"ΘΕΜΙΤΗ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ" (ILLEGALITE LEGIMITE)

Ι) Η ελληνική συμβολή στον πολιτισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν πολύ μεγάλη, και αληθινά δεσπόζουσα σε πολλούς τομείς της πνευματικής και καλλιτεχνικής σφαίρας. Οι Ρωμαίοι υπερτερούσαν των Ελλήνων μόνο σε δύο τομείς, έναν πρακτικό κι’ έναν πνευματικό. Συγκεκριμένα: διέπρεψαν στην τέχνη του κυβερνάν (τόσο τον εαυτό τους όσο και άλλους) προς το συμφέρον –εννοείται- της δικής τους εύπορης τάξης και προπαντός των πλουσιοτέρων μελών της. Ο πνευματικός τομέας στον οποίο η ρωμαϊκή ιδιοφυΐα διακρίθηκε ήταν το ius civile, το «αστικό δίκαιο», δηλαδή το ιδιωτικό δίκαιο που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ Ρωμαίων πολιτών. Επρόκειτο για το μόνο σπουδαίο επίτευγμα των Ρωμαίων στον χώρο του πνεύματος, ήταν το μόνο πρωτότυπο προϊόν του ρωμαϊκού πνεύματος. Πρέπει να διευκρινίσουμε, ευθύς εξ αρχής, ότι το «ius civile» δεν ταυτίζεται μ’ αυτό που στις μέρες μας αποκαλούμε «κράτος δικαίου». Το «κράτος δικαίου» έλειπε από μεγάλες ζώνες του ρωμαϊκού δικαιικού συστήματος κυρίως από κλάδους που σήμερα θα αποκαλούσαμε ποινικό και συνταγματικό δίκαιο. Ο Η.F. Jolowicz αναφέρει ότι το ρωμαϊκό «ποινικό σύστημα δεν πέρασε ποτέ μέσα από κάποιο στάδιο αυστηρού δικαίου» προσθέτοντας πως «εδώ ‘το κράτος δικαίου’… δεν εγκαθιδρύθηκε ποτέ». Ο Fritz Schulz, καίτοι γενναίος υπερασπιστής της ρωμαϊκής φιλονομίας, παραδέχτηκε ότι ο θεμελιώδης κανόνας «nullum crimen, nulla poena sine lege» (ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ –προγενέστερου- νόμου), ήταν πάντοτε άγνωστος στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Παρ’ όλα αυτά, το ρωμαϊκό ius civile (αστικό δίκαιο) ήταν, πάνω απ’ όλα, ένα καλομελετημένο σύστημα, δουλεμένο σε όλες τις λεπτομέρειες και συχνά με μεγάλη διανοητική αυστηρότητα, για την ρύθμιση των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων των Ρωμαίων πολιτών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της κυριότητας, ένα ειδικά ιερό θέμα για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη. Είναι γνωστή η ιδεοληψία του Κικέρωνα (του πιο συγκροτημένου μέλους της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης) και των περισσότερων συναδέλφων του ότι η περιφρούρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ήταν ο κύριος λόγος της ίδρυσης των κρατών. (βλ. G.E.M. DE STE. CROIX, O ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, σελ. 410-414, 527, 430 όπου και η παράθεση αποσπασμάτων απ’ τα έργα προαναφερόμενων συγγραφέων). 

Οι Ρωμαίοι νομικοί ενδιαφερόντουσαν κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς, για τους beati possidentes (μακάριοι οι κατέχοντες), δηλαδή για τους πλούσιους ενώ δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για την προστασία των εργατών ή των «φτωχών ενοικιαστών διαμερισμάτων ή καλλιεργήσιμης γης». Όπως παρατηρεί ο Α.Η.Μ. Jones, «υπήρχε ένας νόμος για τους πλούσιους κι ένας άλλος για τους φτωχούς». Η έμφυτη διάθεση του Ρωμαϊκού Δικαίου να σέβεται και να ευνοεί τις εύπορες τάξεις θεσμοποιήθηκε και έγινε ακόμη πιο σαφής συν τω χρόνω. Γι’ αυτό και ο Friedrich von Woess κατανόησε έξοχα την φύση του Ρωμαϊκού κράτους και του Δικαίου του, ως οργάνου των εύπορων τάξεων· για τους απόρους κατάλαβε ότι το κράτος «ήταν φανερά αδιάφορο». Ήταν ένα «Κlassenstaat» που ενδιαφερότανε μόνο για τις ανώτερες τάξεις! (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 220, 414 όπου και παράθεση προμνημονευομένων συγγραφέων). Αν η ταξικότητα του ius civile (αστικού δικαίου) ήταν προφανής, στην περίπτωση του Ρωμαϊκού Ποινικού Δικαίου ήταν κάτι πιο κει από εξόφθαλμη, ήταν σκανδαλιστική. Πιο συγκεκριμένα: η επαπειλούμενη απ’ τους ρωμαϊκούς ποινικούς νόμους ποινή, είχε διαφορετική λειτουργία, υφή και αποστολή, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του δράστη. Οι honestiores (ευγενείς) είχαν σκανδαλωδώς ευνοϊκή μεταχείριση εν αντιθέσει με τους humiliores (δυσγενείς, ταπεινούς)· η ανισότητα της ποινικής μεταχείρισης για το ίδιο έγκλημα βασιζότανε στην ακόλουθη συλλογιστική: οι honestiores (ευγενείς) ήσαν πολύτιμα κύτταρα της κρατούσας τάξης γι’ αυτό και ο νομοθέτης προσέχει ώστε οι κατ’ αυτών επαπειλούμενες ποινές να μην είναι σκληρές, πολλώ δε μάλλον, εξουθενωτικές. Σε κάθε εγκληματία honestiorem έβλεπε ένα πολύτιμο μέλος της που είχε πρόσκαιρα παρεκτραπεί, ενώ σε κάθε humiliorem, έβλεπε ένα περιθωριακό στοιχείο που η παρεκτροπή -όταν δεν είναι ελαφρά- το στερούσε πια από κάθε αξίωση μεταχείρισης του ως ανθρώπου – γι’ αυτό και το τιμωρούσε με αγριότητα (σταύρωση, ρίψη στα θηρία, βασανισμοί κ.λπ.) (βλ. στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 565 για το «δυαδικό ποινικό σύστημα» της Ρώμης ως και το άρθρο μας με τίτλο «Salus Patriae suprema lex esto (Υπέρτατος Νόμος ας είναι η σωτηρία της Πατρίδας) - Μια αναδρομή και μια… υπόμνηση!» στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (Κοζάνης) τεύχος 159-160, φθινόπωρο 2011, σελ. 76-96 ιδία σελ. 92 όπου και περαιτέρω παραπομπή).

Ένα από τα χειρότερα ελαττώματα αυτού του (ρωμαϊκού ποινικού) δικαίου ήταν η διαβόητη, ως προς τα απολύτως αποκρουστέα αποτελέσματά της, ποινική ανακριτική διαδικασία με την ονομασία cognitio extra ordinem ή cognitio extraordinaria (έκτακτη ανακριτική διαδικασία) η οποία εφαρμοζότανε για τα «εγκλήματα των απλών ανθρώπων» ακόμα και μέσα στην ίδια την Ρώμη. [Μόνον ένας, μάλλον, περιορισμένος αριθμός αδικημάτων αντιμετωπίζονταν με την διαδικασία της quaestio, που εμπεριείχε αυστηρές δικονομικές εγγυήσεις και αφορούσε την «υψηλή κοινωνία και το προσωπικό της διοίκησης» που δικάζονταν από τις quaestiones, δηλαδή μόνιμα δικαστήρια που εκδίκαζαν ορισμένες σπουδαίες υποθέσεις, αστικού και ποινικού χαρακτήρα.] Χρησιμοποιώντας την προαναφερόμενη έκτακτη ανακριτική διαδικασία (cognitio extra ordinem ή cognitio extraordinaria) ο αρμόδιος Ρωμαίος αξιωματούχος είχε ευρύτατη δικαιοδοσία και ακόμη μεγαλύτερη φυσικά στις ποινικές δίκες παρά στις αστικές, ακριβώς λόγω της σχετικής αοριστίας του ποινικού δικαίου. Αυτή η δικαιοδοσία συνίστατο όχι μόνο στον καθορισμό ποινών αλλά και στην απόφανση σχετικά με το ποιες περιπτώσεις θα θεωρούνταν ποινικά αδικήματα και ποιες ούτε καν θα εξετάζονταν! Αυτό το δικαίωμα ανήκε σ’ όλους τους διοικητές των επαρχιών, ως τμήμα της απόλυτης εξουσίας τους (imperium) και ήταν, στην ποινική σφαίρα, σχεδόν απεριόριστο. Αυτήν την ευρύτατη δικαιοδοσία του κάθε ανθύπατου αποκάλεσε ο Τάκιτος «JUS REGIUM» που σημαίνει «ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ» και είχε απόλυτο δίκιο. Για να καταδειχθεί το απερίγραπτον της ακολουθούμενης κατάχρησης εξουσίας και κακοδικίας εκ μέρους τέτοιων «δικαστών», αναφέρουμε, ως παράδειγμα, τον ανθύπατο της Ασίας Λεύκιο Βαλέριο Μεσσάλα Βόλεσο το 11 ή το 12 μ.Χ ο οποίος συνέχαιρε εαυτόν εις την ελληνικήν περήφανος για την «βασιλική πράξη» του να «δικάσει» και να εκτελέσει τριακόσιους ανθρώπους σε μία και μόνον ημέρα. (βλ. G.E.M. DE STE. CROIX. Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη, εκδόσεις ΜΙΕΤ, σελ. 43-49). Τέτοιου είδους «δικαστές» «δίκαζαν», στην κυριολεξία, εκ των ενόντων, άνευ νόμων και άνευ δικονομικών τύπων και εγγυήσεων την μεγάλη πλειοψηφία των «απλών ανθρώπων» δηλαδή των φτωχών Ρωμαίων πολιτών, τους δύστυχους humiliores. [Την «δικαιοδοτική» συμπεριφορά των Ρωμαίων ανθύπατων εζήλωσαν και οι Έλληνες στρατοδίκες των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών «Εκτάκτων Στρατοδικείων» γι’ αυτό και κατεδίκασαν α) τον μαχητή του ΕΛΑΣ Κ. Κιοπρέ σε 125 φορές σε θάνατο και β) τον Μ. Βασιλόπουλο σε 357 φορές (sic) σε θάνατο. Βλ. πλείονα στο προαναφερόμενο άρθρο μας στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (Κοζάνης) τεύχος 159-160, φθινόπωρο 2011, σελ. 93].

O Theodor Mommsen στο έργο του «Ρωμαϊκό Ποινικό Δίκαιο», αναφερόμενος στην cognitio extra ordinem (ή cognitio extraordinaria), το μεν κατανόησε πλήρως τον αυθαίρετο και ανεύθυνο χαρακτήρα της, το δε, εκδήλωσε την περιφρόνησή του γι’ αυτήν την ανεπίδεκτη επιστημονικής ανάλυσης «έκτακτη ανακριτική διαδικασία» η ουσία της οποίας συνίστατο «στην νομοθετική απουσία κάποιας οριστικής μορφής» (βλ. G.E.M. DE STE. CROIX, στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 46, όπου και παρατίθεται).

ΙΙ) Τα προεκτεθέντα δεν αναφέρθηκαν λόγω μιας άκακης εμμονής μας στην αρχαιογνωσία, αλλά λόγω ενός προφανούς και έντονου δεσμού ανάμεσα στο ρωμαϊκό δίκαιο και την σύγχρονη πολιτική εμπειρία μας!. Πιο συγκεκριμένα: Στην Πρωσία υπήρχε ο δικαιικός θεσμός της Schutzhaft (προστατευτικής φύλαξης), ένα υποτιθέμενο προληπτικό αστυνομικό μέτρο που επέτρεπε να «τίθενται υπό φύλαξη» άτομα, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε επιλήψιμης διαγωγής, αποκλειστικά και μόνον με σκοπό να αποτραπεί ένας κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους. Η προέλευση της «προστατευτικής φύλαξης» ανάγεται ται στον πρωσικό νόμο της 4-6-1851 για την «κατάσταση πολιορκίας» και στον νόμο της 12-2-1850 περί «προστασίας της προσωπικής ελευθερίας». Πρόκειται για νόμους που αξιώθηκαν ευρύτατης εφαρμογής κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, ιδίως, μετά απ’ αυτόν, στην Γερμανία. Τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης επί γερμανικού εδάφους δεν ήταν έργο του ναζιστικού καθεστώτος αλλά των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, οι οποίες, όχι μόνον το 1923, μετά την κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας, έκλεισαν σε στρατόπεδα, βάσει της «προστατευτικής φύλαξης», χιλιάδες στρατευμένους γερμανούς κομμουνιστές. Επί πλέον, δημιούργησαν στο Κότμπους-Ζήλοφ ένα «στρατόπεδο συγκέντρωσης για αλλοδαπούς» που «φιλοξενούσε», ως επί το πλείστον, Εβραίους πρόσφυγες των ανατολικών χωρών και το οποίο, ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης Εβραίων του εικοστού αιώνα (αν και, προφανώς, δεν επρόκειτο για στρατόπεδο εξολόθρευσης) (Βλ. Giorgio Agamben, Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, εκδόσεις SCRIPTA, σελ. 257-258. Ας  υπομνήσουμε ότι οι διώξεις Ελλήνων κομμουνιστών, απλώς και μόνο για τα φρονήματά τους, δεν καθιερώθηκαν απ’ την φασιστική δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, αλλά από την «φιλελεύθερη» κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον διαβόητο Νόμο 4229/1929 με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», τον πασίγνωστο ως «ιδιώνυμο». Βλ. εκτενέστερα στο προαναφερόμενο άρθρο μας). Το δικαιικό θεμέλιο της «προστατευτικής φύλαξης» ήταν η κήρυξη της «κατάστασης πολιορκίας» με την αντίστοιχη αναστολή της ισχύος των άρθρων του γερμανικού συντάγματος που εγγυόταν τις προσωπικές ελευθερίες, το άσυλο της κατοικίας, το απόρρητο των επιστολών, την ελευθερία της εκδήλωσης των στοχασμών δι’ οιουδήποτε μέσου και διά του Τύπου, την ελευθερία του συνέρχεσθαι και την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, βάσει του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Από το 1919 μέχρι το 1924, οι «δημοκρατικές» κυβερνήσεις της Βαϊμάρης κήρυξαν επανειλημμένως την «κατάσταση πολιορκίας» η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις διήρκεσε μέχρι και 5 μήνες (για παράδειγμα, από τον Σεπτέμβρη του 1923 μέχρι τον Φλεβάρη του 1924). Επομένως, όταν οι ναζί εξέδωσαν στις 28-2-1933 το «Διάταγμα για την προστασία του λαού και του κράτους»  που ανέστελλε επ’ αόριστον τα σχετικά με τις ελευθερίες άρθρα του συντάγματος, δεν ακολούθησαν παρά μια πρακτική η οποία είχε παγιωθεί από τις προηγούμενες «δημοκρατικές» κυβερνήσεις. Το στρατόπεδο (συγκέντρωσης) είναι ο χώρος που ανοίγεται, όταν η κατάσταση πολιορκίας (έκτακτης ανάγκης) αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας. (στο ίδιο, πιο πάνω, σελ. 260). Έτσι, ολόκληρη η Γερμανία μετατράπηκε σ’ ένα αχανές στρατόπεδο συγκέντρωσης που διήρκεσε 12 χρόνια. [Ας υπομνήσουμε ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος διέγνωσε, με εκπλήσσουσα ταξική διορατικότητα, την χρησιμότητα του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης γι’ αυτό και κατέβαλε σύντονες και πείσμονες προσπάθειες για την περαιτέρω αντικομμουνιστική νομική θωράκιση του κράτους του. Προς τούτο, απαίτησε την μεταρρύθμιση του Συντάγματος του 1927 διακηρύσσοντας συγκεκριμένα πως «άνευ μεταρρυθμίσεως του Συντάγματος και άνευ παρεισαγωγής διατάξεως αναλόγου προς την του Συντάγματος της Weimar -άρθρον 48 παράγραφος 2- είναι αδύνατον να κυβερνηθή πλέον ομαλώς ο τόπος» (Βλ. Πρακτικά ΟΣΤ΄ συνεδρίας της 21-5-1932 και Αλέξανδρου Σβώλου, Η αναθεώρησις του Συντάγματος, στον τόμο μελετών του «Προβλήματα του Έθνους και της Δημοκρατίας», εκδόσεις Στοχαστής, σελ. 97 και 104).

ΙΙΙ) Τα μόλις προαναφερθέντα αφορούσαν την Πρωσία (και την Γερμανία) δηλαδή την χώρα που ο Γερμανός Βίνκελμαν αποκάλεσε «βάρβαρη» (βλ. ΕΡΝΣΤ ΚΑΣΣΙΡΕΡ, ΚΑΝΤ, Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, 3η  έκδοση, σελ. 69), τον τόπο τον οποίο, ο δολοφονηθείς την 2-5-1919 στο κελί της φυλακής του Επίτροπος (Υπουργός) Παιδείας της σφαγιασθείσας Σοβιετικής (Συμβουλιακής) Δημοκρατίας της Βαυαρίας Γερμανοεβραίος φιλόσοφος Γκούσταβ Λαντάουερ, αποκάλεσε «χώρα του λοχία», (βλ. Γκούσταβ Λαντάουερ, Έκκληση για σοσιαλισμό, εκδόσεις Τροπή, 2001, σελ. 83), τον τόπο στον οποίο «οι άνθρωποι γεννιούνται με την παλάμη του χεριού τους τεντωμένη στην ραφή του παντελονιού τους, εκεί που αισθάνονται μεγάλη περηφάνεια όταν ψοφάνε στην προσοχή» κατά τον Γερμανό συγγραφέα Έρικ Μαρία Ρεμάρκ.

Και στην Γαλλία του 2015 με την (υποτιθέμενη) σαφή διαφοροποίησή της από τον furor teutonicus (τευτονική μανία) των Γερμανών; την πατρίδα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης (το «μεγάλης δεν τίθεται για λόγους υπερθετικού εκθειασμού) και της Παρισινής Κομμούνας του 1871; Παρήλθεν (ανεπιστρεπτί;) η εποχή κατά την οποία ο μεν Ενγκελς αποκαλούσε το Παρίσι «Εστία της Επανάστασης» ο δε Λένιν «Πρωτεύουσα του Κόσμου». Σήμερα η εκφυλισμένη και ανυπόληπτη γαλλική Αριστερά συμπαραστέκεται, με τις οδυσσειακές της επινοήσεις, στις πολύστροφες αντιδραστικές πολιτικές κινήσεις της χυδαίας σοσιαλιστικής γαλλικής κυβέρνησης που, εκμεταλλευόμενη την τυφλή επίθεση των Τζιχαντιστών στο Παρίσι, έσπευσε να κηρύξει την χώρα σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» με ότι αυτό συνεπάγεται. Μ’ αυτόν τον τρόπο η γαλλική κυβέρνηση έμεινε πιστή στην νεωτερική παράδοσή της. [Στις 17-10-1961, πάλι στο Παρίσι, η γαλλική αστυνομία κατέστειλε βάναυσα συγκέντρωση 5000 Αλγερινών, οι οποίοι επιχείρησαν να διαδηλώσουν ενάντια στην απαγόρευση κυκλοφορίας των Αράβων που είχε επιβάλει η γαλλική κυβέρνηση λόγω της όξυνσης του πολέμου στην Αλγερία. Οι αστυνομικοί εγκλώβισαν ένα μεγάλο μέρος της διαδήλωσης σε μια παρισινή γέφυρα και άρχισαν να πετούν στον Σηκουάνα τους δολοφονημένους, τους τραυματίες, αλλά και όποιον έπεφτε στα χέρια τους. Σύμφωνα με μεταγενέστερες κυβερνητικές ανακοινώσεις, την ημέρα εκείνη δολοφονήθηκαν 70 διαδηλωτές, ενώ άλλες, ανεξάρτητες έρευνες, ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών στους 200. Ο ήδη πρόεδρος Ολάντ, με ειλικρίνεια αναγνώρισε την σφαγή και την υπαιτιότητα της γαλλικής αστυνομίας, και με την ίδια ειλικρίνεια αναίρεσε, εν τοις πράγμασιν, την αναγνώρισή του διατάσσοντας τον βομβαρδισμό του Μάλι! – Βλ. Νίκου Νικολαΐδη, Για να τελειώνουμε με τους τρελούς καιρούς, Κοινωνικός Αναρχισμός, τεύχος 1, σελ. 17 επ, ιδία σελίδες 25-26 -].

Ο νους του Τζιχαντιστή είναι πιασμένος στις αλυσίδες στις οποίες τον έριξαν η άγνοια και ο εξώλογος θαυμασμός· η αυτοπεποίθησή του εκτινάσσεται στα ύψη από ανορθόλογο θρησκευτικό πάθος, δεν εκπηγάζει από την καθαρή και αδιάλειπτη ενέργεια της νόησης καθ’ εαυτήν. Είναι τρόφιμος του σπινοζικού asylum ignorantiae (άσυλου άγνοιας). Ας αφήσουμε τον νου του ανυποψίαστου Τζιχαντιστή αφενός μεν, να τσαλαβουτάει μέσα στην ομιχλώδη θρησκευτικοφυλετική εμπάθειά του, αφετέρου δε, να σιτίζεται με τα κατ’ άνθρωπον (και όχι καθ’ ύλην) επιχειρήματα – επιτάγματα της εθνοθρησκευτικής φιλοσοφικής υγιεινής του. Ας επικεντρωθούμε στην κατάσταση «έκτατης ανάγκης» της γαλλικής κυβέρνησης. Τούτο σημαίνει πως οι ατομικές ελευθερίες των Γάλλων πολιτών περιορίζονται σπουδαίως: απαγορεύονται οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις, καταργείται το άσυλο της κατοικίας, εφαρμόζεται η «προστατευτική φύλαξη» πολιτών και εισάγεται σύστημα λογοκρισίας και παρακολούθησης χωρίς να προσαπαιτείται ταυτοχρόνως εκδήλωση αξιόποινης συμπεριφοράς. Η τελευταία εμφανίζεται ως αμελητέα λεπτομέρεια (quantité négligeable) ως υπόρρητο αραχνώδες κρηπίδωμα της εθνοσωτήριας «θεμιτής παρανομίας» (illegalité legitime). Η γαλλική κυβέρνηση απευθύνεται προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και δηλώνει, με αδίστακτη αναίδεια, πως ίσως χρειαστεί να απαλλάξει εαυτήν από την υποχρέωση να σέβεται την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α) που προ πολλού αποτελεί εσωτερικό γαλλικό δίκαιο. Ο εχθρός της γαλλικής κυβέρνησης κατά το φαινόμενον μόνον είναι η ομιχλώδης φάρα των φανατικών του Ισλάμ· στην προκείμενη περίπτωση εχθρός της είναι το εν δυνάμει λαϊκό κίνημα, οι δημοκρατικές διεκδικήσεις, οι επαναστατικές προοπτικές. Αυτό το εν δυνάμει κίνημα εμφανίζει διανοητικήν αξιοπιστία, αυτό παρέχει επιφάνεια για «δάγκωμα» στην άρχουσα τάξη και όχι η κομπάζουσα οίηση της ιδιωτείας του πρώτου τυχόντος τζιχαντιστή που αποτελεί το πρόσχημα της αντιδραστικής παλινδρόμησης της γαλλικής κοινωνίας. Εχθρός της δημοκρατίας και του γαλλικού λαού είναι πρωτίστως η εξωνημένη γαλλική «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και η φιλοδέσποτη γαλλική Αριστερά που της συμπαραστέκεται, η ιστορικά επιβεβαιωμένη πρόθεση της γαλλικής κυβέρνησης να μονιμοποιήσει την «κατάσταση έκτατης ανάγκης», αυτήν την σύγχρονη εκδοχή της ρωμαϊκής cognitio extraordinaria (έκτακτης ανακριτικής διαδικασίας) με την αειθαλή αντιδραστική ελκυστικότητά της. Στο δημοκρατικό στόχαστρο, λοιπόν, πρέπει να τεθούν τα «ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ» (JUS REGIUM) με τα οποία η γαλλική «σοσιαλιστική» κυβέρνηση θωρακίζει την γαλλική «σοσιαλιστική» αστυνομία μέσω της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης». Μετά ταύτα, φρονούμε, πως καταδεικνύεται και το συγκλονιστικό συναίσθημα επικαιρότητας που αναδίδεται απ’ την ρωμαϊκή cognitio extraordinaria!

8 – ΧΙΙ – 2015

Πέτρος Πέτκας