσης, ακόμη και μια ευλογία, διότι, όπως το έθεσε ο Αμβρόσιος (των Μεδιολάνων) «όσο ταπεινότερη είναι η θέση στην ζωή, τόσο εξυψώνεται η αρετή» (βλ. Χριστιανισμός και Ρώμη, σελ. 279-282).
Οι χριστιανικές αρχές για τις οποίες αρκετοί πιστεύουν ότι διδάσκουν την ισότητα των ανθρώπων μπροστά στον Θεό, χρησιμοποιούνταν, κατά καιρούς, ως επιχειρήματα για να αποδείξουν ακριβώς το αντίθετο. Έτσι, ο Filmer θεωρούσε την πίστη σε μια κοινότητα αγαθών και ισότητα μεταξύ των ανθρώπων «λάθος που δύσκολα συγχωρείται σε χριστιανό». Για τον Pusey (το 1852) η απλή αναγνώριση της κοινωνικής τάξης και θέσης ήταν ακόμη «μια κατάσταση που την όρισε η θεία πρόνοια». Αν αναφερθούμε στην βιβλιοκριτική παρουσίαση της Jane Eyre από την Μ.Α Stodart τον Δεκέμβρη του 1848, τότε θα διαβάσουμε τα ακόλουθα αποκαλυπτικά: «Γενικά η αυτοβιογραφία της Jane Eyre είναι πάνω από όλα μια αντιχριστιανική σύνθεση. Υπάρχει σε ολόκληρο το έργο μια μισοκαλυμμένη διαμαρτυρία ενάντια στις ανέσεις των πλούσιων και στις στερήσεις των φτωχών, η οποία, όσον αφορά στο καθένα από αυτά τα άτομα, είναι διαμαρτυρία ενάντια σ’ αυτό που όρισε ο Θεός». (βλ. W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, ΜΙΕΤ, σελ. 18, 389-390 όπου περαιτέρω ακριβέστερες παραπομπές). Οι χριστιανικές εκκλησίες πολύ συχνά ενέκριναν ρητά το υφιστάμενο κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς στην ωμότερη έκφανσή του. Το λέει κι ένας πασίγνωστος αγγλικανικός ύμνος:
                             «ο πλούσιος στον πύργο του, ο φτωχός στου πλούσιου την θύρα
                          Ο θεός τους έπλασε ανώτερους ή ταπεινούς και όρισε το έχειν τους.»
 Επομένως, ο Ηοmo Hierarchicus αποτελεί θεόθεν διατεταγμένη πραγματικότητα έναντι της οποίας οποιαδήποτε εναντίωση αποτελεί θανάσιμο αμάρτημα (βλ. G.E.M. DE STE . CROIX, Ο Ταξικός Αγώνας… σελ. 543). Κατά την διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου η πεποίθηση πως οι θεοί τιμωρούν είναι άκρως σημαντική, αλλά και σ’ αυτήν ακόμη την περίπτωση οι άνθρωποι δεν καταπιέζονταν από ιερό δέος· δεν τους διέκρινε υπέρμετρη ανησυχία. Ο κανόνας ήταν: «πράξε πρώτα, κι ύστερα δίνεις… εξηγήσεις» (βλ. Ρόμπιν Λέιν Φοξ, ο κλασικός κόσμος, Ωκεανίδα, σελ. 78). Κατά την διάρκεια του Διαφωτισμού (του τόσο άκριτα λοιδορούμενου σήμερα), η αναγνώριση της επίγειας ευδαιμονίας ως πρωταρχικής αξίας ήταν αίτημα διάχυτο όπως και η αναγωγή της συντομίας της ζωής σε καθοριστικό παράγοντα της ιεράρχησης των προτεραιοτήτων της ανθρώπινης πράξης. (βλ. Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Ιώσηπος Μοισιόδαξ. Οι συντεταγμένες της βαλκανικής σκέψης τον 18ο  αιώνα, ΜΙΕΤ, σελ 83). Στους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, όμως, όπως και στο Μεσαίωνα, η κατάσταση ήταν τελείως διαφορετική: Η θρησκεία την εποχή εκείνη εθεωρείτο θέμα τεράστιας σημασίας. Όλοι οι χριστιανοί πιστεύανε ότι η προσχώρηση σ’ ένα «εσφαλμένο» δόγμα, και κάποτε ακόμα και η άσκηση της «λαθεμένης» ιεροτελεστίας, μπορούσε να επιφέρει την αιώνια καταδίκη. Οι χριστιανοί πίστευαν ότι η ζωή εδώ και τώρα είναι ασήμαντη συγκρινόμενη με τις άπειρες διαστάσεις της αιωνιότητας, και ότι οι πραγματικοί εχθροί τους ήσαν οι εχθροί του Θεού και της Εκκλησίας του, οι οποίοι αν δεν εξοντώνονταν, θα έθεταν σε κίνδυνο τις αθάνατες ψυχές των ανθρώπων και θα τους έσπρωχναν στο χαμό, στην κόλαση, με τα αιώνια βασανιστήρια της οποίας κανένα έγκλημα δεν μπορεί να συγκριθεί (βλ. G.E.M. DE STE. CROIX, Ο Ταξικός Αγώνας… σελ. 554, 558, Hannah Arendt, To ολοκληρωτικό σύστημα, Ευρύαλος, σελ. 232).
Μετά ταύτα, εξαιρετικώς εύστοχα αποκάλεσε την κόλαση «υπερβατική αστυνομία» ο αισθαντικός Miguel de Unamuno (βλ. Το τραγικό αίσθημα της ζωής, PRINDA, σελ. 158). Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, αποδεχόμενος την άποψη «όπως το νερό σβήνει την φωτιά, έτσι και η ελεημοσύνη σβήνει το αμάρτημα» προβάλλει με ευφράδεια το «επιχείρημα» ότι η ελεημοσύνη μπορεί πράγματι να εξαγοράσει την σωτηρία και σπεύδει να αναφωνήσει: «Τι υπέροχο εμπόριο! Τι θεϊκή συναλλαγή!». Επομένως, ο πλούτος είναι ένα δηλητήριο αλλά η ελεημοσύνη που λυτρώνει από την αμαρτία, μετατρέπει τον πλούτο σε αντίδοτο της αμαρτίας. (βλ. G.E.M. DE STE CROIX, Ο Ταξικός αγώνας…, σελ. 538,539, του ίδιου, Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 304). Με την συνοδική επιστολή της Συνόδου της Γάγγρας καταδικάστηκαν οι οπαδοί του Ευσταθίου Σεβαστείας που αρνιόντουσαν στους πλούσιους την δυνατότητα σωτηρίας αν δεν απαρνιόντουσαν όλα τους τα υπάρχοντα (βλ. Χριστιανισμός και Ρώμη, σελ. 308). Κατά τα λοιπά, Α) οι χριστιανικές εκκλησίες δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να θρηνούν για την ύπαρξη της ταξικής πάλης ή να την αγνοούν. Η εγκύκλιος του Πάπα Πίου ΙΑ΄, Quadragessimo Anno, παραδέχεται ότι η πάλη των τάξεων ήταν σοβαρός κίνδυνος σαράντα χρόνια ενωρίτερα από το 1931, αλλά είχε εν γένει εξαφανιστεί από το Rerum Novarum του Πάπα Λέοντα ΙΓ΄! Τα  όσα επακολούθησαν μετά το 1931, ελάχιστα επιβεβαιώνουν μια τέτοιαν άποψη! (βλ. ό.π., σελ. 316-317). Β) Υπό την ηγεσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Γεώργιου (Γεννάδιου) Σχολάριου και εφεξής, η υπόδουλη Εκκλησία αποδέχτηκε την συνύπαρξή της με τον αλλόθρησκο φορέα της κρατικής εξουσίας (Οθωμανούς Τούρκους), αναγνωρίζοντας με απόλυτη νομιμοφροσύνη την κυριαρχία του και αποδίδοντάς του τις προσήκουσες τιμές. Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες μετεβλήθησαν σε θαλαμηπόλους του ξένου δεσποτισμού, νομιμοποιώντας την αλλόθρησκη και αλλοεθνή δουλεία με τον ισχυρισμό ότι ο ξένος δυνάστης μετέβαλε τις οδύνες της δουλείας σε συλλογική πνευματική άσκηση  ή ακόμη και σε επίγεια δοκιμασία που θα μπορούσε να ανοίξει τις πύλες των ουρανών (βλ. Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, σελ. 26, 28). ΑΥΤΗΣ της παράδοσης συνεχιστής είναι ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων με την σιωπηρή μεν αλλά σαφή κάλυψη της εκκλησιαστικής μας ιεραρχίας, η οποία ανέκαθεν συμμετείχε στον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας μ’ ένα κράμα πειθούς και εξαναγκασμού.


21- V- 2016
Πέτρος Πέτκας